Από το 1975 ώς το 1996, από τον Εουτζένιο Μοντάλε ώς τη Βισλάβα Συμπόρσκα, οι ποιητές που τιμήθηκαν με το Βραβείο Νομπέλ φτάνουν τους δέκα – σχεδόν ο ένας στους δύο που το έλαβαν. Από το 1997 έως σήμερα βραβεύθηκε ένας μόνο, κι αυτός Σουηδός, ο Τούμας Τρανστραίμερ. Το νούμερο δεν είναι τυχαίο. Μέσα σε λιγότερο από μια εικοσαετία, η ποίηση πράγματι ξέπεσε διεθνώς εντυπωσιακά. Από πρωτεύον λογοτεχνικό είδος έγινε ενασχόληση του περιθωρίου.

Για να καταλάβει κανείς το γιατί, μια ιδέα θα ήταν ν’ ανατρέξει στους βραβευθέντες της παλιάς ακμής. Σε ονόματα λ.χ. όπως του Οκτάβιο Πας και του Οδυσσέα Ελύτη, του Ιωσήφ Μπρόντσκι και του Τσέσλαβ Μίλος, του Ντέρεκ Ουώλκοττ, του Γιάροσλαβ Σάιφερτ. Φυσιογνωμίες εμβληματικές για τη χώρα και για τη γλώσσα τους, υπήρξαν όλοι τους δημιουργοί που έδωσαν φωνή όχι μόνο στο εγώ αλλά και στις συλλογικές περιπέτειες του 20ού αιώνα.

Ο Σέημους Χήνυ, ο Ιρλανδός νομπελίστας που γεννήθηκε σαν σήμερα πριν από 80 χρόνια, είναι ένας απ’ αυτούς. Στο έργο του συναντούμε τις αρετές που ώς χθες ακόμη έκαναν την ποίηση τέχνη περίοπτη και σημαντική. Το δέσιμο με την ιστορική στιγμή και τον τόπο, πρώτ’ απ’ όλα. Γέννημα του καθολικού Βορρά, ο Χήνυ δεν έπαψε ποτέ να βλέπει τους Βρετανούς ως επείσακτους. Για τα ποιήματά του γύρω από τον πόλεμο στην Βόρειο Ιρλανδία οι πολιτικώς καθώς πρέπει τον κατηγόρησαν ενίοτε ως εθνικιστή, κάποτε και ως «απολογητή της βίας». Όταν του πρότειναν τη θέση του «δαφνοστεφούς ποιητή» στο Ηνωμένο Βασίλειο, αρνήθηκε κοφτά. Δεν ήθελε καν να τον περιλαμβάνουν στα ανθολόγια της βρετανικής ποίησης. Σ’ έναν Λονδρέζο εκδότη που το έκανε απάντησε έμμετρα και σκωπτικά:

Που δεν το εγκρίνω, μην εκπλαγείς –
για να το ξέρεις, είμαι Ιρλανδός.
Και εις υγείαν του Στέμματος
ποτέ δεν πίνουμε εκεί πέρα εμείς.

Μυθολόγος της ιρλανδικής περιπέτειας, ο Χήνυ ήταν συγχρόνως σπουδαίος story-teller, πολλά ποιήματά του δεν είναι παρά μικρά αφηγήματα μοναδικής δύναμης. Ο ίδιος ζούσε μέσα στην ποιητική παράδοση – γαελική και αγγλόφωνη, αρχαία, μεσαιωνική και σύγχρονη. Μετέφρασε το Beowulf, διασκεύασε τον Φιλοκτήτη του Σοφοκλή, εμπνεύστηκε από τον Αισχύλο, έγραψε υπέροχα δοκίμια για επιφανείς συναδέλφους του. Θαύμαζε και αγαπούσε τους Έλληνες ποιητές, τον Σεφέρη, τον Καβάφη, τον Άγγελο Σικελιανό. Τεχνίτης απ’ τους λίγους, έπαιζε στα δάχτυλα το ποιητικό νόου χάου – μέτρα, τρόπους, μορφές. «Ρίμες ταιριάζω / το πρόσωπό μου για δω, τον ζόφο για να κάνω ν’ αποκτήσει ηχώ», λέει καπου χαρακτηριστικά.

Το πιο σπουδαίο: ο Χήνυ υπήρξε ποιητής για τους πολλούς. Δημοφιλής όσο κανείς απ’ τον καιρό του Λάρκιν, δεν κλείστηκε στα αυτάρεσκα τείχη της συντεχνίας. Κάποιοι του στίχοι, γραμμένοι με τη χάρη και την ελαφράδα του τραγουδιού, αλλά και μ’ όλη την σοβαρότητα του ανθρώπου που έχει στοχαστεί βαθιά την ανθρώπινη κατάσταση, έγιναν έπεα πτερόεντα στον αγγλόφωνο κόσμο. Γράφει λ.χ. στο The Cure at Troy:

Οι άνθρωποι πονούν,
τον άλλο τυραννούν,
πληγώνονται, πληγώνουν.
Κανείς στίχος, σκοπός
δεν σβήνει εντελώς
όσα τελούν και βιώνουν.

Λένε ότι τα βιβλία του πουλούσαν τα διπλάσια αντίτυπα απ’ όλους τους άλλους εν ζωή ποιητές της Βρετανίας και της Ιρλανδίας μαζί. Διόλου παράδοξο. Η ποίηση ξέρει να βρίσκει το κοινό της όποτε έχει πράγματι κάτι να πει.

