`

Έτσι, λοιπόν, θα το πάμε; Θα χρησιμοποιούμε ή θα κρυβόμαστε πίσω από τις λέξεις για να κατηγορήσουμε ή να δικαιολογηθούμε; Θα καταναλώσουμε αστοχα και την τελευταία ρανίδα νοήματος που έχουν οι μεγάλες ιδέες, που μετουσιώνονται σε λέξεις, για να επιχειρηματολογήσουμε σε αυτόν τον αδίστακτο αγώνα (μονο)λόγων; Θα ξεζουμίσουμε κάθε  σημασιολογικό φορτίο που κουβαλούν στις πλάτες τους οι συνδυασμοί αυτών των εικοσιτεσσάρων γραμμάτων, που σαν μυρμηγκάκια υπομένουν καρτερικά το νοηματικό τους άχθος -ως βάρος ή/και λύπη- χρόνια, δεκαετίες, αιώνες τώρα, απλώς και μόνο για να αυξηθεί η επισκεψιμότητα/ αναγνωσιμότητα του μέσου με το οποίο τις διατυπώνουμε;

Μέσα σε λίγους μήνες γεράσαμε λέξεις όπως «δημοκρατία», «φασισμός», «ρατσισμός», «σεξισμός», «διακρίσεις», «ηθική», «νομιμότητα», «διαπόμπευση», «πένθος»,  «πάθος», «φόβος», -για να αναφέρω ενδεικτικά μερικές- ξοδεύοντάς τες απερίσκεπτα, αλόγιστα, ανιστόρητα, καταχρηστικά. Αντί να λειτουργούν ως ερμηνευτικά εργαλεία, τις σπαταλάμε ως κατηγορίες, λασπολογίες, προπαγάνδα, παραπληροφόρηση, ως μέσο εντυπωσιασμού, εξυπνακισμού, χαριεντισμού κ.ό.κ. Κάθε μέρα και μια λέξη εξασθενεί μέσα από τη βίαιη χρήση της και η ζωή μας «συγγενεύει» όπως έγραφε ο Φουκώ στο «Οι λέξεις και τα πράγματα» (μετφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. γνώση, 1986) «με τη βαθειά ενόχληση εκείνων πού έχει καταστραφεί η γλώσσα τους: πού έχουν απωλέσει την «κοινότητα» ανάμεσα στον τόπο και στο όνομα. Ατοπία. Αφασία».  Κι αν ο Μαλαρμέ απαντώντας στον Νίτσε δήλωνε σθεναρά ότι «εκείνος πού μιλάει είναι η ίδια η λέξη, στη μοναξιά της, στην εύθραυστη δόνησή της, στο μηδέν της — όχι το νόημα της λέξης, αλλά το αινιγματικό και αβέβαιο “είναι” της», ο Σατρ έγραφε: «Οι λέξεις κατέγραφαν τα πράγματα, μετατρέποντας τις πράξεις σε ιεροτελεστίες και τα γεγονότα σε τελετές».

Εμείς  διανύουμε ταυτόχρονα την ντεριντιανή αποδόμηση και τη βεμπεριανή απομάγευση των λέξεων στην πιο οδυνηρή εκδοχή τους. Τη χρησιμοθηρία τους άνευ περιεχομένου. Έτσι, λοιπόν, θα το πάμε;