ΜΕ ΛΕΝΕ ῎Αρθουρ Γκόρντον Πίμ. Ο πατέρας μου ἦταν ἕνας εὐυπόληπτος ἔμπορος ναυτικῶν εἰδῶν στὸ Ναντάκετ, ὅπου καὶ γεννήθηκα. ῾Ο παππούς μου, ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς μάνας μου, ἕνας πετυχημένος δικηγόρος, ἦταν γενικὰ πολὺ τυχερὸς ἄνθρωπος· εἶχε μάλιστα κερδίσει πολλὰ χρήματα μὲ τὶς ἐπενδύσεις του σὲ μετοχὲς τῆς Νέας Τράπεζας –ὅπως τὴν ἔλεγαν τότε– τοῦ ῎Εντγκαρτον. Μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον τρόπο, εἶχε καταϕέρει νὰ βάλει στὴν ἄκρη ἕνα ἀρκετὰ σεβαστὸ χρηματικὸ ποσό. Μοῦ ᾽χε μεγάλη ἀδυναμία, νομίζω ὅτι μ᾽ ἀγαποῦσε πιὸπολὺ ἀπ ᾽ ὅλους τοὺς ἄλλους, κι αὐτὸ μ᾽ ἔκανε νὰ ἐλπίζω ὅτι μετὰ τὸ θάνατό του θὰ κληρονομοῦσα τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς περιουσίας του. ῞Οταν ἔγινα ἕξι χρονῶν μ᾽ἔστειλε στὸ σχολεῖο τοῦ κυρίου Ρίκετ, ἑνὸς μονόχειρα ἡλικιωμένου κυρίου ἀρκετὰ ἐκκεντρικοῦ – ὅσοι ἔχουν πάει στὸ Νιοὺ Μπέντϕορντ ἀποκλείεται νὰ μὴν τὸν γνωρίζουν. Εμεινα κοντά του δέκα χρόνια, μέχρι τὰ δεκάξι μου, ὁπότε τὸν ἄϕησα γιὰ νὰ γραϕτῶ στ Ακαδημία τοῦ κυρίου Ε. Ρόλαντ, πάνω στὸ λόϕο. ᾽Εδῶ γνωρίστηκα καὶ ἔγινα ϕίλος μὲ τὸν γιὸ τοῦ πλοιάρχου κυρίου Μπάρναρντ, ποὺ ταξίδευε γιὰ λογαριασμὸ τῆς ἑταιρείας «Λόιντ καὶΒρέντενμπουργκ» – ὁ κύριος Μπάρναρντ εἶναι ἐπίσης πασίγνωστος στὸ Νιοὺ Μπέντϕορντ καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἔχει πολλοὺς γνωστοὺς καὶ στὸ ῎Εντγκαρτον. Τὸν γιό του τὸν ἔλεγαν Αὔγουστο καὶ ἦταν δύο περίπου χρόνια μεγαλύτερος ἀπὸ μένα.

