«Γηράσκω αεί αναθεωρών» έλεγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης και τους βλέπω στη σειρά,  ανεξαρτήτως πολιτικής γραμμής, να αναθεωρούν άμεσα ή έμμεσα. Νεότατοι όμως και ακμαιότατοι ακόμα. Απολογίες, συγγνώμες, επαναδιατυπώσεις, «άλλο εννοούσα», «μπαρδόν», «θα το ξαναπώ», «πάμε πάλι απ΄ την αρχή», «δεν καταλάβατε καλά» [έμμεση αναθεώρηση], «τα μαζεύω» και ένα σωρό ακόμα δευτερολογίες παίρνοντας τη θέση της αρχικής άποψης που εκτοξεύτηκε, όπως πάντα, στο πλαίσιο της ημιμαθούς πυροτεχνηματικής λογοδιάρροιας.  Όσο, λοιπόν, εύκολα ξεστομίζονται «βατράχια», τόσο κουραστική μοιάζει η επανατοποθέτηση. Όλη η φαιά ουσία αναλώνεται για να παραδεχτείς με έντεχνο τρόπο το λάθος σου και ταυτόχρονα να μην εκτεθείς περισσότερο. Τόση κούραση για να αποδείξεις τη μεταμέλειά σου με τον πιο αναίμακτο τρόπο. Πόσος σπαταλημένος ιδρώτας ανάμεσα στην πρώτη λέξη και την απολογία της που ελάχιστον από αυτόν να αφιέρωνες στην αφετηριακή σου υποστηρικτική γραμμή, θα είχες ένα ξεκάθαρο προβάδισμα. Ή έστω  αξιοπρέπεια (τι είναι αυτό;).

«Ρώτησαν τον κ. Κ.: Τι φτιάχνετε τώρα; Ο κ. Κ. αποκρίθηκε: Κουράζομαι πάρα πολύ, ετοιμάζω το επόμενο λάθος μου», έγραφε ο Μπρεχτ στις «Ιστορίες του κ. Κόϋνερ», μιλώντας για τον «μόχθο των αρίστων» . Ο μόχθος των εγχώριων υποψηφίων αρίστων διαφαίνεται ακόμα πιο κουραστικός.