(Παντελής Τσιμπισκάκης, Θυρανοίξια, 2008, Εκδόσεις Μπαρμπουνάκης)

Τα θυρανοίξια της ψυχής

Δρόμοι που δεν ανοίξατε
και γέφυρες κομμένες·
Πόρτες κλειστές που ανοίξατε, μισώ το πέρασμά σας,
μισώ της άλλης της μεριάς το σάπιο κέρασμά σας.

Μισώ το μαύρο σας το φως στο χαμηλό κατώφλι,
τον πνιγηρό αέρα σας που απ’ το άνοιγμα σκορπάει
και τον ανατριχιαστικό τριγμό,
που τα αυτιά τρυπάει.

Αφιέρωμα στα σκοτεινά υπόγεια του μυαλού σου,
σαν θα περάσω θα με δεις με μάτια της ψυχής σου·
και θα τις κλείσω πίσω μου,
να μην έρθεις μαζί μου.

(Παντελής Τσιμπισκάκης, ’Αβλέμμων βυθός, 2010, Εκδόσεις Ζήτη)

Ο ταξιδευτής

Σαν ξεκίνησα για το πρώτο ταξίδι
νόμισα ότι γρήγορα θα τελείωνε·
με τρόμαξε ο χρόνος,
η απόσταση και η αναζήτηση,
όμως ακόμα
διψούσα να κινήσω προς τα εκεί.

Τώρα τα πόδια μου κουράστηκαν
και τα χρήματά μου τελείωσαν·
ο ήλιος με τυφλώνει
και η άμμος μου καίει τους αγκώνες
όμως ακόμα
δεν ξέρω που ακριβώς θέλω να πάω.

(Παντελής Τσιμπισκάκης, Θρυαλλίς, 2012, Εκδόσεις Ζήτη)

Η θάλασσα της λήθης

Άνεμος θύμησης μου χάιδεψε πάλι γλυκά το μυαλό

καθώς γλιστρούσε πάνω απ’ τη θάλασσα της λήθης,

και η μικρή, απαλή ψεκάδα μνήμης που σήκωσε

μου δρόσισε το πρόσωπο.

Σπάνια επιστρέφει αυτή η θάλασσα κάτι παραπάνω από σταγόνες.

Φταίνε βέβαια γι’ αυτό και οι άνθρωποι.

Σαν παλιοί ναυτικοί τη φοβούνται κι ούτε που γυρεύουν παραπάνω.

Μην τυχόν γίνουν οι αναμνήσεις κύματα και τα κύματα βουνά.

Και όσοι τολμηροί δεν αρκέστηκαν στο λίγο της και παρασύρθηκαν απ’ το πολύ της,

άδικα πνίγηκαν.

Γιατί αυτή η θάλασσα κερδίζει πάντα.
Έχει βλέπεις με το μέρος της τον χρόνο.

Κι όπως η ακμή του βράχου γίνεται καμπύλη,

έτσι οι σταγόνες εξατμίζονται πάνω στο δέρμα,

αφήνοντας μόνο την αλμυρή αψάδα της λησμονιάς πάνω στα χείλη.

(Παντελής Τσιμπισκάκης, Θύραθεν, 2014, Εκδόσεις Ζήτη)

Ιθάκη

Με μάτια υγρά σαν υδάτινα κάτοπτρα, στάθηκε πάνω στη βρεγμένη άμμο
και με τη σκιά του ραβδιού του μέτρησε τη μεγάλη ανηφόρα που οδηγεί στ’ άστρα.

Και σαν η σκιά κόντυνε τόσο που δεν μπορούσε πια να ξεχωρίσει το ξανθό απ’ το
θαλασσινό κύμα, μέσα από χιλιάδες μετέωρες φωτεινές πεταλούδες,
κι ο κόσμος όλος συνοψίστηκε σ’ ένα ασημί λαμπύρισμα, έκλεισε τα μάτια,
όπως τότε, κι ένιωσε τη θέρμη πάνω στα πορτοκαλιά του βλέφαρα.

Με διάφανο δέρμα, διάστικτο φως και πύρινο χρώμα, ξέχασε για μια στιγμή όσα του
έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι

και δάκρυσε

για την Ιθάκη του που κέρδισε.

(Παντελής Τσιμπισκάκης, Πολλαχώς, 2016, Εκδόσεις Ζήτη)

Γεράκι

Στην κοιλάδα του Αϊ-Γιώργη του Σεληνάρη

ήταν οι βράχοι και τα δέντρα της

το περίγραμμα της ψυχής σου

ο ήλιος κίτρινο μάτι αρπακτικό

και τα σταυρόξυλα στην κορφή

ξερόκλαδα να κουκουβίσει η ψυχή μου,

που τόσο απρόσμενα αιωρήθηκε μαζί σου

παράδοξα ανοιχτή κι αλαφρωμένη…

(Παντελής Τσιμπισκάκης, Ατρέπτως, 2018, Εκδόσεις Ζήτη)

Φιλοσοφία

Εάν η ψυχή είναι ένα δέντρο με ρίζες στον ουρανό
και η ποίηση ένα δέντρο με ρίζες στην καρδιά,
αυτό είναι ένα δάσος μέσα στο οποίο ευχαρίστως

θα χανόμουν…