Εἶχε ἀκολουθήσει τὸν πατέρα του σ ᾽ ἕνα ταξίδι μὲ τὸ ϕαλαινοθηρικὸ «Τζὸν Ντόναλσον» καὶ μοῦ μιλοῦσε διαρκῶς γιὰ τὶς περιπέτειές του στὸν Νότιο Εἰρηνικό. Πήγαινα συχνὰ στὸ σπίτι του, ὅπου ἔμενα ὅλη μέρα καὶ κάποτε καὶ ὅλη τὴ νύχτα. Κοιμόμασταν στὸ ἴδιο κρεβάτι καὶ πάντοτε μὲ κρατοῦσε ξάγρυπνο μέχρι τὰ ξημερώματα μὲ τὶς ἱστορίες του γιὰ τοὺς ἰθαγενεῖς τῆς Νήσου Τίνιαν καὶ γιὰ τόπους ποὺ εἶχε δεῖ στὰ ταξίδια του. Τὰ λόγια του μὲ μάγευαν τόσο ποὺ ἄρχισα σιγὰ-σιγὰ νὰ νιώθω μέσα μου νὰ ϕουντώνει μιὰ ἀκατανίκητη ἐπιθυμία νὰ ταξιδέψω κι ἐγὼ στὴ θάλασσα. Εἶχα δικό μου ἕνα μικρὸ σκαρί, ἕναν κέρκουρο, ποὺ τό  χα βαϕτίσει « ῎Αριελ» καὶ ἄξιζε ἑβδομηνταπέντε δολάρια πάνω-κάτω. Ξεχνῶ τὸ ἐκτόπισμά του – ἀλλὰ χωροῦσε ἄνετα δέκα ἄτομα κι ἂς εἶχε ὅλο κι ὅλο ἕνα μικρὸ κατάστρωμα κι ἕνα κατάρτι μὲ πανί. Μ᾽ αὐτὸ τὸ πλεούμενο κάναμε ἕνα σωρὸ τρέλες, ποὺ ὅταν τὶς θυμᾶμαι σήμερα λέω πὼς εἶναι θαῦμα ποὺ εἶμαι ἀκόμα ζωντανός. Θὰ σᾶς διηγηθῶ μιὰν ἀπ ᾽ αὐτὲς γιὰ νὰ σᾶς βάλω στὴν ἀτμόσϕαιρα τῆς μεγαλύτερης καὶ σημαντικότερης διήγησης ποὺ θ ᾽ ἀκολουθήσει. ῞

Ενα βράδυ, στὸ σπίτι τοῦ κυρίου Μπάρναρντ γινόταν ἕνα γλέντι, καὶ πρὸς τὸ τέλος ὁ Αὔγουστος κι ἐγὼ νιώσαμε λιγάκι μεθυσμένοι. ῞Οπως συνέβαινε πάντοτε σὲ παρόμοιες περιπτώσεις, προτίμησα νὰ μοιραστῶ τὸ κρεβάτι μαζί του παρὰ νὰ τρέχω σπίτι μου. ῾Η ὥρα ἦταν πάνω-κάτω μία. ῾Ο Αὔγουστος ἔγειρε νὰ κοιμηθεῖ  καθὼς νόμισα– ἀσυνήθιστα ἥσυχα (ἦταν περίπου μία ὅταν τὸ γλέντι τέλειωσε), χωρὶς νὰ πεῖ λέξη γιὰ τὸ ἀγαπημένο του θέμα. Εἶχε δὲν εἶχε περάσει ὅμως μισὴ ὥρα ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ξαπλώσαμε ὅταν ξαϕνικά, πάνω ποὺ γλάρωνα, πετάχτηκε ὄρθιος καὶ ὁρκίστηκε, μὲ ἕναν ϕοβερὸ ὅρκο, ὅτι ὅλοι οἱ Αρθοῦροι Πὶμ τῆς χριστιανοσύνης δὲ θὰ κατόρθωναν νὰ τὸν δέσουν στὸ κρεβάτι ὅσο ϕυσοῦσε ἐκείνη ἡ ὄμορϕη νοτιοδυτικὴ αὔρα. Ποτὲ στὴ ζωή μου δὲν ἔνιωσα μεγαλύτερη ἔκπληξη, μὴ ξέροντας ὅμως τί ἀκριβῶς εἶχε στὸ μυαλό του, σκέϕτηκα πὼς ὅλα ἐκεῖνα ἦταν τὰ λόγια τοῦ μεθυσιοῦ ποὺ τοῦ εἶχε θολώσει τὸ νοῦ του. ᾽Εκεῖνος ὡστόσο συνέχισε νὰ μιλᾶ μὲ μεγάλη αὐτοκυριαρχία, λέγοντάς μου ὅτι ἤξερε πὼς τὸν θεωροῦσα μεθυσμένο ἀλλὰ ὅτι ποτὲ στὴ ζωή του δὲν εἶχε νιώσει πιὸ νηϕάλιος. Μόνο ποὺ εἶχε βαρεθεῖ, πρόσθεσε, νὰ μένει ξαπλωμένος σὰν τεμπελόσκυλο στὸ στρῶμα μιὰ τόσο μαγικὴ νυχτιὰ κι εἶχε ἀποϕασίσει νὰ σηκωθεῖ, νὰ ντυθεῖ καὶ νὰ πάει μιὰ βόλτα μὲ τὴ βάρκα.

