Γλώσσα Παγκόσμια

Όταν μιλάμε με το σώμα
δεν υπάρχουν φράγματα κι ελλείψεις
τη γλώσσα της φύσης μιλάμε
που ανάβει όπως η φωτιά
κατασβήνει όπως το νερό
σαν στρόβιλος σε παρασέρνει
ακόμη κι αν έχει γαλήνιο καιρό.
Για λίγο γίνονται όλα όπως ήταν αρχικά.

Όταν τα χείλη σου φιλώ
ξεχνάω τη χώρα της καταγωγής σου
για μερικές στιγμές νομίζω
πως η γη μου είναι η γη σου.
Ένας Άνδρας και μια Γυναίκα
ένα ανδρόγυνο βιβλικό
σε μια σπηλιά, σε μια αρχέγονη φωλιά
για λίγο είναι όλα όπως ήταν αρχικά.

Μα όταν το στόμα μας ανοίγουμε
οι λέξεις μας πέφτουν σαν κροκάλες
μην μιλάς λοιπόν και άσε
να μας πάρει το ποτάμι σε μια χώρα über alles
στη χώρα των ωκεανών
όπου δεν υπάρχουν σύνορα και έθνη
δεν υπάρχουν πλέον ανόμοια υλικά
για λίγο είναι όλα όπως ήταν αρχικά.

Shard

ορθώνεται σαν αιχμή του δόρατος της οικονομίας
σύννεφα σχίζοντας, απολύοντας βροχή
είναι ο ταύρος της κερδοσκοπίας που άρπαξε τον Δία
ο πρωτοπόρος στην ουράνια αποικιοκρατία

τον ουρανό κατατέμνει ως γυάλινη αστραπή
ποτίζοντας ένα ολόκληρο Λονδίνο
ουράνια χωράφια νέμεται μ’ ακράτητη ροπή
αποφέροντας χρυσούς καρπούς

ως κάθετο βέλος γραφήματος
στοχεύει στην ανάπτυξη
απαιτώντας τα πάντα στον οριζόντιο άξονα
να υπόκεινται σε αλματώδη αύξηση

το Λονδίνο, ένα δάσος που αναπτύσσεται
τακτικά και τετραγωνισμένα
οι γερανοί το δομούν συντονισμένα
σα διαβήτες σε αρχιτεκτονικό χαρτί

γυάλινα Μετέωρα που δεσπόζουνε στο Σίτι
πιο πέρα τσιμεντένια κυπαρίσσια που ψηλώνουν,
πολυκατοικίες που κόσμο καταναλώνουν, και τέλος
σειρές τούβλινων θαμνίσκων που σα να μην τελειώνουν

μιλιούνια διαμερισματάκια σαν εξάγωνα κυψελών
που ζητούν περισσότερο και πιο ακριβό μέλι
οι μέλισσες όμως δεν απελπίζονται, σε μια ανθηρή οικονομία
πάρκα υπάρχουνε παντού – η γύρη θα γυρίσει θέλει δε θέλει

Αποχωρισμός

Μια τελευταία, σφιχτή αγκαλιά
να φτάσεις όσο γίνεται πιο κοντά
στην καρδιά μου.
Τα σώματά μας διακλαδωμένα φυτά
περίπλοκα μπλεγμένα
τσεκουρώνονται στη μέση.
Με φύλλωμα πληγωμένο
να στάζει κυτταρόπλασμα
και ρίζες ξεγυμνωμένες
σαν δάχτυλα αγκυλωμένα σε αβέβαιο αποχαιρετισμό
κλείνω τα μάτια και διαγράφομαι.

Το σώμα μου ένα φορτίο στο αεροπλάνο
κι η ψυχή μου ψάχνει να διαφύγει προς τα πίσω,
εξατμίζεται γρήγορα απ’ τις τουρμπίνες
μα διαλύεται τις πρώτες στιγμές.
Ξενιτιά τελεσίδικη
όμως στη ψυχή αναβλημένη.

Λουλούδια σου κομμένα
παραμένουν σφηνωμένα στο φύλλωμά μου περίλαμπρα,
τα φροντίζει η νοσταλγία μου, ενώ κιτρινίζει τα δικά μου –
σαν ελιά που έφυγε απ’ τη Μεσόγειο νιώθω
και φυλλοβολεί σε κλίμα αλλότριο.

Γι’ αυτό κατάλαβε ότι όσο κι αν σ’ αγαπώ
πρέπει να φτιάξω μια άλλη ζωή εδώ.
Γιατί πλέον δεν μπορεί να με κρατήσει
μια σχέση που ’γινε σταθερή βιντεοκλήση,
ένα δελτίο ενημέρωσης αφού ο ήλιος δύσει.
Γιατί δεν αντέχω να με ανταμώνει
ένα σύμπλεγμα ψηφίων στην οθόνη –
μια φιγούρα που έχει τη φωνή σου
μικρή, απόμακρη, σαν δείγμα της ζωής σου.
Γιατί δεν θέλω να ’μαι δέσμιος
μιας πραγματικότητας εικονικής
που προσφέρει ασφάλεια και θαλπωρή
αλλά κάνει την τωρινή ζωή μια ατέλειωτη υπομονή.

Mind, the Gap

Μυρμήγκια οργανωμένα σε σειρές
μπαίνουμε και βγαίνουμε
από διαφορετικές τρύπες στο έδαφος.
Σε αμπούλες συμπιεσμένοι
διεκπεραιωνόμαστε, με το μυαλό μας εκκενωμένο.
Κάθε συρμός κι ένα barcode ανθρώπων
που σκανάρεται κι αλλάζει στους διάφορους σταθμούς.
Δεν είμαστε παρά ψηφία
που πάνε κι έρχονται στο τεράστιο διαδίκτυο του μετρό.