1841. Εν ονόματι Κυρίου θέλω ιστορήσω τον βίον μου εγώ ο ίδιος. Αλλά πρώτον θέλω αρχίσει την αιτία της δυστυχίας των Αθηναίων, ομού και του πατρός μου, οπού ακολούθησε, και η Αθήνα ερήμωσεν και έφυγαν τα τρία πέμπτα των Αθηναίων, οπού επήγαν εις Ανατολήν –εις τα νησιά και λοιπά πλησιόχωρα*– εξαιτίας της μεγάλης τυραννίας του χατζη-Αλή, Χασεκή ονομαζομένου. Θέλω γράψει τα όσα οι γονείς μου μου είπαν μέρος περί του τυράννου, όσα εγώ δεν είδα μήτε ενθυμούμην ως μικρός από τα 1772 έως τα 1784, οπού άρχισα να βλέπω και να ενθυμούμαι τα του τυράννου και των οπαδών του.

Εγώ, ο Παναγής Σκουζές, εγεννήθηκα εις Αθήνα εις τα 1777 από γονείς αυτόχθων Αθηναίους. O πατήρ μου Δημήτριος του Νικολάου Σκουζέ, η μήτηρ μου Σαμαλτάνα θυγατέρα του Θανάση Λιμπέριου-Παναγιωτάτζη. Από οικογένειες και οι δύο τάξης δευτέρας, εκτός από τας 12 οικογενείας των Αθηναίων των αριστοκρατών Κοτζιαμπάσηδων*. Ήτον σχεδόν μιαν οικογένεια από τας 24 οικογενείας, οπού οι αριστοκράτες εφοβούντο ως ευκαταστάτους και με ολίγην παιδείαν. O πατήρ μου ήτον την τέχνην σαπονγγής*. Oμοίως ήτον και ο πατήρ της μητρός μου σαπονγγής. O δε πατήρ του πατρός μου ήτον έμπορος εις τα προϊόντα του τόπου. Oι γονείς μου ήτον Χριστιανοί Oρθόδοξοι της Ανατολικής Εκκλησίας. Έχαιρον υπόληψη, είχον κτήματα και χρήματα. Η επιστήμη* του πατρός μου ήταν επικερδής. […]

Γενομένου τούτου ο πατήρ μου εστεφανώθη την δευτέραν γυναίκαν. Αλλά δεν την ήβρεν ως την πρώτην εις καμιάν επιδεξιότητα*. Τότε ο πατήρ μου, από τον θάνατον της μητρός μου, από το θανατικόν οπού ακολούθησε, από την ανάξιαν γυναίκαν, και από τον ερχομόν του χατζη-Αλή οπού άρχισε την τυραννίαν, την σερμαγήν του την ετελείωσεν. Το εισόδημα λαδιού το ελάμβανεν ο χατζη-Αλής. Επώλησεν τα κτήματά του, ύστερον μη έχοντας άλλο τι, τον εφυλάκωσαν διά το κατάστιχον, λεγόμενον τότε δόσιμον τυραννίας. Ήβγεν αυτός από την φυλατζήν* διά να οικονομήσει χρήματα, βάζοντας μένα εις φυλατζήν ως αμανέτι*, υποθήκην. Αλλά τότες ποιος εδάνειζεν; ή ποιος είχεν; Ή, και αν κανένας Χριστιανός είχεν, πώς εκοτούσεν να δανείσει ή να κάμει καμίαν αγοράν; Εκτός των Oθωμανών, οπού δεν υπόκειντο εις καμίαν τυραννίαν. Αλλά οι Oθωμανοί, μερικοί όπου εσώζοντο, δεν εδάνειζον, αλλά αγόραζαν κτήματα παρατιμής. O πατήρ μου δεν ημπόρεσε να εξοικονομήσει χρήματα. Κινητά δεν είχεν να πωλήσει. Τα κινητά της μητρός μου του τα είχαν πάρει, ως αντίκρυ φαίνεται. Της μητριάς μου τα ψιλικά της ρουχικά, τα είχαν κλέψει όταν ήβγαμεν εις Χαλάντρι από το θανατικόν (ακόμη και του πατρός μου τα ρουχικά και λοιπά), οπού η πόλις ήτον έρημη –μόνον οι Τούρκοι ήτον εις την πόλιν μεινεσμένοι, οπού δεν εφοβούντο την πανώλην*– και έρημος όντας η πόλις, ένας Τούρκος γείτονάς μας, ντερβίσης Αγάκος, ήμπεν με σκάλαν εις το σπίτι και έκλεψεν όλα, ομού και το χαλκωματικόν. Εγώ έμεινα εις φυλακήν μίαν ολόκληρην εβδομάδα. O πατήρ μου ήρχετο κάθε αυγή και μου ήφερνεν ολίγον ψωμί και ολίγες ελιές. Εγώ του ήλεγα: πατέρα, πότε θα με βγάλεις από την φυλακήν; Αυτός μου ήλεγεν: παιδί μου, δεν ημπορώ να οικονομήσω χρήματα, και εγώ τι να κάνω δεν ηξεύρω. Εγώ τότες ήμουν χρονών 11 μόλις, η στενοχωρία της φυλατζής, με τσαλαπατούσαν οι άνθρωποι. Μου λέγει ο πατήρ μου: παιδί μου, άλλο δεν στοχάζομαι, να πωλήσω τα ελαιόδεντρα 60, οπού είναι εις Χρυσαγιώτισσα, της μητρός σου. Αμέ τι άλλο να κάμω; Εγώ του είπα: κάμε να ξεφυλακιστώ. Και έτζι τα πωλεί προς γρόσια τρία και πληρώνει το δόσιμον και με βγάνει.

