Τρίτη γεννήθ’ ο Διγενής…

Η Τρίτη εδώ δεν εκφράζει απλώς τη γνωστή μέρα της εβδομάδας – είναι κάτι πολύ περισσότερο, αλλιώς γιατί να διαλέξει τη συγκεκριμένη μέρα ο ποιητής; Γιατί την Τρίτη; Το πρώτο που έρχεται στο μυαλόείναι: για λόγους ρυθμού· όμως το ίδιο ακριβώς ρυθμικό αποτέλεσμα θα είχε και η λέξη/μέρα: Πέμπτη. Θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν:Πέμπτη γεννήθ’ ο Διγενής και Πέμπτη θα πεθάνει.Και μάλιστα, ηχητικά τουλάχιστον, θα είχαμε ένα πιο πομπώδες-επικό ύφος. Άρα, κι αφού εξαιρέσουμε την περίπτωση να έγινε κατά τύχη η επιλογή, θα πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος που επιλέχθηκε η αυτή μέρα – η Τρίτη.

Και πράγματι, η Τρίτη δεν υποδηλώνει, απλώς, την τρίτη μέρα της εβδομάδας και άρα δεν λειτουργεί μόνον ως τακτικό αριθμητικό ή κύριο όνομα, αλλά χρησιμοποιείται και λειτουργεί ως η μεταφορική σημασία του Άλλου· τρίτος είναι πάντα ο άλλος – αυτός που είτε δεν είναι ο ένας από τους δύο σε μία σχέση (το τρίτο πρόσωπο), είτε είναι αυτός που δεν ανήκει σε έναν από τους δύο, πάντοτε, πόλους, δεν είναι δηλαδή το αντίπαλον δεός κανενός, αλλά μία τρίτη δύναμη, ουδέτερη – που δεν έχει άλλον όμοιό της και άρα αντάξιό της – αντίπαλο ή φίλο, ή, τέλος, αυτός που είναι η ένωση δύο συνισταμένων και προβάλλει ως το αποτέλεσμα αυτών (το τρίτο είδος). Άρα το γεγονός ότι ο Διγενής γεννήθηκε Τρίτη, μας ειδοποιεί για τα εξής: Πρώτον: πράγματι είναι απόγονος διπλής καταγωγής· από πατέρα Άραβα και μητέρα Ελληνίδα. Είναι, δηλαδή, μια σύμμιξη δύο ετερογενών στοιχείων, τα οποία εφόσον ενώθηκαν δημιούργησαν κάτι νέο – το τρίτο είδοςστο οποίο αναφερθήκαμε πρωτύτερα· και ίσως αυτή να είναι και η αιτία της υπερφυσικής του δύναμης – το πάντρεμα δύο αιμάτων, δύο πολιτισμών, ίσως να ήτανε εντέλει αυτό που του παρείχε, προσθετικά, τις δυνάμεις και των δύο. Δεύτερον: Η υπερφυσική δύναμη του Διγενή μάς δείχνει, ακριβώς, ότι δεν είχε ούτε αντάξιο αντίπαλο ούτε και αντάξιο συμπολεμιστή, γι’ αυτό και πάντοτε πολεμά μονάχος. Κι ενώ είναι ακρίτας και θα έπρεπε να μάχεται τους Άραβες στα σύνορα της αυτοκρατορίας, αυτός τα βάζει κυρίως με δράκους, αγρίμια, την Πρωταμαζόνα Μαξιμώ κι εντέλει με τον Χάροντα. Πάντοτε για προσωπικούς του λόγους πολεμά, δεν ανήκει σε κανένα στρατόπεδο· τους απελάτες ψάχνει να γνωρίσει και να γίνει ένας απ’ αυτούς (οι απελάτες ήταν άτακτοι πολεμιστές, συνήθως Άραβες, ληστές και ζωοκλέφτες, δεν πολεμούσαν δηλαδή εξ ονόματος κάποιου άρχοντα ή κάποιου ιδεώδους και ζούσαν, θα λέγαμε, μια κλέφτικη, πειρατική ζωή).  Έτσι λοιπόν ο Διγενής είναι ουδέτερος(όχι παθητικός, αλλά δυναμικός) και μοναχικός πολεμιστής-ήρωας και ιππότης, που τον ενδιαφέρει η προσωπική διάκριση, δεν πολεμά για την αυτοκρατορία ούτε για τον βασιλιά, παρά για δικούς του λόγους, προσωπικούς, ερωτικούςκυρίως και τιμής,και τον ενδιαφέρουν τα ηρωικά κατορθώματα και ανδραγαθήματα γιατί είναι παλληκάρι με δύναμη υπερφυσικήτην οποία, σύμφωνα με την μεσαιωνική/ιπποτική παράδοση κι αντίληψη, την θέτει, ενίοτε, στην υπηρεσία τωναδυνάτων κι όχι για να υπηρετήσει κάποιον άρχοντα ή σκοπό. Θυμίζει βέβαια τον Ηρακλή και τον Αχιλλέα, αλλά και άλλους μεσαιωνικούς ήρωες και ιππότες της Δύσης. Άνθρωπος της δράσης, ελεύθερος από ιδεοληψίες κι εξουσίες αλλά και πάντοτε μαχόμενος τους προσωπικούς τους, πρωτίστως, δαίμονες. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά μάς τα υποδηλώνει η μέρα που γεννήθηκε· ο Διγενής χαρακτηρίζεται και δϊέπεται από τη σφραγίδα αυτής της «ιδέας-μέρας» – της Τρίτης. Είναι ο Τρίτος, ο Άλλος, αυτός που όμοιός του δεν υπάρχει άλλος κανείς.

