Η ομιλία του Χάρολντ Πίντερ που μεταδόθηκε μαγνητοσκοπημένη στην τελετή απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας 2005, στη Στοκχόλμη [απόσπασμα]

`

Το 1958 έγραψα τα ακόλουθα:

“Δεν υπάρχουν σαφείς διαχωριστικές διαφορές μεταξύ αυτού που είναι πραγματικό και αυτού που δεν είναι, ούτε του αληθούς και του αναληθούς. Δεν είναι απαραίτητο κάτι να είναι ή αλήθεια ή ψέμα. Μπορεί να είναι και τα δύο”.

Πιστεύω ότι αυτοί οι ισχυρισμοί εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα ως προς τη διερεύνηση της πραγματικότητας μέσω της τέχνης. Έτσι, ως συγγραφέας τους υποστηρίζω αλλά ως πολίτης αδυνατώ. Ως πολίτης οφείλω να αναρωτηθώ: Τι είναι αλήθεια; Τι είναι ψέμα;

Η αλήθεια στο θέατρο πάντοτε διαφεύγει. Ολόκληρη δεν τη βρίσκεις ποτέ αλλά η αναζήτησή της είναι συναρπαστική. Η αναζήτηση είναι σαφώς ό,τι προηγείται της προσπάθειας. Η αναζήτηση είναι ο σκοπός σου. Τις περισσότερες φορές μέσα στο σκοτάδι προσκρούεις στην αλήθεια, συγκρούεσαι μαζί της ή, ρίχνοντάς της μια φευγαλέα ματιά, βλέπεις μια εικόνα ή ένα σχήμα που μοιάζει να ανταποκρίνεται στην αλήθεια, συχνά χωρίς να συνειδητοποιείς ότι συνέβη ακόμα κι αυτό. Αλλά η πραγματική αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν υπάρχει μια αλήθεια στη δραματική τέχνη. Υπάρχουν πολλές που αντικρούονται, συγκρούονται, αντικατοπτρίζουν η μία την άλλη, αγνοούν η μία την άλλη, κοροϊδεύουν η μία την άλλη, δεν βλέπουν η μία την άλλη. Μερικές φορές αισθάνεσαι για μια στιγμή ότι κρατάς την αλήθεια στα χέρια σου κι αμέσως μετά γλιστράει μέσα από τα δάκτυλά σου και χάνεται.

Συχνά με ρωτούν πώς συλλαμβάνω τα έργα μου. Δεν μπορώ να απαντήσω. Ούτε μπορώ να τα συνοψίσω. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι στα έργα μου συνέβη αυτό, αυτά ειπώθηκαν, οι ήρωες έκαναν εκείνα.

Τα περισσότερα έργα μου γεννήθηκαν από μια φράση, μια λέξη ή μια εικόνα. Τη συγκεκριμένη λέξη την ακολουθεί συνήθως μια εικόνα. Θα σας δώσω δύο παραδείγματα από δύο φράσεις που εμπνεύστηκα ξαφνικά. Ακολούθησε η εικόνα και εγώ, ακόμα αργότερα.

Τα έργα είναι ο “Γυρισμός” και οι “Παλιοί Καιροί”. Η πρώτη φράση στο “Γυρισμό” είναι “Τι το έκανες το ψαλίδι;”. Η πρώτη φράση στους “Παλιούς Καιρούς” είναι “Σκοτάδι”. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση δεν είχα καμία άλλη πληροφορία για την εξέλιξη της πλοκής.

Στην πρώτη περίπτωση κάποιος προφανώς αναζητούσε ένα ψαλίδι. Ρωτούσε τι απέγινε το ψαλίδι κάποιον άλλο, για τον οποίο υποπτευόταν ότι πιθανώς και να το έκλεψε. Με έναν περίεργο τρόπο ήξερα, ωστόσο, ότι το πρόσωπο που ερωτάται δεν δίνει δεκάρα για το ψαλίδι, ούτε άλλωστε ο συνομιλητής του. Το “σκοτάδι” το χρησιμοποίησα για να περιγράψω τα μαλλιά κάποιου, τα μαλλιά μιας γυναίκας και ήταν η απάντηση σε μια ερώτηση. Ούτως ή άλλως υποχρεώθηκα να αναπτύξω το θέμα. Αυτό συνέβη οπτικά, ως μια αργή εναλλαγή σκιάς και φωτός.

Πάντα ξεκινώ ένα έργο ονομάζοντας τα πρόσωπα Α, Β και Γ.

