Ο Heiner Müller γεννήθηκε στο Έππενντορφ της Σαξωνίας το 1929. Διάσημος δραματουργός και σκηνοθέτης υπήρξε από τους σημαντικότερους θεατράνθρωπους του μεταπολεμικού γερμανόφωνου κόσμου, αλλά και σημαντικός ποιητής. Μολονότι ήρθε συχνά σε σύγκρουση με το καθεστώς, δεν εγκατέλειψε ποτέ την Ανατολική Γερμανία. Πέθανε από καρκίνο στο Βερολίνο το 1995.

ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚH

Οι εκδότες μου σκαλίζουν τα παλιά μου κείμενα
Διαβάζοντάς τα κάποτε με λούζει κρύος ιδρώτας
Εγώ το ’γραψα αυτό: ΚΑΤΕΧΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ
Εξήντα χρόνια πιθανώς πριν απ’ το θάνατό μου.
Τώρα στην οθόνη βλέπω τους συμπολίτες μου
Να καταψηφίζουν με χέρια και με πόδια την αλήθεια
Που πριν σαράντα χρόνια είχα στην κατοχή μου
Ποιος τάφος θα με προστατεύσει από τη νιότη μου

1989

~.~

ΕΝΑΝ ΑΙΑΝΤΑ, ΑΣ ΠΟΥΜΕ

Στων βιβλιοπωλείων τα ράφια σωρός
Τα μπεστσέλλερ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΓΙΑ ΗΛΙΘΙΟΥΣ
Που δεν τους φτάνει η τηλεόραση
Ή το σινεμά που αποβλακώνει πιο βραδύρρυθμα
Δεινόσαυρος κι εγώ αλλά όχι σαν αυτούς του Σπήλμπεργκ
Περνάω την ώρα με τη σκέψη
Να γράψω τραγωδία.

~.~

ΜΑΣΩ ΤΟ ΕΔΕΣΜΑ ΤΗΣ ΚΛΙΝΙΚΗΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Γευστικός με διαποτίζει
Μετά την τελευταία
Ενδοσκόπηση στα μάτια των γιατρών
Είδα τον τάφο μου ανοιχτό Σχεδόν μ’ έκανε να συγκινηθώ
Η λύπη αυτή των ειδικών Σχεδόν
Μ’ έκανε υπερήφανο ο ακατάβλητός μου
Όγκος
Σάρκα κι αυτός για μια στιγμή
Εκ της σαρκός μου.

12.12.1995

~.~

ΠΡΟΒΟΛΗ 1975

Τι απόγινε το χάραμα που είδαμε χθες

Όλη τη νύχτα τραγουδά το εωθινό πουλί
Φορώντας πέπλο κόκκινο σκίζει η αυγή
Την πάχνη που στο βήμα της μοιάζει σαν αίμα

Διαβάζω ό,τι έγραψα πριν από τρία, πέντε, είκοσι χρόνια σαν να ’ταν κείμενο νεκρού συγγραφέα, από μια εποχή που ο θάνατος χωρούσε ακόμη στον στίχο. Οι δολοφόνοι έπαψαν πια να υμνούν τα θύματά τους σε ιάμβους. Το κείμενο χάθηκε στην παραζάλη του Μεταπολέμου. Άρχιζε με τον (νεαρό) ήρωα εμπρός στον καθρέφτη να αναλογίζεται ποιους δρόμους θα πάρουν στη σάρκα του τα σκουλήκια. Η αυλαία τον έβρισκε στο υπόγειο να τεμαχίζει τον πατέρα του. Στον αιώνα του Ορέστη και της Ηλέκτρας που έρχεται, ο Οιδίπους θα ’ναι κωμωδία.

~.~

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ χρειάζεται στρατιώτες, πατέρα.
Βούλωσ’ τ’ αφτιά σου, γιε μου
Να μην ακούς του πολέμου τα τύμπανα
Σκεπάσου με κοπριά ώς το κούτελο
Η λάμψη των όπλων να μη σε τυφλώσει

(κατά τον Που Σουγκ Λιγκ)

~.~

ΧΘΕΣ, ΕΝΑ ΗΛΙΟΛΟΥΣΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ,
Καθώς διέσχιζα το νεκρό Βερολίνο
Γυρνώντας πίσω από μια ξένη χώρα
Ένιωσα πρώτη φορά την ανάγκη
Να ξεθάψω τη γυναίκα μου απ’ τον τάφο της
Δυο γεμάτες φτυαριές είχα ρίξει κι ο ίδιος επάνω της
Για να δω τι ακόμη απομένει από κείνη
Τα κόκαλά της που ποτέ δεν αντίκρισα
Το κρανίο της να πιάσω στο χέρι
Και ν’ αναλογιστώ πώς έμοιαζε το πρόσωπό της
Πίσω απ’ τις μάσκες που φορούσε
Στο νεκρό Βερολίνο και τις άλλες τις πόλεις
Όταν ήταν ντυμένο τη σάρκα της.

Ένιωσα την ανάγκη αλλά δεν ενέδωσα
Φοβήθηκα τα όργανα και τι θα πουν οι φίλοι.

~.~

ΔΟΝΤΙ ΧΑΛΑΣΜΕΝΟ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ

Μέσα μου κάτι με τρώει

Καπνίζω πολύ
Πίνω πολύ

Αργώ πολύ να πεθάνω

~.~

ΟΠΕΡΑ

Ωνάσης, εφευρέτης πλωτών βρικολάκων,
Η Κάλλας, η εξοχοτέρα φωνή του αιώνος,
Του κρατούσε ζεστό το κρεββάτι.

~.~

ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΜΕΜΨΙΜΟΙΡΙΑ

Στο τέταρτο βιβλίο των ΧΡΟΝΙΚΩΝ παραπονιέται ο Τάκιτος
Για τη διάρκεια της ειρήνης, της αδιατάρακτης σχεδόν
Από τα επεισόδια στη βαρβαρική μεθόριο, που στην
Περιγραφή τους δυστυχώς εκείνος τώρα αρκείται,
Έμπλεως φθόνου για τους ιστορικούς τούς προγενέστερους
Που είχαν να γράφουν για πολέμους κολοσσούς
Για στρατηλάτες καίσαρες, που η Ρώμη δεν τους χώραγε
Για έθνη δορυάλωτα, μονάρχες αιχμαλώτους
Στάσεις και κρίσεις κρατικές: καλό υλικό.
Και ο Τάκιτος ζητά συγγνώμη από τους αναγνώστες του.
Εγώ από τη μεριά μου, χιλιάδες χρόνια αργότερα
Δεν έχω ανάγκη από συγγνώμες κι ούτε γίνεται
Να κλαίγομαι γιατί μου λείπει τάχα το καλό υλικό.

~.~

ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΘΩΣ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΩ ΤΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΜΟΥ
Ουίσκυ λ.χ. εν πτήσει από Φρανκφούρτη προς (Δυτικό) Βερολίνο
Με πιάνει ό,τι οι ηλίθιοι κριτικοί του ΣΠΗΓΚΕΛ ονομάζουν
Οργίλη αγάπη που έχω τάχα για τη χώρα μου –
Έξαφνα κι άγρια σαν το αγκάλιασμα στον άλλο κόσμο
Παλιάς σου ερωμένης που την πίστευες νεκρή.