1.
Ραγίσματα καρδιάς
Ντυμένη με μία διάφανη, μαύρη μπλούζα
με το κορμί της να γείρει πάνω απ το ράφι γεμάτο ζωγραφιές
εκείνη, έκλαψε…
Άδειο το κρεβάτι…
Αποφάσισε να κλείσει τα παράθυρα,
για να μη δει τη θύελλα στον κάμπο,
καθώς το δάσος σπαραζόταν ουρλιάζοντας απ τον πόνο
μετά τη φυγή του καλοκαιριού, κατά πέρα ενός γκρι αεροδρομίου.
Με κλειστά παράθυρα
εκείνη άναψε ένα τσιγάρο,
ετοίμασε έναν φραπέ, έπειτα κάθισε
στο πάτωμα, όπου βαριαναστενάζανε τα τρυφερά φιλιά.
Ήταν πολύ κοντά στη φυγή, και εκείνη
προς τον ποταμό, πνιγμένος στις άσπρες λόγχες.
Η σιγή, ήταν το μοναδικό χαμόγελο,
που κατάφερε να την επαναφέρει στο άδειο κρεβάτι…
Εκείνη χρειαζόταν ένα όνειρο μονάχα
για να ετοιμάσει τη δεύτερη ζωή της.
Έξω γλυκοχάραζε…

`
*
2.
Tristε…
Ε, δεν μου λέτε,
πότε θα αλλάξει
το τσαλακωμένο πουκάμισο του χριστουγεννιάτικου δέντρου;
Τα ίδια και τα ίδια, κάθε χρόνο, κάθε αιώνα.
Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, κουκουλωμένοι με κουβέρτα
προσευχήθηκε χθες βράδυ κάτω από το δέντρο-
κάποιος τους ξεγέλασε, όταν τους είπε,
ότι το δέντρο προσφέρει ζεστό ψωμί,
μία χούφτα καρύδια, μία σόμπα ή
τουλάχιστον ένα ποτηράκι κόκκινο κρασάκι
τη βραδιά, όταν ο Χριστός γεννιέται.
Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, σήμερα το πρωί
τους βρήκαν αγκαλιασμένους με βρεγμένα πουκάμισα με βροχή,
κοιμόντουσαν αιωνίως
ονειρευόμενοι τον Παράδεισο
που δεν θα τους εγκαταλείψει και θα τους κάνει να ευτυχήσουν.
Ο Μπαχ παίζει με βιολιά από βροχή….

`

*
3.
Χειμωνιάτικος λυρισμός
Είμαι ένας επίγειος ήχος, όπως εσύ, και
τα πρωινά βγαίνω και γράφω σε ένα σημειωματάριο
τη σονάτα της σελήνης
που χθες βράδυ φανερώθηκε αγνή παρθένα.
Είμαι το τελευταίο τραγούδι ενός άντρα,
που καθώς τα δέντρα έχουν αρχίσει να τραυλίζουν
στη γλώσσα των μπουμπουκιών
σας στέλνω
τους ήχους της πράσινης γης μου.
Ερωτευμένος μαζί σου
βάζω φωτοστέφανο από το χιόνι των Άλπεων
από τότε, στην άγια βιβλική νύχτα
της ξεπαρθενέματος της Μαρίας.
Είμαι ένας επίγειος ήχος, όπως εσύ και αντιλαμβάνομαι
ότι είναι αδύνατον
να κατακτήσω το φεγγάρι σου…
Εγώ δεν ευρίσκομαι σε αυτόν τον κόσμο
να μετράω τα αστέρια, και
το κόκκινο φόντο του φορέματος σου,
να αποχρωματίζω την ημέρα της γιορτής σου.
Δεν ευρίσκομαι σε αυτό τον κόσμο
να βαστάω στις πλάτες μου, όπως ο Ανταίος,
την καμένη γη της τελευταίας σου φυγής
από το παλάτι των ονείρων
των κυρίων με τις καμέλιες.
Δεν ευρίσκομαι σε αυτόν τον κόσμο
να επαιτώ τις θλιβερές ουτοπίες.
Βλέπω πως λάμπει μπροστά μου
η ασημένια σφίγγα του χειμωνιάτικου ήλιου
και πως
τα ίχνη που αφήνω πίσω στα θερμά ταξίδια
γράφουν τα ποιήματα
που λευκαίνουν απ της πρωινές  αυγές…
Βλέπω πως λάμπει μπροστά μου
το μάτι ενός αετού, που δεν διστάζει
να μου εκφράσει την αγάπη και ποτέ
δεν σβήνει έντρομος στο ποίημα
την καρδιά που ανάβει από το πάθος.

