Ο μπαμπάς πάντα πίστευε πως είχε πολλά ταλέντα. Πέρα από το ταλέντο του στο κρασί, το μαγείρεμα, το ποδόσφαιρο και τον μπαξέ, κάποια στιγμή κατάλαβε ότι είχε ένα επιπλέον έμφυτο ταλέντο στο να εκπαιδεύει κυνηγόσκυλα. Η αλήθεια είναι πως είχαμε ένα καλόβολο Επανιέλ εφτά χρονών που του έκανε παρέα τις λίγες φορές που θα γυρνούσε στο σπίτι με μια μπεκάτσα ή ένα ορτύκι. Η μαμά πίστευε πως αυτές οι σπάνιες στιγμές δόξας του μπαμπά οφείλονταν περισσότερο στο φιλότιμο του σκύλου και λιγότερο στα κρυφά του ταλέντα. Ωστόσο αυτός απτόητος συνέχιζε να μιλάει και να περιγράφει στη δουλειά του τις τεχνικές που είχε ανακαλύψει πάνω στην εκπαίδευση.

Ο μπαμπάς δούλευε σε ένα μεγάλο νοσοκομείο χωρίς να έχει σχέση με τα ιατρικά. Ήταν ο υπεύθυνος λεβητοστασίου στην πίσω πλευρά του τεράστιου οικοδομήματος και πέρα από κάθε έλεγχο. Τεχνικό προσωπικό, μάγειρες, γιατροί και νοσοκόμες έκαναν τη στάση τους στο πόστο του καθημερινά για να πιουν τον καφέ τους ή το τσιπουράκι τους και να κουτσομπολέψουν. Λίγο πολύ όλοι περνούσαν από εκεί, εκτός από τον Γενικό Διευθυντή.

Ο Γενικός Διευθυντής είχε δύο μεγάλα πάθη, σύμφωνα με τον μπαμπά. Το ένα ήταν η διοίκηση. Το άλλο ήταν το κυνήγι. Σε κανένα όμως από τα δύο δεν είχε ιδιαίτερη επιτυχία, όπως έλεγαν πονηρά δυο-τρεις γιατροί που ανήκαν στον ίδιο κυνηγητικό σύλλογο μαζί του. Γνώριζαν από πρώτο χέρι ότι ξόδευε ένα κάρο λεφτά για ειδικές τροφές, εμβόλια, φάρμακα, συμπληρώματα και βιταμίνες, αλλά οι σκύλοι του είχαν πάντα μέτριες επιδόσεις. Ο Γενικός Διευθυντής σίγουρα δεν πίστευε πως ένα αμόρφωτος χωριάτης σαν τον μπαμπά θα ήταν καλύτερος από τον ίδιο στην λεπτή και επίπονη διαδικασία της εκπαίδευσης ενός κυνηγόσκυλου, ωστόσο κάπου είχε διαβάσει για τις ευεργετικές ιδιότητες που είχε ο αέρας της εξοχής και το χωριάτικο κλίμα ώστε να αναπτυχθούν τα φυσικά ένστικτα των σκύλων. Ή τουλάχιστον έτσι είπε στον μπαμπά, όπως μας ανακοίνωσε το ίδιο βράδυ. Χωρίς περιστροφές ο Διευθυντής εμφανίστηκε στο λεβητοστάσιο και του ανέθεσε την ανατροφή ενός καθαρόαιμου κουταβιού αξίας 2.000 ευρώ. Του τόνισε μάλιστα πως αν το Κόκερ Σπάνιελ αποδειχθεί τόσο καλό όσο φημίζεται, ε τότε σίγουρα ο κυνηγητικός σύλλογος των βορείων προαστίων θα είχε ανάγκη από ένα νέο μέλος.

Δεν είχα ξαναδεί τον μπαμπά τόσο ενθουσιασμένο. Την επόμενη μέρα σήκωσε ολόκληρη την αυλή στον αέρα. Κάτω από το κατσούφικο βλέμμα της μαμάς ξήλωσε τον μισό μπαξέ, έσφαξε όλες τις κοτούλες μας γιατί κουβαλούσαν μικρόβια και πλήρωσε να έρθει μπουλντόζα για τα μπάζα και μάστορας για να φτιάξει τον χώρο που θα φιλοξενούσε το κουτάβι. Αγόρασε τις πιο ακριβές τροφές, με δικά του έξοδα φυσικά για να μην επιβαρύνει τον Διευθυντή, κι έκανε πρόβα τα ανέκδοτα που θα έλεγε με το που έμπαινε στον πιο διάσημο σύλλογο.

