Το έργο του Αιμίλιου Ριάδη παραμένει ελάχιστα γνωστό, παρ’ όλη την ξεχωριστή θέση που κατέχει στην εξέλιξη της Ελληνικής μουσικής. Ο Ριάδης είναι ένας Έλληνας ιμπρεσιονιστής με μούσα του τη δημοτική μας μουσική, κρατάει όμως στο χέρι του μια γαλλική πένα.

`

 

Η καλλιτεχνική φύση του Ριάδη διακρίνεται και για τις ποιητικές, εκτός από τις μουσικές, συνθέσεις του, οι οποίες καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος του σωζόμενου αρχείου. Στα 600 και παραπάνω χειρόγραφα και έντυπα φύλλα με ποίηση διαφαίνεται το ίδιο χαρακτηριστικό με αυτό του κατά πολύ μεγαλύτερου μουσικού μέρους του αρχείου. Μια διαρκής προσπάθεια του ποιητή/συνθέτη για την τελειότητα και μια συνεχής επεξεργασία των ιδεών του ακόμη και όταν πια τα έργα έχουν εκτυπωθεί και δημοσιευτεί.  Μεταξύ των χειρογράφων του περιλαμβάνονται πολλαπλά αντίτυπα των ποιημάτων του, τα οποία είναι κατά βάσιν αχρονολόγητα.

Οι στίχοι του άρχισαν να δημοσιεύονται, όταν ο Ριάδης ήταν ακόμη σε νεαρή ηλικία, στον περιοδικό τύπο της Θεσσαλονίκης με πρώτο πιθανότατα τον Φάρο της Θεσσαλονίκης, όπου δημοσιεύθηκαν δύο ποιήματά του το 1904 με υπογραφή Αιμ. Κου. Ακολουθούν δημοσιεύσεις και σε άλλα περιοδικά της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας και η συλλογική έκδοση Εκ της συλλογής πατριωτικών ποιημάτων του Αιμ. Ελευθεριάδου το 1905.

`

`

Ο ποιητής συγκέντρωσε σε ένα μικρό τετράδιο-λεύκωμα αποκόμματα από τις έντυπες εκδόσεις με τα ποιήματά του της περιόδου 1904 έως 1906. Το τετράδιο αυτό αποτελεί ντοκουμέντο για τους ερευνητές, μια και αφ’ ενός μόνο σποραδικές αναφορές για τέτοιες ποιητικές εκδόσεις γίνονταν μέχρι τώρα, συνήθως μεταγενέστερες, και αφ’ ετέρου έχει την προσωπική του φροντίδα, σχόλια και φωτογραφία του από το 1906. Η Κουκουβάγια έναι ένα ποίημα που ο Ριάδης έγραψε στο Μόναχο όπου σπούδαζε το 1909, με αφιέρωση στον «μεγάλο δάσκαλό μου Δημήτριον Δάλλα»3. Δημοσιεύθηκε στην Εβδομαδιαία εικονογραφημένη επιθεώρηση «Εποχή» της Θεσσαλονίκης αρκετά αργότερα στις 30 Δεκεμβρίου το 1928, αφού όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο εκδότης «το ανακαλύψαμε στην βιβλιοθήκη κάποιου λόγιου Μακεδόνος και σήμερον το φέρομε εις την δημοσιότητα.». Ας σημειώσουμε εδώ ότι ακόμη ένα ποίημα με θερμή αφιέρωση στον Δημήτρη Λάλλα έχει τον τίτλο Στον Παρθενώνα.

Πολλά ποιήματά του έχει μελοποιήσει ο ίδιος όπως τον Τρύγο από τα Πέντε χορευτικά τραγούδια.

Ένα μικρό μόνο μέρος της ποιητικής του συλλογής είναι γραμμένο στα γαλλικά και αποτελείται κυρίως από ποιήματα, τα οποία κατ’ εξοχήν μελοποίησε και τα οποία είτε εκδόθηκαν στο Παρίσι από τους εκδοτικούς οίκους Μ. Senart και Chapelier, ενώ υπάρχουν και ελάχιστα τα οποία παρέμειναν ανέκδοτα.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι ανάμεσα στους στίχους υπάρχει σχέδιο όπερας με τον τίτλο TutahoroaSentier des âmes pour la nuit eternelle, en Quatre actes, Paroles et musique, d’ Aemilian Reiadis (Τουταχορόα, Μονοπάτι των ψυχών για την αιώνια νύχτα, σε τέσσερις πράξεις, Στίχοι και μουσική, Αιμιλιανού Ριάδη). Όπως συμπληρώνει «λαμβάνει χώρα στο άκρο της Αυστραλίας, στο κοντινό νησί Ταραράο της Πολυνησίας, την εποχή που οι [φτερωτοί;  ] Τουπαπαχού κατέβαιναν ανάμεσα στους ζωντανούς». Είναι γνωστή η σχέση και το ενδιαφέρον του Ριάδη για την κουλτούρα της ‘Απω Ανατολής, από τα γραπτά του για τη μουσική και την ποίηση αυτών των λαών.

Σώζεται ακόμη το 197 φύλλων σύγγραμμά του για την Ιστορία της Μουσικής. Μόνο ο πρώτος τόμος (έτσι τον ορίζει ο ίδιος ο Ριάδης) του συγγράμματος φαίνεται να είναι ολοκληρωμένος, παρ΄όλο που ακόμη και στα πρόχειρα σημειώματά του δεν υπάρχουν ενδείξεις για υλικό δεύτερου τόμου. Μια σφαιρική άποψη για τη δημιουργία της μουσικής και την πρακτική της σε αρχαίους πολιτισμούς (Αιγύπτιους, Σουμέριους, Πέρσες, Ιάπωνες, Κινέζους, Ινδούς, Εβραίους και Έλληνες) δίνει αυτή η μελέτη η οποία πρέπει να είναι και ανάμεσα στις πρώτες που έγιναν από έλληνα μουσικό. Επεξεργάζεται το θέμα με ένα τρόπο πρωτότυπο για την ελληνική βιβλιογραφία και μπορεί να προηγείται ακόμη και της Ιστορίας της μουσικής της Αύρας Θεοδωροπούλου του 1924 η οποία όμως καθόλου δεν αναφέρεται στην αρχαία μουσική και ιδίως άλλων λαών.

Η μελέτη του Ριάδη κατά το ήμισυ ασχολείται με την Ελληνική μουσική. Ξεκινάει με την αρχαία Ελληνική μουσική και αναφορές, μεταξύ άλλων στην τραγωδία, τον διθύραμβο, τα μουσικά όργανα, την αρμονία, τα τετράχορδα και τις κλίμακες, συνεχίζει με ιστορική ανασκόπηση της μουσικής της Βυζαντινής περιόδου, με αναφορές σε μελωδούς και το τονικό σύστημα και καταλήγει στο «Λαϊκό τραγούδι» το οποίο εξετάζει και σε σχέση με το Βυζαντινό. Αχρονολόγητο και αυτό το σύγγραμμα ίσως συντάχθηκε για να δημοσιευθεί ή να χρησιμοποιηθεί για διδακτικές ανάγκες μετά το 1915 που ο Ριάδης επέστρεψε και δίδασκε στη Θεσσαλονίκη.

ΠΗΓΗ: http://old.mmb.org.gr/page/default.asp?id=300&la=1