Αὐτὸ ποὺ ἔνιωσα δὲν περιγράϕεται. Μὲ τὸ ποὺ ἔπαψε νὰ μιλᾶ, μιὰ ϕλόγα λαμπάδιασε ὁλόκληρο τὸ κορμί μου καὶ τὸ μυαλό μου κυριεύτηκε ἀπὸ μιὰ ἡδονικὴ παραζάλη. ῾Η παλαβὴ ἰδέα του μοῦ ϕαινόταν σὰν τὸ λογικότερο, τὸ μαγευτικότερο πράγμα στὸν κόσμο. ῾Ο ἀέρας ποὺ ϕυσοῦσε ἔμοιαζε μὲ θύελλα καὶ τὸ κρύο ἔτσουζε – ἦταν βλέπετε τέλος Οκτωβρίου. Δὲ μὲ σταματοῦσε ὅμως τίποτα· πήδηξα ἀμέσως ἀπὸ τὸ κρεβάτι σὰν ὑπνωτισμένος καὶ τοῦ εἶπα ὅτι δὲν ἤμουν λιγότερο γενναῖος ἀπὸ τὴν ἀϕεντιά του κι ὅτι εἶχα βαρεθεῖ ὅσο καὶ λόγου του ἀπὸ τὴν ξάπλα κι ὅτι ἤμουνα ἄλλο τόσο ἕτοιμος νὰ κάνω κάθε τρέλα ἢ νυχτερινὸ θαλασσινὸ περίπατο ὅσο καὶ ὁ ὁποιοσδήποτε Αὔγουστος Μπάρναρντ ἀπ ᾽ τὸ Ναντάκετ. Χωρὶς νὰ χάσουμε οὔτε λεπτὸ ντυθήκαμε βιαστικὰ καὶ τρέξαμε στὸν παλιὸ ἐρειπωμένο μόλο, ὅπου ἦταν ἀραγμένο τὸ καΐκι δίπλα στὸ μέρος ποὺ στοιβάζει τὴν ξυλεία της ἡ ἑταιρεία Πάνκεϊ καὶ Σία. Τὸ κύμα χτυποῦσε τὰ πλευρά του ἐπάνω στὶς τεράστιες τραβέρσες, ἀϕήνοντας ἕναν πνιχτὸ βόγγο. Μόλις ϕτάσαμε ἐκεῖ, ὁ Αὔγουστος σάλταρε μέσα καὶ ἄρχισε νὰ τὸ ἀδειάζει, γιατὶ ἦταν γεμάτο μέχρι τὴ μέση μὲ νερό. ῞Οταν τέλειωσε, σηκώσαμε πανιά, πήραμε πρίμα τὸν ἄνεμο καὶ ξανοιχτήκαμε ἄϕοβα στὸ πέλαγο.

 

***************************************************

Μια συναρπαστική ναυτική περιπέτεια που καταλήγει σ’ έναν κρυπτογραφικό γρίφο, ένα ταξίδι στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, μια τελετουργία διάβασης προς το ανόσιο: μεσ’ από φουρτουνιασμένες θάλασσες, ανταρσίες, ναυάγια, κανιβαλισμούς και ξωτικά νησιά με επικίνδυνους κατοίκους, ένας ιδιοφυής συγγραφέας οδηγεί τον αναγνώστη του σε μια κάθοδο στο ασυνείδητο, σε μια πάλη του λευκού με το μαύρο, ή και σε μια λαζαρική ανάσταση, αφού ο νεκρός ήρωας, που είναι ζωντανός, διεκδικεί από τον συγγραφέα την πατρότητα του έργου.
Το πρώτο πεζογράφημα του Edgar Allan Poe, το «σημαντικότερο έργο του» κατά τον Borges, που επηρέασε πλήθος γνωστών συγγραφέων.

