Το Α’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ http://www.poiein.gr/2017/08/24/rafael-obligado-argentina-1851-1920-dhiethiaoa-iaoon-adhssiaoni-ooynaeio-ioynooao/

 

 

Ο ήλιος κρύβεται: φλέγεται

ο ορίζοντας, φεγγοβολάει,

κι απάνω στον κάμπο απλώνεται

ολόχρυση  εταμίνα, ανάλαφρη.

Φυσάει  πράο τ’ αγέρι

και απ’ την αχανή περιφέρεια

στη ψυχή άλλη δεν φτάνει κραυγή

μήτε στην καρδιά νανούρισμα άλλο

εχτός απ’ τον ψιθυρισμό τον μονότονο

που ‘ ναι η φωνή που έχει το άπειρο.

`

Ο Σάντος Βέγκα την πεδιάδα διασχίζει ,

σηκωμένο  του καπέλου το γείσο,

που  της Πάμπας ο άνεμος ψηλά το κρατάει

στην μέγιστη ορμή του .

Ντυμένος με  Αμερικάνικο πόντσο,

που στον  λαιμό  λυτό  κυματίζει.

και στα μαλλιά του, σπίθες  πετώντας,

και στου μετώπου το μπρούντζο,

όπως δύει  τον σμιλεύει ο ήλιος

με την τελευταία λαμπερή ηλιαχτίδα.

`

Που  να πηγαίνει; Απόμακρος  φαίνεται

από ενός ομπού την υψωμένη  κορυφή,

σαν να  κατασκοπεύει το φευγιό

του φωτός π’ αργοσβήνει .

Κάτω από έναν ίσκιο γίγαντα

του   δέντρου που ειν’ προστάτης

μια  στέγη ,  εργόχειρο φίνο

καλαμοσκεπής απαστράπτουσας,

στο καλύβι υψώνεται εκεί μέσα που κατοικεί

του payador  η αγαπημένη.

`

Στον κορμό του αυτή έχει καθίσει,

στις σκέψεις της χάνεται και τον προσμένει,

και στα χυτά,  μαύρα μαλλιά της

βυθίζει  το χέρι της το ροδαλό της .

Τον βλέπει να ‘ρχεται: κι από το σούρουπο

ακόμη πιο πράα είναι τα μάτια της

τα σφαλίζει τότε  άδεια από  λύπες,

γιατί είναι που όλη την έκσταση της

 κείνος ξυπνάει μ’  ένα φιλί του

δοσμένο πάνω  στο μελαμψό της το μέτωπο

`

Πριν φτάσει καν, τ’ αγαπημένα χείλη

αγγίζουν  το μέτωπο το λατρεμένο.

Και μια πνοή όλο ζωή αρχίζει να ίπταται

μέσα από τα κλαδιά τα σιωπηλά…

Ένα «αχ!»  που μόλις βγήκε ,

σαν να ‘ταν του φοίνικα ψιθυρισμός

 στης ατμόσφαιρας την νηνεμία γυρνοβολάει  ∙

κι εκείνη, προσποιούμενη δήθεν ενόχληση

κάτι  μάτια σηκώνει κατά τον κύρη της

που είναι  της ψυχής της δυο ασπασμοί .

`

Σκοτάδι έπεσε.  Για λίγο μόνο

ξαπόστασε ήσυχη η   Πάμπα ,

όταν ένα  γρατσούνισμα αρμονικό

με νότες κατοίκησε τον άνεμο.

Μετά, το  ευφρόσυνο  όργανο

να δονείται πήρε σ’  ερωτικό μοιρολόι,

και, στου τροβαδούρου τον  ώμο,

γεμάτη θλίψη αγαπησιάρικη

εκείνη το κεφάλι της γέρνει

 να τ’  ακούσει καλύτερα.

`

«Το μακρινό  το σύννεφο είμαι εγώ

(ο  Βέγκα έλεγε με το τραγούδι του)

που με τα ερέβη της  νύχτας μαζί,

σαν  φτάσει  το χάραμα, το έχει σκάσει·

είμαι το φως,  που στο  παραθύρι σου μέσα

ρίχνει η σελήνη σε δέσμες φωτός·

εκείνο που μικράκι σαν ήσουν  κούνια,

τα μάτια σου άνοιξε τα γελαστά·

εκείνο που ζωγραφίζει τα όνειρα σου

μέσα σε λίμνη ερημική. »

`

«Εγώ είμαι η μουσική η ακαθόριστη

που ως τις γραμμές του ορίζοντα ακούγεται,

αυτή η αρμονία που αντιπαλεύει

 τη σιωπή, και ύστερα παίρνει να γαληνεύει ·

ο ολόδροσος άνεμος που ευφρόσυνος γίνεται

με το πέταγμα του το ανυποχώρητο

που  στου ομπού την κορυφή

την θαρραλέα την πάει πέρα-δώθε ·

και η κιθάρα η πονεμένη

που ‘χει συνήθειο της  να σε κάνει να κλαις!»