Το Κόκερ έφτασε μετά από λίγες μέρες και ήταν ότι πιο όμορφο είχα δει στη ζωή μου. Μικρό, χνουδωτό και παιχνιδιάρικο. Ο μπαμπάς ασχολήθηκε μία βδομάδα μαζί του και μετά το παράτησε. Έλεγε πως δεν ήταν έτοιμο ακόμα για εκπαίδευση. Πολύ σύντομα επέστρεψε σε ότι είχε μείνει από το μπαξέ του και στα τσιπουράκια του. Εγώ από την άλλη είχα ενθουσιαστεί. Ονόμασα το κουτάβι Ντίντι και το έβαζα να πίνει τσάι με τα αρκουδάκια μου. Όταν του έδινα μπισκοτάκια κουνούσε την ουρά του και ξάπλωνε ανάποδα για να του χαϊδέψω την κοιλιά. Μέχρι το τέλος του καλοκαιριού μπορούσε άνετα να μου γλείφει τα μάγουλα δίχως να σηκώνεται στα πισινά του πόδια.

Κάπου στα τέλη του Σεπτέμβρη ο Διευθυντής αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να αναλάβει τον σκύλο του κι εμφανίστηκε απροειδοποίητα στην πόρτα του σπιτιού μας. Ο μπαμπάς τον οδήγησε στο πίσω μέρος της αυλής που καθόμουν εγώ με τον Ντίντι.

“Χανς!Εδώ!” φώναξε, αλλά ο Ντίντι δεν έλεγε να κουνηθεί κι ο Διευθυντής σήκωσε τα φρύδια του τόσο ψηλά που με τρόμαξε. Ο μπαμπάς ήρθε με δύο βήματα κοντά μου και άρπαξε τον σκύλο απ’ το κολάρο του. Ο Ντίντι έβγαλε ένα γρύλισμα που ευτυχώς έκανε τα φρύδια του Διευθυντή να κατέβουν.

“Άγριο τον έκανες. Μπράβο!” του είπε και εξέτασε τον σκύλο από πάνω μέχρι κάτω.
Στο μεταξύ εγώ είχα αρχίσει να βουρκώνω, παρόλο που πολλές φορές η μαμά με είχε προειδοποιήσει πως η μέρα αυτή θα ερχότανε. Ο μπαμπάς από την άλλη, φανερά χαρούμενος, έφερε την καραμπίνα του κι έριξε μία βολή στον αέρα για να το γιορτάσουμε. Για πότε ο Ντίντι κρύφτηκε πίσω από τα πόδια μου, κανείς μας δεν το κατάλαβε. Αυτή ήταν για εμένα η χαριστική βολή και άρχισα να κλαίω.

“Όχι! Μη μου πάρετε τον Ντίντι μου! Είναι το σκυλάκι μου!” και ο μονόλογός μου συνεχίστηκε με διάφορα τέτοια παράπονα και ικεσίες.

Ο Διευθυντής κοκκίνισε μέχρι τ’ αυτιά. Κοίταξε πρώτα εμένα, μετά τον σκύλο ανάμεσα στα πόδια μου, ύστερα τη μαμά που είχε βγει από ώρα στο μπαλκόνι και μας κοιτούσε με σταυρωμένα τα χέρια και τέλος τον μπαμπά. Εκεί το βλέμμα του στάθηκε λίγο παραπάνω.

“Μα πόσο μαλάκας είσαι τέλος πάντων; Δύο χιλιάρικα για να μου φτιάξεις ένα σκυλάκι καναπέ; Γαμώ κι εσένα και τον χωριάτικο αέρα σου μαζί” είπε κι έφυγε απότομα.

Εκείνο το βράδυ ο μπαμπάς δε με μάλωσε, αν και περίμενα πως θα το κάνει. Η μαμά από την άλλη ήταν πολύ κεφάτη και με άφησε να μην κάνω μπάνιο και να φάω γλυκό πριν τον ύπνο.

Χρειάστηκε να περάσουν πέντε μήνες για ν’ αρχίσει ο μπαμπάς πάλι τα τσιπουράκια του στη δουλειά και ένας χρόνος για να πάει στο κυνήγι. Κάποια στιγμή αποφάσισε να πάρει μαζί του και τον Ντίντι, ο οποίος αποδείχτηκε άσσος κι έκανε τον μπαμπά έναν απ’ τους καλύτερος κυνηγούς της περιοχής. Εμένα αυτό με ανησυχούσε πολύ και ρωτούσα συνέχεια τη μαμά αν αυτό σημαίνει πως θα έρθουν τελικά να μας πάρουν τον Ντίντι. Η μαμά όμως μου έλεγε να μην ανησυχώ γιατί ο μπαμπάς δε μιλούσε ποτέ στη δουλειά του για κυνήγι.