Μικρή περιπλάνηση

[KleineWanderung]

 

 

Σήμερα περπάτησα στα βουνά. Ο καιρός ήταν υγρός, η περιοχή όλη γκρίζα. Μα ο δρόμος ήτανε μαλακός και κατά τόπους πολύ καθαρός. Στην αρχή φόραγα το πανωφόρι μου∙ σύντομα όμως το ’βγαλα, το δίπλωσα και το έβαλα πάνω στον ώμο. Το ζωηρό περπάτημα στον υπέροχο δρόμο μού πρόσφερε όλο και μεγαλύτερην απόλαυση∙ τη μια ανηφόριζε και, παρακάτω, κατηφόριζε απότομα. Τα βουνά ήσαν πελώρια – μοιάζαν να φέρνουνε γύρο. Ολάκερος ο βουνόκοσμος μου φαινότανε σαν ένα τεράστιο θέατρο. Θαυμαστά φώλιαζε ο δρόμος μες στις βουνοπλαγιές. Έπειτα κατέβηκα σ’ ένα βαθύ φαράγγι, στα πόδια μου βρυχιόταν ένα ποτάμι∙ το τρένο, μεγαλόπρεπο, με προσπέρασε με μεγαλόπρεπο λευκόκαπνό. Σαν ακύμαντο, λευκό ρυάκι περνούσε ο δρόμος μεσ’ απ’ τον γκρεμνό, κι όπως προχώραγα μου φαινότανε σα να στρίβει και να κουλουριάζεται η στενή κοιλάδα γύρω απ’ τον ίδιο της τον εαυτό. Σύννεφα γκρίζα κάθονταν στα βουνά, σα να ξεκουράζονταν εκεί απάνω. Βρέθηκε μπρος μου ένα νεαρό εργατόπαιδο με σακίδιο στην πλάτη∙ με ρώτησε αν είχα ιδεί άλλα δυο παιδόπουλα. Όχι, είπα. Αν έρχομαι από μακριά; Ναι, είπα, και συνέχισα το δρόμο μου. Όχι πολύ αργότερα, είδα κι άκουσα δυο μικρούς περιπατητές να ’ρχονται κατά δώθε παίζοντας μουσική. Ένα χωριουδάκι ήταν εξαιρετικά όμορφο, με χαμηλά σπίτια πυκνοχτισμένα κάτω απ’ τις λευκές πλαγιές του βράχου. Συνάντησα μερικά κάρα, τίποτ’ άλλο, κι είδα και κανά δυο παιδιά στον επαρχιακό δρομάκο. Δε χρειάζεται να δει κανείς και τίποτα εξαιρετικό. Ήδη βλέπει τόσα πολλά…

 

 

*

 

Η θεά

[DieGöttin]

 

 

Διέσχιζα κάποτε, χαμένος σε σκέψεις, τον όμορφο κεντρικό δρόμο. Ήτανε κι άλλοι πολλοί που κάνανε κει τη βόλτα τους. Ο ήλιος έλαμπε τόσο χαρωπά. Τα δέντρα ήτανε καταπράσινα, γαλανός ο ουρανός. Δε θυμάμαι με ακρίβεια, αν ήτανε Κυριακή. Θυμάμαι μονάχα πως ολόγυρά μου υπήρχε κάτι γλυκό κι απαλό. Μα επρόκειτο ν’ ακολουθήσει κάτι ακόμα ωραιότερο: απ’ τον αβέβαιο, ελαφρό ουρανό κατέβηκε σύννεφο χιονόλευκο χαμηλά πάνω στο δρόμο. Το σύννεφο έμοιαζε με κύκνο μεγάλο και γεμάτο χάρη, ενώ πάνω στη απαλή, λευκή, αφράτη πλάτη του σύννεφου καθότανε, σε στάση ανάπαυσης, με το μπράτσο ανέμελα απλωμένο, γιομάτη πρόσχαρο μεγαλείο, μια γυμνή γυναίκα. Χαμογελούσε η θεά, κι όλοι όσοι την έβλεπαν νιώθανε την ανάγκη να της χαμογελάσουνε και κείνοι, μαγεμένοι απ’ την αξιέραστη ομορφιά. Ω, πως ακτινοβολούσανε στον ήλιο τα μαλλιά της! Με τα μεγάλα καλοσυνάτα μάτια της ατένιζε τον κόσμο, που παράλληλα τιμούσε με τη σύντομη, υψηλή της επίσκεψη. Το σύννεφο υψώθηκε στον αγέρα, ίδιο αεροπλάνο, και σε λίγο χάθηκε απ’ τα μάτια μου -κι από τα μάτια όλων των άλλων- το λαμπρό θέαμα. Τότε ο κόσμος πήγε στο παρακείμενο καφενείο, κι ιστορούσε ο ένας στον άλλο το θαυμαστό και πρωτοφανές περιστατικό. Ο ήλιος ακόμα έλαμπε χαρωπά, και χωρίς θεά.