`

*
4.
Παράλληλα με το χαμόγελο ενός βρέφους
Τείνω
όλες τις σημειώσεις,
στην πόλη, επικρατεί ένας χειμωνιάτικος ήλιος, και
ο ουρανός σήμερα είναι πιο παστρικός και
το βρέφος που γελάει μπροστά στο πρόσωπο της μητέρας του
ανατρέπει
όλες τις χθεσινές ουτοπίες.
Τείνω όλες τις σημειώσεις μου, και
βλέπω την πόρτα σου γειρτή.
Περίμενε με λίγο πριν το σούρουπο,
όταν το φεγγάρι
καθώς με κρυφοκοιτάει με τον πορτοκαλένιο καθρεφτάκι
κατευθύνεται και αυτό προς την γερτή πόρτα.
Οι σημειώσεις μου για σένα-
μοιάζουν με ένα βρέφος που όλο γελάει γελάει γελάει…
`
*
5.
Εγώ εγεννήθηκα, να με φωνάζουν-εσύ…
Ω. όμορφη γυναίκα!
Αν δεν υπήρξε αυτή η γυάλινη μέρα,
Αν δεν υπήρχαν τα φορέματα σου,
τα πράσινα παπούτσια, οι κοντές ψιλές κάλτσες,
σαν να μην ήταν το στόμα σου,
η στοργική σου αναπνοή,
το ρόδινο σου στήθος,
τα μάτια σου, τα παράλια των χειλιών σου και οι λειμώνες του κορμιού σου
εγώ δεν ξέρω
ποια θα ήταν η μέρα μου.
Εγώ, βαδίζω αγάλι στο δάσος και
μιλάω στα χρόνια, που έγιναν πουλιά του δάσους
εγώ δεν έχω πια χρόνο να καθίσω
στη χλόη,
όπου ξαπλώνουν τα κοριτσάκια του έαρ, και
οι πατούσες των ποδιών
ιδρώνουν απ το περπάτημα.
Εγώ, βαδίζω αγάλι και
γράφω για σένα, όμορφη γυναίκα, για σένα
που τα μόρια μου αναστατώνεις
όσες φορές στριφογυρίζεις στο κρεβάτι, και
έπειτα
η φυγή σου μοιάζει
με το πέταγμα περιστεριού.
Εγώ, βαδίζω αγάλι, μες στη ζωή μου και
κάθε πρωί
υπογράφω με ασημένια γράμματα
την ημέρα γεννήσεως και
την ημέρα θανάτου μου.
Εγώ εγεννήθηκα, να με φωνάζουν-εσύ…

`

*

6.

Βαρυχειμωνιά…
Με ένα φλιτζάνι τσάι
ξυπνάω τη μέρα και πλησιάζω προς εσένα
καθώς τα όνειρα δραπετεύουν στις κοιλάδες του φεγγαριού.
Σε λίγο, θα είμαι καθ’οδόν…
Εσένα,
σου ξαναέρχονται ακόμα
στον ύπνο σου
οι χθεσινές σκηνές
και χαμηλώνεις τη φωνή σου μπροστά στα παιδιά,
τα οποία για σένα,
είναι πάντα ξύπνια, ακόμα και όταν κοιμάσαι.
Ποιος Θεός μπορεί να αντισταθεί μπροστά στην ομορφιά σου;
Κάνει κρύο έξω, κι εγώ με ένα φλιτζάνι τσάι
κουβαλάω όλη την πόλη στα μάτια μου
και ξεκινάω για να πάω μακριά,
τρέπομαι σε φυγή προς τις κοιλάδες του χιονιού…

`

*
7.
Έχω έναν ουρανό πάνω μου, στον οποίο πετάω
τις νύχτες σαν τον Εξυπερύ
εγώ είμαι εσύ.
Έχω έναν κάμπο και έχω φυτέψει
δεντρί πεύκων και ρόδα αειθαλή
εγώ είμαι εσύ.
Κρατάω ένα ποίημα στα δάχτυλα μου
σαν του Γκαρθία Λόρκα τον ποιητή
εγώ είμαι εσύ.
Το δικό μου αύριο έρχεται
από ένα μονοπάτι που μεσουρανεί
εγώ είμαι εσύ.
Όλες οι ήττες και οι ένδοξες νίκες
έχουν έναν προορισμό στη δικιά μου ζωή
εγώ είμαι εσύ.
Σε μια συναυλία, ανάμεσα σε εκατοντάδες τραγουδιστές
εγώ διακρίνω τη δικιά σου φωνή
εγώ είμαι εσύ.
Και στον ύπνο μου
όταν τα όνειρα με σκοτώνουν και με ανασταίνουν πάλι
εγώ είμαι εσύ.
Έλπίς και λαμπρή μαζί
για έναν άλλον κόσμο
εγώ είμαι εσύ.
Σε ένα δαχτυλίδι
που σε αθάνατο θνητό με διατηρεί
εγώ είμαι εσύ.
Αγκάλιασε με,στο φως της αυγής, ύστερα
κράτα μου σφιχτά το χέρι
και πήγαινέ με εκεί όπου ξαναγεννιέται ο Χριστός
εγώ είμαι εσύ.
Εγώ ξαναγεννιέμαι, για να αφήσω κοντά σου τη δικιά μου πνοή.
`
`

* O Agim Pipa είναι ένας σύγχρονος Αλβανός ποιητής