Στο έργο που εξελίχθηκε ως “Γυρισμός” είδα έναν άνδρα να μπαίνει σε ένα θλιβερό δωμάτιο και να ρωτά (για το ψαλίδι) έναν νεότερό του άνδρα που, καθισμένος σε έναν άθλιο καναπέ, διάβαζε το ιπποδρομιακό φύλλο. Υποπτεύτηκα ότι ο Α ήταν ο πατέρας και ο Β ο γιος του, αλλά δεν είχα καμία απόδειξη. Η αίσθησή μου πάντως επιβεβαιώθηκε αργότερα όταν ο Β (μετέπειτα Λένι) λέει στον Α (Μαξ στη συνέχεια), “μπαμπά σε πειράζει να αλλάξω θέμα; Θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Πώς θα χαρακτήριζες το δείπνο μας; Πώς ονομάζεται κάτι τέτοιο; Γιατί δεν αγοράζεις κάνα σκύλο; Θα ήσουν ιδανικός μάγειρας για σκύλους. Ειλικρινά. Έχεις την εντύπωση ότι μαγειρεύεις για σκύλους”. Επομένως, εφόσον ο Β αποκαλεί τον Α “μπαμπά” μου φάνηκε λογικό να υποθέσω ότι ήταν πατέρας και γιος. Επιπλέον, ο Α ήταν σαφώς ο μάγειρας αλλά η μαγειρική του δεν φαινόταν να χαίρει μεγάλης εκτίμησης. Αυτό σήμαινε ότι δεν υπήρχε μητέρα; Δεν ήξερα. Αλλά όπως είπα τότε στον εαυτό μου, η αρχή  μας δεν γνωρίζει ποτέ το τέλος μας.

Dark”. Ένα μεγάλο παράθυρο. Νυχτερινός ουρανός. Ένας άνδρας, ο Α (μετέπειτα Ντίλι) και μια γυναίκα η Β (στη συνέχεια Κέιτ) κάθονται και πίνουν. “Χοντρό ή λεπτό;”, ρωτά ο άνδρας. Για τι πράγμα μιλούν; Μετά είδα να στέκεται στο παράθυρο μια γυναίκα, η Γ (Αννα αργότερα). Το φως που πέφτει πάνω της είναι διαφορετικό, κι εκείνη στέκεται με την πλάτη γυρισμένη. Τα μαλλιά της είναι σκούρα.

Είναι μια παράξενη στιγμή, η στιγμή της δημιουργίας προσώπων που μέχρι τότε δεν υπήρχαν. Ο,τι ακολουθεί είναι σπασμωδικό, αβέβαιο, μοιάζει με παραίσθηση, ακόμα κι αν μερικές φορές είναι καταιγιστικό. Η θέση του συγγραφέα είναι παράδοξη. Τα πρόσωπα που δημιουργεί δεν τον καλωσορίζουν. Του αντιστέκονται, δεν είναι εύκολο να τα βρει μαζί τους κι είναι αδύνατον να τα ορίσει. Σίγουρα δεν μπορεί να τους επιβληθεί. Ως ενός σημείου παίζει μαζί τους ένα ατέλειωτο παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, κρυφτό και τυφλόμυγα. Τελικά όμως συνειδητοποιεί ότι έχει να κάνει με ανθρώπους από σάρκα και οστά, ανθρώπους με τη δική τους θέληση και ευαισθησία ο καθένας, φτιαγμένους από συστατικά που του είναι αδύνατον να αλλάξει, να επηρεάσει ή να παραμορφώσει.

Έτσι η γλώσσα στην τέχνη παραμένει ένα εξαιρετικά αμφίσημο πεδίο συναλλαγής, κινούμενη άμμος, τραμπολίνο, μια παγωμένη λίμνη, τον πάγο της οποίας μπορεί να σπάσει ανά πάσα στιγμή ο συγγραφέας όταν βαδίζει επάνω του.

Αλλά, όπως είπα, η αναζήτηση της αλήθειας είναι μια ατέρμονη διαδικασία. Δεν αναβάλλεται, ούτε ματαιώνεται. Οφείλεις να την αντιμετωπίσεις εδώ και τώρα.

Το πολιτικό θέατρο θέτει μια τελείως διαφορετική σειρά προβλημάτων. Το κήρυγμα πρέπει να αποφεύγεται πάση θυσία. Είναι απαραίτητη η αντικειμενικότητα. Οφείλουμε να επιτρέπουμε στα πρόσωπα να αναπνέουν ελεύθερα. Ο συγγραφέας δεν μπορεί να τα καταπιέσει και να τα περιορίσει για να ικανοποιήσει τα δικά του γούστα, τις δικές του διαθέσεις ή προκαταλήψεις. Οφείλει να είναι έτοιμος να τα προσεγγίσει από πολλές πλευρές, από όλες τις δυνατές οπτικές γωνίες, ίσως πότε-πότε να τα ξαφνιάσει κι εν τούτοις να τα αφήσει ελεύθερα να πάνε όπου θέλουν. Αυτό δεν λειτουργεί πάντα. Και βεβαίως η πολιτική σάτιρα δεν ακολουθεί αυτές τις αρχές, κάνει μάλιστα ακριβώς το αντίθετο και αυτή είναι η πραγματική της αποστολή.