 

*

Ο άνδρας

[DerMann]

 

 

Καθόμουνα μια φορά σ’ ένα εστιατόριο στην Πλατεία Φήμαρκτ. Εκεί κάθονται και λίαν εκλεπτυσμένοι κύριοι, όμως δε θέλω να μιλώ για εκλεπτυσμένους κυρίους. Οι εκλεπτυσμένοι κύριοι δεν προσφέρουν σχεδόν τίποτα το ενδιαφέρον. Θέλουνε να τους διασκεδάζεις, τη στιγμή που οι ίδιοι δεν είναι καθόλου διασκεδαστικοί. Ένας άντρας καθότανε σε μια γωνιά, που ’χε ένα ζωηρό, καλοσυνάτο, λεύτερο βλέμμα. Η ματιά του άγγιζε κάτι ασύλληπτα μακρινό, χώρες που δεν ήσαν καθόλου του κόσμου τούτου. Κατόπιν άρχισε να παίζει ένα είδος φλάουτου, κι όλοι όσοι κάθονταν στο κομψό ρεστοράν έστρεψαν προς αυτόν τη ματιά τους κι αφουγκράζονταν τη μουσική του. Σα μεγάλο, χαρωπό, γερό παιδί καθόταν εκεί ο άνδρας με τα λαμπερά του μάτια. Αφού τελείωσε το κοντσέρτο για φλάουτο, ήρθε με τη σειρά του ένα κλαρινέτο, που το ’παιζε και το κρατούσε με καθόλου λιγότερη δεξιοτεχνία απ’ ό,τι το φλάουτο. Έπαιζε σκοπούς πολύ απλούς, αλλά με τρόπο εξαιρετικό. Έπειτα έκανε τη στριγγιά φωνή του κόκορα, του σκύλουτο γαύγισμα, το νιαούρισμα της γάταςκαι το μουγκανητό της αγελάδας. Ήταν φανερό πως καλοκαρδιζότανε με τους διάφορους ήχους που απέδιδε με άριστο τρόπο, μα το καλύτερο ήρθε αμέσως μετά: έβγαλε μέσα από ένα καλάθι, που το ’χε βάλει κάτω απ’ το τραπέζι, έναν ποντικό κι έπαιζε με κείνονε τη μάνα με το καλό παιδάκι. Έδινε απ’ την μπύρα του στον ποντικό να πιει – όπου φάνηκε πως οι ποντικοί υπεραγαπούν την μπύρα. Ακόμα, έχωσε το ζώο, που οι λογικοί άνθρωποι τόσο έντονα αποστρέφονται, στην τσέπη του πανωφοριού του και, για φινάλε, το φίλησε στη μυτερή του μουσούδα, ενώ την ίδια στιγμή γελούσε πρόσχαρα. Μυστήριος ήτανε τούτος ο άνδραςμε το στοχαστικό, χαμένο βλέμμα στ’ αστραποβόλα του μάτια. Φιλόμουσος ήτανε και φιλόζωος. Πολύ παράξενος. Μου ’κανε εντύπωση βαθιά, που το λιγότερο που μπορώ να πω είν’ ότι θα διαρκούσε. Κι από πάνω, μιλούσε πολύ καλά γαλλικά.

 

 

(πηγή: WalserR., KleineDichtungen,KurtWolffVerlag, Leipzig1914)

`

                                               

                                                **********************************************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

 

 

Ο Ρόμπερ Βάλζερ είναι ένας σημαντικός, όσο και παραγνωρισμένος γερμανόφωνος Ελβετός συγγραφέας.

 

Η βιογραφία του είναι αινιγματική, όπως και τα (εν πολλοίς αυτοβιογραφικά) γραπτά του. Γεννήθηκε το 1878, στο καντόνι της Βέρνης. Το 1898 δημοσιεύτηκαν κάποια ποιήματά του. Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ενώ βιοποριζόταν με διάφορες χαμηλόμισθες δουλειές, έγραψε πολλά κείμενα, τα περισσότερα συντομότατα και ακαθόριστου λογοτεχνικού είδους. Συχνά, στα κείμενά του αποτύπωνε τις εμπειρίες του από τις ατέλειωτες, μοναχικές του περιπλανήσεις, στα βουνά ή μέσα στην πόλη. Το έργο του θαυμάστηκε από συγγραφείς όπως ο Κάφκα, ο Έσσε, ο Μούζιλ.

Χωρίς σταθερό τόπο διαμονής, έζησε και έγραψε σε διάφορα μέρη της Ελβετίας και της Γερμανίας.

 

Η οικογένειά του είχε βαρύ ιστορικό ψυχικών διαταραχών, και ο ίδιος δυστυχώς δεν γλίτωσε. Καθώς πλησίαζε τα σαράντα, και μέσα στην απειλητική ατμόσφαιρα του πρώτου μεγάλου πολέμου, ο Ρόμπερτ απομονωνόταν όλο και περισσότερο. Το έργο του, το οποίο ο ίδιος έγραφε τώρα με μικροσκοπικά, κωδικοποιημένα «μικρογράμματα»με μολύβι, γινόταν ολοένα πιο αφηρημένο και κρυπτικό, ενώ πλέον ο συγγραφέας είχε σχεδόν ξεχαστεί. Η δραστηριότητα αυτή, πάντως, συνεχίστηκε αμείωτη μέχρι περίπου της παραμονές του δεύτερου μεγάλου πολέμου, αν και ο συγγραφέας είχε κλειστεί από το 1929 σε άσυλο με συμπτώματα σχιζοφρένειας – κυρίως παραισθήσεις. Στην τελευταία περιπλάνησή του, στο δάσος γύρω από κάποιο άσυλο, βρέθηκε νεκρός πάνω στο χιόνι, ανήμερα Χριστούγεννα του 1956.