`

Απαλό ψιθύρισμα ενός στεναγμού,

ενός αγγίγματος που δάκρυα  φέρνει,

την φοβερή σκιά βαθιά τη ράγισε ,

τριγμούς προκάλεσε στο κοιμώμενο δέντρο.

Κατόπιν, ο  υπόκωφος  θόρυβος

σπασμένων χορδών παντού ακούστηκε ·

ένας στρόβιλος  πέρασε

χτυπώντας το ράντσο το κοντινό ∙

και στα περάσματα της πεδιάδας

βυθίστηκαν όλα μες την σιωπή.

`

Μετά, το κενό  πυρπολώντας

ψηλά σηκώθηκε η χαραυγή,

με κείνο το βλέμμα της το λευκό

που σπίθες κάνει να πετιούνται απ’ την πάχνη  .

Κι όταν ο ήλιος μες το ποτάμι

έχυσε εκεί τις πρώτες του φλόγες,

  ένας ίσκιος ανάλαφρος φάνηκε

που προς τη δύση πήγαινε για να κρυφτεί ,

και το ψηλό ομπού να τραμπαλίζεται πήρε

πάνω απ’  τα ερείπια τα παλιά.

`

***************************************************************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

 

O Rafael Obligado (Αργεντινή, 1851-1920) είναι ένας από τους διακεκριμένους εκπρόσωπους της ρομαντικής ποίησης της Αργεντινής, και συγκεκριμένα της ποίησης gauchesca που έχει ως σημείο αναφοράς της τους ανθρώπους της Αργεντίνικης Πάμπας (gauchos)  και που έδωσε σημαντικά έργα στην εποχή της, έχοντας ως βασικούς της εκπρόσωπους, εκτός από τον Rafael Οbligado, τους José Hernández και Hilario Ascasubi.  Η επιθυμία του να αφοσιωθεί στην ποίηση τον έκανε να εγκαταλείψει τις σπουδές του στην Νομική. Το έργο του αναγνωρίστηκε πολύ γρήγορα και τον καθιέρωσε ως  μια από τις λαμπρές μορφές,  του πνευματικού κόσμου της χώρας του, όπου αργότερα ήτανε ένας από τους θεμελιωτές της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες. Το 1883 εξέδωσε το ποίημα «Σάντος Βέγκα», που υπήρξε ένα εμβληματικό έργο στην εποχή του. Πρόκειται για μια μεγάλη σε έκταση ποιητική σύνθεση, εμπνευσμένη από ένα αληθινό πρόσωπο, τον τροβαδούρο (payador) Σάντος Βέγκα, που είχε αποκτήσει διαστάσεις λαϊκού θρύλου και είχε  απασχολήσει  και άλλους  ποιητές της και πεζογράφους εποχής εκείνης. Ο Σάντος Βέγκα, σύμφωνα με τον θρύλο ήταν ένας λαϊκός, αυτοδίδακτος  βάρδος που μάγευε τα πλήθη με την κιθάρα και τη φωνή του. Μέχρι που κάποια στιγμή αναγκάζεται να δεχτεί μια μουσική αναμέτρηση με  έναν εντυπωσιακό, τόσο στην   εμφάνιση   όσο και στις φωνητικές  ικανότητες,  νέο που σύμφωνα με τον θρύλο ήταν ο ίδιος ο διάβολος. Τον θρύλο  αυτόν, ο εκάστοτε δημιουργός που καταπιάστηκε μαζί του για να του δώσει λογοτεχνική μορφή , τον προσέγγισε με διαφορετικό τρόπο και μέσα από διαφορετικό πρίσμα κάθε φορά. Έτσι, στις πιο συχνές εκδοχές του,  άλλοτε εκλήφθηκε σαν μια αλληγορία του Προπατορικού Αμαρτήματος κι άλλοτε σαν μια αναμέτρηση μεταξύ παράδοσης και προόδου.   Όσον αφορά τον «Σάντος Βέγκα» του Rafael Obligado πρόκειται,   από τεχνικής και λογοτεχνικής άποψης, σύμφωνα με τη γνώμη διαφόρων μελετητών, για την  πιο αριστοτεχνική, ποιητική  απόδοση.

Το ποίημα είναι γραμμένο σε τρία μέρη (μερικά χρόνια αργότερα ο ίδιος ο ποιητής πρόσθεσε ένα ακόμη, εμβόλιμο  μέρος)  σε στροφές δέκα οκτασύλλαβων στίχων (décimas).