`

***********************************

Τρία ποιήματα του Σέημους Χήνυ

LIMBUS PUERORUM

Στο Μπαλλυσάννον χθες το βράδυ
ψαρέψανε ένα νεογνό
στα δίχτυα μέσα με τον σολωμό.
Νόθα κι εξώγαμη σπορά.

Ένας μικρούλης που και πάλι
τον ρίξαν στα νερά. Το ξέρω ωστόσο,
όταν εκείνη στα ρηχά
πήρε γλυκά να τον βυθίζει

ωσότου πια δεν ένιωθε
τους ξυλιασμένους της καρπούς,
αυτός, ψάρι μικρό στ’ αγκίστρι,
τα σωθικά της έσκιζε στα δυο.

Σύρθηκε αυτή στον δρόμο της
κάτω από τον σταυρό της,
σύρθηκε έξω με τα δίχτυα αυτός.
Όλος ο Άδης ο δικός τους πια

θα είναι η απόμακρη άρμη,
εκεί που φέγγουν παγερά οι ψυχές.
Κει δεν ψαρεύει ούτε ο Χριστός·
οι αγιάτρευτες παλάμες του πονούν.

Limbus puerorum (αγγλ. Limbo, απ’ όπου και ο τίτλος του ποιήματος στο πρωτότυπο) ονομάζουν οι καθολικοί τις παρυφές του Άδη όπου πηγαίνουν οι ψυχές των αβάπτιστων νηπίων. Το ποίημα σχολιάζει το μεγάλο ηθικό και κοινωνικό ζήτημα που ήταν, και είναι ακόμη, οι εκτρώσεις σε μια χώρα βαθιά καθολική όπως η Ιρλανδία.

~ . ~

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΣ ΕΛΙΚΩΝΑΣ

για τον Μάικλ Λόνγκλεϋ

Παιδί, ήταν αδύνατο να με κρατήσουνε μακριά από τα πηγάδια,
απ’ τα μαγκάνια, απ’ τους κουβάδες, τα παλιά στροφεία.
Με τράβαγε το μαύρο βάθος τους, ο δέσμιος ουρανός,
η οσμή απ’ τα μούσκλα, τις λειχήνες, τα μουσκεμένα βρύα.

Κάποιο, σ’ ένα τουβλάδικο, είχε στειλιάρι σαπισμένο.
Πόσο το χάρηκα όταν σκίστηκε με πάταγο στη μέση
και πήρε να γκρεμίζεται ο κουβάς μ’ όλο του το σκοινί.
Δεν έβλεπες καν ανταύγεια πια, τόσο βαθιά είχε πέσει.

Ένα άλλο που έχασκε ρηχό μες σ’ ένα πέτρινο ξερό χαντάκι
γεννοβολούσε λες κι έκρυβε ένα ενυδρείο σωστό από κάτω.
Όταν ξετρύπωνες τις ρίζες τις μακριές απ’ τα σαπρόφυλλα
έβλεπες να αιωρούνται άσπρες κεφαλές πάνω απ’ τον πάτο.

Άλλα κάνανε αντίλαλο, σου αντιγυρίζαν τη φωνή σου
με νέα μέσα τους άπεφθη μουσική. Και σ’ ένα τρίτο αλλού
μ’ έπιανε πάντα τρόμος. Εκεί αρουραίος μια φορά
μέσ’ απ’ τις φτέρες και τα κορακόχορτα μου ράπισε τον νου.
Τώρα έχω πάψει πια να ψαχουλεύω ρίζες, ν’ αναδεύω λάσπες,
την άνοιξη όπως Νάρκισσος γουρλωμένος να κοιτώ.
Η θέση, η ηλικία μου τέτοια δεν τα επιτρέπει. Ρίμες ταιριάζω
το πρόσωπό μου για να δω, τον ζόφο για να κάνω ν’ αποκτήσει ηχώ.

Από τα γνωστότερα ποιήματα του Χήνυ, ποίημα αναπόλησης της παιδικής ηλικίας και ποιητικής εν ταυτώ.

~ . ~

ΔΕΣΦΙΝΑ

Ο Παρνασσός των βάρδων στον ορίζοντα
γαλήνιος, τίτλους τού πλάθαμε στα γαελικά:
Slieve na mBard, Knock Filiocht, Ben Duan,
με χόρτα ή φάβα μπουκωμένοι ή ταραμά
πίνοντας ούζο σ’ ένα αυλόγυρο το δείλι
χωρίς ν’ ακούμε τάχα την Πυθία τη στρίγγλα
που ξεμαλλιάρα τσίριζε απ’ το μαγερειό.
Μετά τραβήξαμε προς τη Δεσφίνα
μπας κι ησυχάσει. Και δώσ’ του ρετσίνα,
κι αθερίνα, και πατάτες στο τηγάνι, και ντολμάδες.
Ένιωθα αιθέριος, σουρωμένος, βόρειος βέρος,
σαν ξεχυθήκαμε κατά τον ελαιώνα
απ’ τις φουρκέτες της οδού βουστροφηδόν
με πατητή την κόρνα μας στη διαπασών.

Ο Χήνυ λογοπαίζει πλάθοντας κέλτικα προσηγορικά για τον Παρνασσό: “Slieve na mBard” (ιρλανδικά) όρος των βάρδων, “Knock Filiocht” (ιρλανδικά) λόφος της ποίησης, “Ben Duan” (σκωτικά) βουνό του τραγουδιού. Επίσης συγχωνεύει στην μορφή της μάντισσας την δελφική Πυθία με το ανάλογό της στην ιρλανδική μυθολογία («cailleach»). Το ποίημα ανήκει στη σειρά των «Σονέτων από την Ελλάδα» (2000).