 

Όπως ήδη αναφέρθηκε, το θέμα της περιπλάνησης επανέρχεται τόσο στα λίγα μυθιστορήματά του όσο και στα σύντομα κείμενά του, που αρχικά ονόμασε KleineDichtungen (μικρά ποιήματα) και αργότερα Prosastücke ή Kurzprosastücke ή KleineProsa (μικρά πεζά). Ας σημειωθεί ότι παρόμοια σύντομα κείμενα έγραψε την ίδια περίπου εποχή και ο Κάφκα, όμως (όπως είναι φανερό και από τα τρία κείμενα που δημοσιεύονται εδώ) ο τόνος του Βάλζερ είναι σαφώς πιο εύθυμος.Στα κείμενά αυτά, ο μοναχικός flâneur, ή καλύτερα Wanderer ακολουθεί -κυριολεκτικά- τα βήματα της γερμανικής φυσιολατρικής, και φιλολογικής, παράδοσης τηςWanderung.

 

Τούτη η Wanderung υπήρξε αληθινά χάρις όσο και βαρύ πεπρωμένο για κάποιους σπουδαίους «αλαφροΐσκιωτους», στον γερμανικό χώρο, άλλα και αλλού: να ήταν η συνεχής φυγή αποτέλεσμα του ατίθασου ψυχισμού τους -ή μήπως απόπειρα διαφυγής από το πεπρωμένο που οι ίδιοι διαισθάνονταν ότι μετράει αντίστροφα;Έτσι διέσχισε, λοιπόν, εκατό χρόνια πριν από τον Βάλζερ, ο Χαίλντερλιν τη Γαλλία με τα πόδια, όταν τον «χτύπησε ο Απόλλων»∙ έτσι περιπλανήθηκεστα όρη της πατρίδας του, όταν δεν αποδρούσε σε χώρες μακρινές, ο μεγάλος Ιταλός ποιητής Ντίνο Καμπάνα, σε εκπληκτικά παράλληλη με τον Ελβετό άγνωστο «αδελφό» του χρονική διαδρομή- κι εκεί έγραψε ταορφικά του άσματα∙ έτσι κι ένας δικός μας φυγάς από την ασφυκτική εντόπια αριστοκρατία, ο ζωγράφος Νίκος Δραγούμης, περιφερόταν, συχνά ως πρώιμος γυμνιστής, φτάνοντας με τα πόδια από τη γαλλική επαρχία όπου ζούσε και δημιουργούσε, στην Ανδόρρα και στην Ισπανία. Και οι τέσσερις, λίγο μετά, εγκλείστηκαν∙ώστε έπαυσε, πια, η περιπλάνηση… Μόνο που ο Ρόμπερτ, αεικίνητο φάσμα, πάνω στα χιόνια «άσπρισεν όλος κι εκοιμήθη» – σκηνή που είχε προαναγγελθεί σε ένα του μυθιστόρημα∙ σκηνή που αναπόφευκτα παραπέμπει τον Έλληνα αναγνώστη στο τέλος του παπαδιαμαντικού ήρωα, στο διήγημα «Έρωτας στα χιόνια».

 

Οι «μικρές περιπλανήσεις», πάντως, δίνουν τόση χαρά στον συγγραφέα μας, ώστε «δε χρειάζεται να δει κανείς και τίποτε εξαιρετικό», ώστε να νιώσει πλήρης – και να ολοκληρώσει παράλληλα ένα ελάχιστο αλλά πλήρες κείμενο. Οι σύντομες συναντήσεις με απρόβλεπτους περιπατητές ή άλλους γοητευτικούς αταίριαστους -σαν τον ίδιο- τον καλοκαρδίζουν∙ μόνο οι συμβατικοί τον στενοχωρούν λίγο, αλλά κι αυτούς γρήγορα τους προσπερνά, καθώς «έχει τόσα να δει κανείς». Πράγματι, μπορεί άξαφνα να γίνει και θεόπτης, και μάλιστα όχι στα όρη, όπως ο Ηλίας ή ο Μωυσής, αλλά μέσα «στον όμορφο κεντρικό δρόμο»: εκεί άφησε τα χνάρια απ’ τα αβρά της πόδια η φευγαλέα θεϊκή παρουσία – αλλά και μέσα στη σελίδα που φιλοξενεί το σύντομο κείμενο. Παραίσθηση που προηγείται της επερχόμενης τρέλας; Μα, ο ίδιος βεβαιώνει πως όλοι την είδαν και έπειτα μιλούσαν, έκθαμβοι, για κείνη∙ κι εμείς δεν έχουμε κανέναν λόγο να μην τον πιστέψουμε…

 

 

 

a