Στο έργο μου “Πάρτι Γενεθλίων” νομίζω πως επέτρεψα να αναπτυχθεί μια μεγάλη σειρά εναλλακτικών λύσεων μέσα σε ένα πυκνό δάσος πιθανοτήτων, προτού να μεταφερθεί στο επίκεντρο του έργου μια πράξη υποταγής.

Η “Βουνίσια Γλώσσα” υποτίθεται ότι δεν έχει τέτοιο εύρος επιλογών. Το έργο παραμένει βίαιο, σύντομο και άσχημο. Αλλά οι στρατιώτες στο έργο κάπως το διασκεδάζουν. Ξεχνά κανείς πότε-πότε ότι οι βασανιστές βαριούνται εύκολα. Χρειάζεται να γελάνε με κάτι για να ανάβουν τα πνεύματα. Τα περιστατικά στη φυλακή του Αμπού Γκράιμπ στη Βαγδάτη, το επιβεβαιώνουν περίτρανα. Η “Βουνίσια Γλώσσα” διαρκεί μόνο 20 λεπτά, αλλά θα μπορούσε να συνεχίζεται επί ώρες, ξανά και ξανά, το ίδιο μοτίβο να επαναλαμβάνεται από την αρχή, ξανά και ξανά, τη μια ώρα μετά την άλλη. Το έργο “Τέφρα και Σκιά” από την άλλη πλευρά, μου φαίνεται σαν να διαδραματίζεται κάτω από το νερό. Μια γυναίκα πνίγεται, το χέρι της βγαίνει έξω από τα κύματα, βουλιάζει, αναζητά άλλους, δεν βρίσκει κανέναν πάνω ή κάτω από το νερό, βρίσκει μόνο σκιές κι αντανακλάσεις. Η γυναίκα είναι μια χαμένη μορφή σε ένα τόπο που βυθίζεται, μια γυναίκα που δεν μπορεί να ξεφύγει από τον αφανισμό που προοριζόταν για άλλους.

Αλλά καθώς εκείνοι πεθαίνουν, πρέπει να πεθάνει κι αυτή.

Η γλώσσα στην πολιτική, όπως χρησιμοποιείται από τους πολιτικούς, δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες καθώς η πλειοψηφία των πολιτικών, όπως όλοι είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, ενδιαφέρονται όχι για την αλήθεια αλλά για την εξουσία και την διατήρησή της. Για να διατηρηθεί η πολιτική εξουσία είναι αναγκαίο οι πολίτες να παραμείνουν στην αμάθεια, να αγνοούν την αλήθεια, ακόμα και την αλήθεια της δικής τους ζωής. Ως εκ τούτου, ό,τι μας περιβάλλει είναι ένα απέραντο υφαντό από ψέματα, από τα οποία τρεφόμαστε.

Όπως ξέρετε, η δικαιολογία για την εισβολή στο Ιράκ ήταν ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν διέθετε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο οπλοστάσιο όπλων μαζικής καταστροφής, κάποια από τα οποία μπορούσαν να πυροδοτηθούν μέσα σε 45 λεπτά, προκαλώντας τον όλεθρο. Μας διαβεβαίωσαν ότι αυτή ήταν η αλήθεια. Δεν ήταν. Μας είπαν ότι το Ιράκ συνεργάζεται με την “Αλ Κάιντα” και ότι είναι συνυπεύθυνο για την κτηνωδία της 11ης Σεπτεμβρίου. Μας διαβεβαίωσαν ότι αυτή ήταν η αλήθεια. Δεν ήταν. Μας είπαν ότι το Ιράκ απειλεί την παγκόσμια ασφάλεια. Μας διαβεβαίωσαν ότι ήταν αλήθεια. Δεν ήταν.

Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική και έχει να κάνει με το πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους στον πλανήτη και πώς επιλέγουν να παίξουν αυτό τον ρόλο.

Αλλά, πριν επιστρέψω στο παρόν, θα ήθελα να ρίξω μια ματιά στο πρόσφατο παρελθόν. Αναφέρομαι στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά. Θεωρώ ότι είναι υποχρεωτικό να εξετάσουμε αυτή την περίοδο με μια περιορισμένη (λόγω του χρόνου που μου δίνεται εδώ) αλλά αυστηρή ματιά.

Καθένας γνωρίζει τι συνέβη στη Σοβιετική Ένωση και την Ανατολική Ευρώπη αμέσως μετά τον πόλεμο: συστηματική βία, εκτεταμένες αγριότητες, αδίστακτη καταπίεση της ελεύθερης σκέψης. Για όλα αυτά υπήρξαν ντοκουμέντα και αποδείξεις.

