ΟΥΤΕ ΠΟΥ ΞΕΡΩ ΠΟΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΗΤΑΝ, όταν κάποιος τραπεζίτης από το Παρίσι, που διατηρούσε στη Γερμανία εμπορικές σχέσεις μεγάλου εύρους, δεξιωνόταν έναν από εκείνους τους φίλους, άγνωστους για μεγάλο χρονικό διάστημα, τους οποίους οι μεγαλέμποροι κάνουν από μέρος σε μέρος δι’ αλληλογραφίας. Αυτός ο φίλος, αφεντικό σε ποιος ξέρει ποιον αρκετά σημαντικό εμπορικό οίκο της Νυρεμβέργης, ήταν ένας καλοκάγαθος και παχύς Γερμανός, άνθρωπος με αγάπη για το κάλλος και την πολυμάθεια, άνθρωπος που αγαπούσε πάνω απ’ όλα την πίπα του∙ είχε ένα ωραίο και πλατύ νυρεμβεργιανό πρόσωπο, μέτωπο τετράγωνο και αρκετά αποψιλωμένο, στεφανωμένο με μερικά, αρκετά αραιά, ξανθά μαλλιά. Παρουσίαζε τον ανθρώπινο τύπο των τέκνων εκείνης της αγνής και ευγενικής Γερμανίας, της τόσο γόνιμης σε χαρακτήρες άξιους τιμής, που τα ειρηνικά της ήθη δεν αποδείχθηκαν απατηλά ακόμα και ύστερα από επτά επιδρομές. Ο ξένος γελούσε απονήρευτα, άκουγε προσεκτικά κι έπινε αξιοσημείωτα πολύ, δείχνοντας μάλλον να αγαπά τον καμπανίτη οίνο το ίδιο με τα υπόξανθα κρασιά του Γιοχάνισμπεργκ. Ονομαζόταν Χέρμαν, όπως σχεδόν όλοι οι Γερμανοί τους οποίους ανεβάζουν στη σκηνή οι συγγραφείς. Ως άνθρωπος που τίποτα δεν ξέρει να κάνει με επιπολαιότητα, είχε καλοκαθίσει στο τραπέζι του τραπεζίτη, έτρωγε μ’ εκείνη την —τόσο ξακουστή στην Ευρώπη— τευτονική όρεξη και αποχαιρετούσε με ευσυνειδησία την κουζίνα της μεγάλης ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ. Για να τιμήσει τον φιλοξενούμενό του, ο οικοδεσπότης είχε προσκαλέσει ορισμένους στενούς φίλους, κεφαλαιούχους ή έμπορους, και πολλές γυναίκες, αξιέραστες, όμορφες, των οποίων η χαριτωμένη φλυαρία και οι ανυπόκριτοι τρόποι εναρμονίζονταν με τη γερμανική εγκαρδιότητα. Στ’ αλήθεια, αν μπορούσατε να δείτε —όπως εγώ είχα την ευχαρίστηση να δω— εκείνη τη χαρούμενη συνάθροιση ανθρώπων που είχαν μαζέψει τα εμπορικά τους γαμψόνυχα για να κερδοσκοπήσουν πάνω στις απολαύσεις της ζωής, θα σας ήταν δύσκολο να μισήσετε τα προεξοφλητικά επιτόκια των τοκογλύφων ή να ρίξετε ανάθεμα στις χρεοκοπίες. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει πάντα το κακό. Επίσης, ακόμα και μεταξύ των πειρατών, πρέπει να υπάρχει κάποια γλυκιά στιγμή, κατά την οποία θα νομίζατε πως είναι πάνω στο απαίσιο πλοίο τους όπως θα ήταν σε μια αιώρα.

«Προτού να αποχωριστούμε, ο κύριος Χέρμαν θα μας διηγηθεί, ευελπιστώ, ακόμα μία γερμανική ιστορία που θα μας τρομάξει για τα καλά!».

