ΣΑΛΑΔΙΝΟΣ

Κούρδε Σουλτάνε ήσουν ευγενικός και ευσεβής

ασύνηθες για Βασιλιά της δικής σου εποχής.

Η φήμη σου, η χάρη σου, γνωστή και κραταιή

αντιλαλούσε και μέχρι την ήπειρο τη γηραιή.

`

Τον γεννήτορά σου με βαθμό απλού φρουράρχου

ξεπέρασες και ανελίχθηκες στου ανίκητου πολεμάρχου·

από μικρός στις μάχες μαζί με τους αχθοφόρους

φόβος και τρόμος έγινες για τους σταυροφόρους.

`

Πάντα ελεήμονας για τους αιτούντες χείρα βοηθείας

όχι όμως και για σένα Ρεϊνάλδε της Αντιοχείας.

Την Ιερή την Πόλη δεν κατάφεραν να κρατήσουν οι υπερασπιστές

ευγενικέ και ευσεβή, στους δικούς σου την παρέδωσαν υπασπιστές.

`

*

ΟΙΚΟΣΙΤΗ ΦΩΤΙΑ

Ζεσταίνει τον κύρη και τη μικρή του φαμίλια

στα χειμερινά τα παγωμένα τα δείλια,

μαρμαίρει, σπινθηροβολεί, ολόγιομη στάχτη

το ξύλο μετουσιώνει σε άλλο γαγάτη,

αλχημιστής της φύσης είναι η φωτιά

αγκαλιάζει σαν εραστής και βγάζει σπιθιά

πυρώνει, ανθρακώνει, δίνει τέφρα

με δύναμη να διανύσει ολόκληρα πλέθρα,

περιορίζεται μέσα στο κράμα

σιδήρου με ατσαλιού που είναι συνάμα,

και στο γυαλί το ρυπαρό που την θωρεί αντάμα·

σιγά-σιγά ο κύρης στη κάμαρά του θα κατηφορίσει,

αδιάφορα θα σηκωθεί ν’ αποχωρήσει,

και θα την αφήσει μόνη, αθόρυβα, να σβήσει

`

*

ΣΧΟΛΗΣ ΕΙΩΘΌΤΑ

Στον 3ο όροφο πρωί κατά τα Κυριακάτικα ειωθότα

οι μέρες περνούν, καμία αλλαγή, όπως πρώτα

η μέρα σχεδόν καλοκαιρινή, το αγέρι σα να γαργαλά

τον φανταχτερό ευκάλυπτο χαϊδεύοντάς τον, απαλά∙

στην αντικρινή σκεπή, δυο περιστέρια αγγίζονται

με τις φτερούγες τους, απομακρύνονται και ξανά εγγίζονται∙

κοκκινολαίμηδες κελαηδούν τον δικό τους το γνωστό

μελαγχολικό αλλά και συνάμα οικείο γλυκό σκοπό,

τα σύννεφα αέρινα σε άμορφους σχηματισμούς

καλύπτουν τέλεια των μοναχικών βουνών τους κλαυθμούς

από πάνω ολόλευκα από κάτω μπλάβα σε συνδυασμούς

οι αχτίδες πλούσιες χρυσές ανοίγουν τους χρωματισμούς

όταν πνίγονται μαυρίζουν λύνουν της χάρης τους δεσμούς,

οι τέντες των μπαλκονιών κυματίζουν ανεπαίσθητα

τα τσιμέντα σε ανακατώνουν, μονότονα, ακίνητα αναίσθητα

οι γλάστρες συνήθως παρατημένες βαρυθυμούν

αφού τις ποτίζουν ενίοτε, όποτε και αν το θυμηθούν,

από τις ταράτσες οι αναμονές οι σιδερένιες

περιμένουν να ξαναχτιστούν πλέον σκουριασμένες,

τα λεωφορεία περνούν, σήμερα πιο αραιά, στα δρομολόγιά τους

ποτέ καμία παρέκκλιση∙ στερούν τους απλούς περιπάτους,

άνθρωπο ακόμα, είναι νωρίς, δεν θα δεις

μόνο όταν έρθει η ώρα να φας και να πιείς.