‘Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ,’ λέω στον αέρα
και βγαίνει ο αέρας απ’ της φωνής τη φωλιά
που είναι φτιαγμένη από ήχους που με λέξεις ακόμα δε μοιάζουν,
φιλοδοξίες της γλώσσας να συναρθρώσει πασχίζει
περιπλοκάδες του νου ταιριάζει όπως όπως για να μοιάζουν με τέχνη παλιά
κι απ’ τα πουλιά που κάθε τόσο αναθρέφει αρπάζει φτερά
και ξεκινάει να μουτζουρώνει, επινοώντας όσο πάει τη γραφή
τα αλλεπάλληλα δέρματά μου με πυρωμένη κατάπληξη λιώνει
και σε μακροσκελείς απαντήσεις ξεκινάει να ξοδευτεί.

‘Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ,’ λέω και σε σένα
μελωδικά κροταλίζω, στον ύπνο για να μην ξεχαστείς
μ’ απατηλά οράματα τ’ απρόθυμα βλέφαρά σου στηρίζω
για να σου πάρουν το βλέμμα τα αόρατα πλήθη
με προσμονή να κοιτάς εκεί που δεν είναι κανείς,
και να σου πάρουνε τ’ άγγιγμα τ’ άπιαστα χόρτα
που από τα δάχτυλα σφιγμένα λιποθυμούν και γλιστράν,
ανήκουστα μελίσματα σου παίρνουν το σθένος ν’ ακούς
και δεν σου μένει στο τέλος καμιά απ’ τις αισθήσεις
για να την νιώσεις μοιραία και πικρή τη γοητεία
που επιμελώς σε καλύπτει από την ώρα που την πρόσταξα εγώ
και που μετράει με ρυθμό σταθερό τα βήματά σου
από το σπίτι στο θέατρο, κι από τη μια άκρη της σκηνής ως την άλλη
με δουλεμένες κινήσεις και λόγια από πριν μιλημένα
μέσα στην ωρα τη μισή και τη μία
που ένας άλλος πιστεύουμε όλοι πως είσαι, πως κάτι σπουδαίο αναμφίβολα κάνεις,
και πάλι απ’ το θέατρο τα βήματα συναγελάζονται πίσω στο σπίτι
που είναι ζωσμένο με δέντρων λεπτόφτιαχτες όψεις
που αόρατη, σαν ίσκιος μέσα σε ίσκιο, τις φύτεψα εγώ.

‘Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ,’ λέω και σε μένα
κάνοντας πρόβες για να σ’ το πω από κοντά
όταν το τείχος που το λεν της ντροπής μου
τους δύο κόσμους μας χώρια θ’ αδυνατεί να κρατήσει
και υποχωρώντας στο ρεύμα μπροστά της ιστορίας
με παλιοπράγματα θα γεμίσει των πάλαι ποτέ αντιπάλων χωρών τα υπόγεια
μα δεν σπουδάζω εγώ των υπογείων τα ύποπτα ραγίσματα
δεν ξέρω πώς το νερό, που τον δρόμο του βρίσκει, από ανάγκη γίνεται πρόβλημα
– μα μη δεν είναι οι ανάγκες προβλήματα
που λίγο λίγο μαθαίνουν στο φτωχό λογικό όποιου ψάχνει απαντήσεις
πως να μείνουνε άλυτα μονάχα μπορούν να ελπίζουν –
εγώ σπουδάζω κοιτώντας επίμονα εσένα
στης υγρασίας τον αχάριστο όγκο πώς βάζεις φωτιά και πώς σώζεσαι
απ’ των άπειρων όντων την αθλία συντροφιά
και διασκεδάζω αλησμόνητα στον λαϊκό σηκωμό που τον λεν των σπουδαίων πανηγύρι
όπου σκληρό παρατσούκλι μου δώσανε, ‘μαζώχτρα λέξεων ώριμων’
μα καμιά άγουρη στο καλάθι όταν βρίσκω, την θέλω κι αυτή
και στη θέση της, όπου πονάει περισσότερο, από διαστροφή τη βάζω
‘σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ’ ξαναλέγοντας όσο ακόμα ανασαίνοντας κάνω πως ζω
και με ήχους παράφωνους την ανάγκη μου κράζω.

Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, και ας φαίνεται
ο κλαυθμός μου, για την ώρα, απ’ το δέρμα πιο μέσα να μην μπορεί να σ’ αγγίξει
αγγίζει εμένα ωστόσο κάθε τι που τυχαία πάνω σου σαν δέρμα τεντώνεται
κάθε τι που με σχέδιο τους κορμούς των ποδιών σου σαν κισσός τριγυρίζει
και φροντίζω η δική σου η βούληση, που είναι μύθος πως είναι ελεύθερη
να δεθεί, αντιστεκόμενη μάταια, με ανίκητα ξόρκια
τη χαρά της ζωης στο δαιμόνιο κορμί μου χαρίζοντας
για ν’ ακούσω σ’ αυτό, κι όχι σ’ άλλο της ζωής επεισόδιο να με λέγεις Σοφία
και να πάψεις να μπερδεύεις τα ονόματα σκεπασμένος απ’ το πένθος της πάχνης
γιατί άλλη γυναίκα, εγώ έτσι το θέλησα, από μένα την Λίλιθ δεν ψάχνεις.