 

…και Τρίτη θα πεθάνει.

Τι εννοεί ο ποιητής; Γιατί ο Διγενής θα πρέπει να πεθάνει την ίδια μέρα που γεννήθηκε; Πολύ απλά, διότι αν πεθάνει άλλη μέρα, πάει να πει πως αλλαξοδρόμησε, πρόδοσε την ψυχή του, αλλοτριώθηκε, διεφθάρη, «αλλαξοπίστησε», έπαψε να είναι αυτός που ήταν. Άρα ο Διγενής θα πεθάνει αλώβητος από επίκτητα αλλοιωτικά στοιχεία. Δεν «λεκιάστηκε», δεν λερώθηκε απ’ τον επίγειο κόσμο κι απ’ τις κοινωνίες και αγορές ούτε απ’ τις επιταγές των διαφόρων ανθρώπων και συμβάσεων. Παρέμεινε ο εαυτός του μέχρι το τέλος. Σαν άλλος Σωκράτης ή Χριστός, δεν πούλησε το προσωπικό του ιδεώδες – ήπιε το κώνειο και το ποτήριον τούτο μέχρις εσχάτων. Και δεν σηκώνει κουβέντα εκεί. Δεν λέει πρέπει· έτσι θα γίνει – θα πεθάνει Τρίτη. Πρόκειται για αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Πρόκειται όμως και για μια απαίτηση κι εντολή του Λαού, εφόσον δημοτικό τραγούδι είναι. Ο Λαός λέει, δηλαδή, στους ήρωές του ότι: θα φανεί αν πράγματι ήσουν ήρωας, όταν πεθάνεις, κι εφόσον πεθάνεις όπως έζησες. Στο μαρμαρένιο αλώνι της ζωής, ο θάνατος το κριθέν όλων. Είναι το Μηδένα προ του τέλους μακάριζε, του Σόλωνα. Στο τέλος θα φανεί αν αξίζεις να αφηρωιστείς. Τι θα ήταν ο Σωκράτης αν διέφευγε–όπως και μπορούσε να το κάνει– και γλίτωνε το κώνειο; Τι θα ήταν ο Χριστός αν διέφευγε–όπως και μπορούσε να το κάνει– και γλίτωνε τον σταυρό; Τι αξία έχει, κατά Παύλον, να κερδίσεις όλον τον κόσμο, άμα χάσεις την ψυχή σου; Καμιάν αξία τότε δεν θα είχανε τα λόγια και τα έργα τους, διότι θα έλειπε η απόδειξη. Ο Διγενής βρίσκεται νικημένος μόνον απ’ τον Χάρο, απ’τον Θάνατο, άνθρωπος δεν βρέθηκε να τον νικήσει. Κι εντέλει πεθαίνει, μιας και είναι ήρωας μεν, αλλά θεός δεν είναι.

 

Είδαμε λοιπόν πώς ο λαϊκός ποιητής, σε έναν και μόνο στίχο, μας έδειξε όχι μόνο ότι ο Διγενής Ακρίτας ήταν ένας ήρωας με συγκεκριμένη στάση και «φιλοσοφία» μες στον κόσμο, την οποία και διατήρησε μέχρι το τέλος της ζωής του, αλλά και το ποιά ήταν η στάση και η «φιλοσοφία» αυτή.