(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

 

*******************************************

Ο μεταφραστικός λόγος είναι άρρηκτα δεμένος με την ιστορική στιγμή που εμφανίζεται και μοιραία μεταφέρει όλα τα πολιτιστικά, κοινωνικά λογοτεχνικά και ιδεολογικά φορτία εκείνης της στιγμής. Γι’ αυτόν τον λόγο τη μετάφραση της Αφήγησης του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ, που έκανα το 1979, τώρα, στη δεύτερη έκδοσή της, την ξαναδούλεψα από την αρχή με τα νέα δεδομένα που μου έδινε, τόσο το σήμερα όσο και η δική μου παρουσία μέσα σ’ αυτό το σήμερα.

Τον Πόε τον έχουν μεταφράσει στη γλώσσα μας πολλοί μεταφραστές, κάποιοι από τους οποίους ήταν πεζογράφοι πρώτης γραμμής με δυνατή προσωπική γραφή (Ε. Δ. Ροΐδης, Φώτης Κόντογλου, Κοσμάς Πολίτης). Η δουλειά τους, εκτός του ότι είναι μια παρακαταθήκη, έχει δημιουργήσει και ένα μεταφραστικό ιδίωμα το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί από τους νεότερους.

Σε αυτούς στράφηκα αρχικά και έπειτα στα ομοειδή νεοελληνικά πεζογραφήματα, στα πεζογραφήματα, δηλαδή, που αφηγούνταν μια θαλασσινή περιπέτεια. Είδα όμως ότι το ελληνικό ιδίωμα της ναυτικής περιπέτειας (Τα Λόγια της Πλώρης, Οι Σπογγαλιείς του Αιγαίου κ.ά.) που δεν μπορούσε να αναμετρηθεί με τον Πόε. Τότε, πρώτη έγνοια μου έγινε η διατήρηση της ατμόσφαιρας του μυθιστορήματος, με τη βοήθεια του ρυθμού του νεοελληνικού λόγου, όπως τον σφυρηλάτησαν οι μεγάλοι μάστορές του, πεζογράφοι, ποιητές και δοκιμιογράφοι.

Εν κατακλείδι, όταν μεταφράζω νιώθω πάντα ότι κάνω μια ατελή διαίρεση που το υπόλοιπό της το χρωστάω, ες αεί, και στις δύο γλώσσες.

Υ.Γ.: Πόε ή Πόου; Κάποια πράγματα έχουν καταγραφεί βαθιά στο υποσυνείδητο και δεν γίνεται να αλλάξουν εύκολα. Αλήθεια, ποιος σήμερα θα τολμούσε να μεταφράσει τον Γιάννη Αγιάνη − Ζαν Βαλζάν, η την Τιτίκα – Κοζέτ; Κάτι λέει γι’ αυτό η κυρία Παπαδήμα στο βιβλίο της, σελ. 33. Για μένα, πάντως, Πόε!

Πολύκαρπος Πολυκάρπου (Πηγή: www.ert.gr)

`

***********************************************************

Ο Πολύκαρπος Πολυκάρπου γεννήθηκε το 1942 στη Νέα Ιωνία Αττικής από γονείς Μικρασιάτες, πρόσφυγες από τη Σπάρτη της Πισιδίας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο, Θεατρολογία στο ΕΚΠΑ – όπου έκανε και το αντίστοιχο μεταπτυχιακό, και φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης. Δούλεψε ως ηθοποιός και σκηνοθέτης στην Ελλάδα και την Κύπρο. Διδάσκει Ιστορία θεάτρου και υποκριτική στη Σχολή Δραματικής Τέχνης της Μαίρης Ραζή «Η πρόβα». Έχει μεταφράσει βιβλία και θεατρικά έργα των Peter Wollen, Syd Field, James Romm, Alan Sommerstein, Μολιέρου, Arthur Miller κ.ά. Μεταφράσεις και άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά καθώς και στις εφημερίδες «Χαραυγή» και «Αυγή».