Αλλά η ένστασή μου εδώ είναι πως τα εγκλήματα των ΗΠΑ την ίδια περίοδο έχουν μόνο επιδερμικά καταγραφεί, πόσο μάλλον τεκμηριωθεί, πόσο μάλλον κατανοηθεί, πόσο μάλλον αναγνωριστεί ως εγκλήματα. Πιστεύω ότι πρέπει να κατονομαστούν ως εγκλήματα διότι η αλήθεια σήμερα, εδώ που έχει φτάσει ο κόσμος μας, έχει ιδιαίτερη σημασία. Η συμπεριφορά των ΗΠΑ σε όλο τον κόσμο, αν και ως ενός σημείου προσεκτική εξαιτίας της παρουσίας τότε της Σοβιετικής Ένωσης, μας έκανε να καταλάβουμε ότι τελικά είχε λευκή επιταγή να κάνει ό,τι θέλει. Στην πραγματικότητα ποτέ δεν ήταν προσφιλής μέθοδος της Αμερικής η απευθείας εισβολή σε ένα ανεξάρτητο κράτος. Προτιμούσε ό,τι περιγράφεται ως “χαμηλής έντασης σύγκρουση”. Αυτό σημαίνει ότι χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν, αλλά πιο αργά από ό,τι αν ρίξεις μια και καλή μια βόμβα. Σημαίνει ότι πλήττεις την καρδιά της χώρας, ότι εγκαθιστάς έναν κακοήθη όγκο και περιμένεις να κάνει μετάσταση. Όταν ο πληθυσμός έχει υποταχθεί -ή βασανιστεί μέχρι θανάτου, το ίδιο είναι- και οι φίλοι σου, ο στρατός και οι μεγάλες καπιταλιστικές εταιρείες, κάθονται αναπαυτικά στην εξουσία, στήνεσαι μπροστά στην κάμερα και λες ότι η δημοκρατία νίκησε. Την περίοδο στην οποία αναφέρομαι αυτός ήταν ο κοινός τόπος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η τραγωδία της Νικαράγουα ήταν μια περίπτωση υψίστης σημασίας. Επέλεξα να την αναφέρω ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η Αμερική αντιλαμβάνεται τον ρόλο της στον πλανήτη και τότε και τώρα.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 συμμετείχα σε μια συνάντηση στην αμερικανική πρεσβεία στο Λονδίνο.

Το αμερικανικό Κογκρέσο επρόκειτο να αποφασίσει εάν θα συνέχιζε να χρηματοδοτεί τους Κόντρας στην εκστρατεία τους κατά της κυβέρνησης της Νικαράγουα. Ήμουν μέλος της αντιπροσωπείας που μιλούσε εκ μέρους της Νικαράγουα, με σημαντικότερο μέλος ανάμεσά μας τον ιερέα John Metcalf. Επικεφαλής της αμερικανικής ομάδας ήταν ο Raymond Seitz (νούμερο 2 τότε της πρεσβείας, αργότερα πρέσβης ο ίδιος). Ο Ιερέας είπε: “Κύριε, έχω την ευθύνη μιας ενορίας στη βόρεια Νικαράγουα. Οι ενορίτες μου έχτισαν ένα σχολείο, ένα ιατρικό κι ένα πολιτιστικό κέντρο. Ζούσαμε ειρηνικά. Λίγους μήνες πριν, μας επιτέθηκαν δυνάμεις των Κόντρας. Κατέστρεψαν τα πάντα: το σχολείο, το ιατρικό και το πολιτιστικό κέντρο. Βίασαν νοσοκόμες και δασκάλες, έσφαξαν γιατρούς με τον πιο κτηνώδη τρόπο. Φέρθηκαν σαν άγριοι. Σας παρακαλώ να ζητήσετε από την αμερικανική κυβέρνηση να αποσύρει την υποστήριξή της από τους φορείς μιας τόσο ακραίας τρομοκρατικής δραστηριότητας”. Ο Raymond Seitz είχε εξαιρετική φήμη ως ένας λογικός, υπεύθυνος και καλλιεργημένος άνθρωπος. Ήταν αξιοσέβαστος στους διπλωματικούς κύκλους. Άκουσε, σιώπησε για λίγο και ύστερα μίλησε πολύ σοβαρός. “Πάτερ”, είπε, “αφήστε με να σας πώ κάτι. Στον πόλεμο, οι αθώοι πάντα υποφέρουν”. Ακολούθησε παγερή σιωπή. Τον κοιτούσαμε εμβρόντητοι. Εκείνος, δεν χαμήλωσε το βλέμμα του.

Πράγματι, οι αθώοι πάντα υποφέρουν. […]