Έως τότε με είχεν εις το Ελληνικόν σκολείον λεγόμενον, εις τον διδάσκαλον Σαμουήλ Κουβελάνον, και είχα προχωρήσει έως την χρηστοήθειαν λεγομένην τότε. Αλλ’ ο πατήρ μου από την δυστυχίαν με ήβγαλεν λέγοντάς μου ότι η περίστασίς μας είναι δεινή, να με βάλλει εις μέρος να παίρνει τίποτες να πληρώνει το χαράτζιόν μου. Έτζι με ήβγαλεν από το σχολείον ηξεύροντας να γράφω μόνον, καθώς και βλέπετε τα παρόντα γράμματα, και μ’ εσυμφώνησε τον χρόνον διά γρόσια πέντε, και να με ταγίζει* ο πατέρας μου. Αυτοί ήτον τρεις συντρόφοι: Αντρέας Πεφάνης, Ιωάννης Ζωγράφος, Σπύρος Λιμπέριος-Παναγιωτάτζης, (αδελφός της μητρός μου, από έναν πατέραν όμως). Είχαν αργαστήριον πραγματευτάδικον. O καθείς είχεν διά σερμαγήν του από γρόσια 100 μόνον. Ήμουν εις χρέος να παγαίνω εις τα τρία σπίτια να υπηρετώ τον μαΐστρον μου– έτζι τότε έλεγον τους μαστόρους τα παιδιά: μαΐστρο, και την γυναίκα του μαΐστρα. Έως το μεσημέρι υπηρετούσα εις τα σπίτια τας μαΐστρας μου: νερό από την βρύση, σκούπισμα και άλλας υπηρεσίας και τα λοιπά. Ερχόμενος εις το εργαστήριον να με βάζουν να πλέκω γαϊτάνια, σιρίτια και λοιπά· τότε όσοι επωλούσαν την μανιφατούραν, οπού λέγομεν σήμερον, έκαμνον και τον καζάση. Εις όλα αυτά με μεταχειρίζονταν· και με την αράδαν, με έστελναν και εμάζευα και ελιές από τα ελαιόδεντρα. Διά πληρωμήν τον χρόνον γρόσια 5. Και κάθα Κυριατζή, τελειωμένου του παζαριού, να παίρνω μανδήλια και λοιπά, να γυρίζω εις τους μαχαλάδες να πωλώ, και με έθρεφεν ο πατήρ μου – μόλις καμίαν βολά μου εφίλευον οι μαΐστρες μου ολίγα τζίτζιφα* ή ολίγα ξυλοκέρατα. Το εσπέρας επήγαινα εις το οσπίτιον του πατρός μου να τρώγω. Την αυγήν έπαιρνα το καρτάλιον με το ψωμί μου. Αυτοί δεν με έδιδαν ειμή τα γρόσια 5 τον χρόνον, παπούτζια όσα εκαταλούσα* και ένα άσπρον —τρίτον του παρά— κάθα 15 ημέρες, διά να ξυριστώ. Και ξύλο όταν αυθαδίαζα ή όταν δεν έκαμνα το χρέος μου. Μερικές βολές με τον φάλαγγα* εις τους πόδας.

Επαρομοίως θέλω διηγηθώ και των διδασκάλων την παιδείαν. Άμα ήθελεν παρησιαστεί το παιδί εις το σχολείον και ήτον περασμένος ο καιρός, η πρόχειρος παιδεία ήτον του διδασκάλου του αγριοκαλόγηρου. Είχεν βούρδουλαν λεγόμενον βούνευρον. Ανοίγοντας το ένα χέρι και το άλλο, να τον δίδει από μίαν εις το χέρι και να τον βάζει όρθιον να σταθεί ολίγον με το ένα ποδάρι να κλονίζεται. Αν το σφάλμα ήτον περισσότερον, ένα παιδί μεγαλιότερον τον φταίχτην τον έπαιρνεν εις τες πλάτες του, βαστώντας τες δύο χείρες εις τους ώμους του, και ο διδάσκαλος εξύλιζεν εις τους κώλους. Αν ήθελεν του φανεί του διδασκάλου αλλέως, είχον τον φάλαγγα έτοιμον: του έβαζαν τα δύο πόδια, έστριφταν τον φάλαγγα  δύο παιδιά και ο διδάσκαλος έδερνεν εις τους πόδες το παιδίον. Πότε έβαζεν δύο παιδιά, από ένα ποδάρι του καθενός. O φάλαγγας ήτον ένα ξύλον, από ένα μέτρον έως 6 ρούπια μακριός, με δύο τρύπες έως ένα ρούπι η μία από την άλλην· ένα σκοινί περασμένο, έχοντας δύο κόμβους εις τες άκρες να μην ξεπερνά. Αυτού* έβαζαν τες πόδας και έστριφαν το ξύλον και έσφιγγαν τα πόδια εις τους αστραγάλους αποκάτω και ο διδάσκαλος έδερνεν. Πολλά παιδιά από την φωνήν του αγριοδιδασκάλου εκατουριόντο από τον φόβον των, όταν εφώναζεν «βρε θεοκατάρατε» του παιδιού. Εις τα Ελληνικά σχολεία Αθανασίου, Μπενιζελάκη και ύστερον Σαμουήλ Κουβελάνου, ήτον ολιγότερον. Πλην ο φάλαγγας και οι βούρδουλοι δεν έλειπαν και από αυτά.