Αυτά τα λόγια ειπώθηκαν στο επιδόρπιο από μια νεαρή ύπαρξη, χλωμή και ξανθή, η οποία, δίχως αμφιβολία, είχε διαβάσει τα παραμύθια του Χόφμαν και τα μυθιστορήματα του Ουόλτερ Σκοτ. Ήταν η μοναχοκόρη του τραπεζίτη, πλάσμα θεσπέσιο, που η παιδεία της τελείωνε στο Γυμνάσιο και η ίδια ξετρελαινόταν με τα έργα που παίζουν εκεί. Εκείνη τη στιγμή, οι συνδαιτυμόνες βρίσκονταν σε αυτή την ευδαιμονική διάθεση νωθρότητας και σιωπής, στην οποία μας βάζει ένα απολαυστικό φαγοπότι όταν έχουμε κάπως υπερεκτιμήσει τη δύναμη του πεπτικού μας συστήματος. Με την πλάτη ακουμπισμένη στο κάθισμα και τον καρπό ελαφρά στηριγμένο στην άκρη του τραπεζιού, κάθε συνδαιτυμόνας έπαιζε ράθυμα με την επιχρυσωμένη λάμα του μαχαιριού του. Όταν ένα δείπνο πλησιάζει στη στιγμή του τέλους του, ορισμένοι πιλατεύουν τον σπόρο ενός αχλαδιού∙ άλλοι πλάθουν μπαλάκια από την ψίχα του ψωμιού ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη∙ οι ερωτευμένοι σχεδιάζουν ακαθόριστα γράμματα με τα απομεινάρια των φρούτων∙  οι τσιγκούνηδες μετρούν τα κουκούτσια τους και τα παρατάσσουν πάνω στο πιάτο, όπως ένας δραματουργός τοποθετεί τους κομπάρσους του στο βάθος της σκηνής. Είναι οι μικρές γαστρονομικές απολαύσεις, τις οποίες δεν έλαβε υπόψη στο βιβλίο του ο Μπριγιά-Σαβαρέν, τόσο εμπεριστατωμένος συγγραφέας κατά τα άλλα. Οι υπηρέτες είχαν φύγει. Το επιδόρπιο έμοιαζε με στολίσκο έπειτα από ναυμαχία∙ το κάθε τι αχρηστευμένο, λεηλατημένο, κατεφθαρμένο. Τα πιάτα περιφέρονταν εδώ κι εκεί πάνω στο τραπέζι, παρόλη την πεισματική επιμονή, με την οποία η οικοδέσποινα πάσχιζε για να τοποθετηθούν και πάλι στη θέση τους. Μερικά από τα πρόσωπα κοίταζαν ελβετικά τοπία, συμμετρικά κρεμασμένα στους γκριζωπούς τοίχους της τραπεζαρίας. Δεν έπληττε κανείς από τους ομοτράπεζους. Δεν γνωρίζω ούτε έναν άνθρωπο που να είναι ακόμα θλιμμένος, ενόσω χωνεύει ένα καλό δείπνο. Μας αρέσει, λοιπόν, να καθόμαστε δεν ξέρω κι εγώ σε ποια μορφή αταραξίας, ένα είδος χρυσής τομής ανάμεσα στην ονειροπόληση του στοχαστή και στον κορεσμό των μηρυκαστικών ζώων, που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε υλική μελαγχολία της καλοφαγίας. Ομοίως, οι συνδαιτυμόνες στράφηκαν αυθόρμητα προς το μέρος του καλού Γερμανού, ενθουσιασμένοι όλοι τους που θα είχαν ν’ ακούσουν μια ποιητική αφήγηση, ακόμα και αν ήταν χωρίς ενδιαφέρον. Κατά τη διάρκεια εκείνου του ευλογημένου διαλείμματος, η φωνή ενός αφηγητή μοιάζει πάντα εξαίσια στις ναρκωμένες μας αισθήσεις∙ ευνοεί την αρνητική ευτυχία τους. Εγώ, θηρευτής εικόνων, αποθαύμαζα γύρω μου τα πρόσωπα που φαιδρύνονταν από κάποιο χαμόγελο και φωτίζονταν από τα κεριά, φλογισμένα από την ευωχία∙ οι διαφορετικές εκφράσεις των προσώπων προξενούσαν διασκεδαστικές εντυπώσεις εν μέσω των πολύφωτων, των κανίστρων από πορσελάνη, των φρούτων και των κρυστάλλων.

Ξάφνου, προσήλωσε τη φαντασία μου η θωριά ενός συνδαιτυμόνα, ο οποίος καθόταν ακριβώς απέναντί μου. Ήταν άντρας μεσαίου αναστήματος, παχουλός, περιγελαστικός, είχε το παρουσιαστικό και τους τρόπους ενός μεσίτη συναλλαγών κι έμοιαζε να μην είναι προικισμένος παρά μόνο με μια πολύ συνηθισμένη διάνοια, δεν τον είχα επισημάνει ακόμα∙ εκείνη τη στιγμή, το πρόσωπό του μου φάνηκε πως άλλαξε ύφος, σκοτεινιασμένο, δίχως αμφιβολία, από κάποια αλλοίωση του φωτισμού∙ είχε γίνει κάτωχρο και βιολετί αποχρώσεις το αυλάκωναν. Θα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν η νεκρική όψη ενός ανθρώπου που ψυχορραγούσε. Ασάλευτος όπως τα ζωγραφισμένα πρόσωπα στο διόραμα, με βλέμμα αποχαυνωμένο και καρφωμένο στις έδρες ενός κρυστάλλινου πώματος που στραφτάλιζαν∙ μα, στα σίγουρα, δεν τις μετρούσε κι έμοιαζε βυθισμένος σε κάποια εκστατική ενατένιση του μέλλοντος ή του παρελθόντος. Αφού εξέτασα για πολλή ώρα αυτό το αμφίθυμο πρόσωπο, μου γεννήθηκαν αυτές οι σκέψεις: «Άραγε, υποφέρει;», είπα από μέσα μου, «μήπως ήπιε πολύ; Μήπως καταστράφηκε από μια πτώση των κρατικών χρεογράφων; Και αν σκέφτεται πώς να εξαπατήσει τους πιστωτές του;».

«Κοιτάξτε!», είπα στη διπλανή μου, δείχνοντάς της το πρόσωπο του άγνωστου, «αυτό δεν είναι μια χρεοκοπία που ανθίζει;».

«Α, όχι!», αποκρίθηκε, «θα ήταν πιο χαρούμενος». Έπειτα πρόσθεσε, σηκώνοντας το κεφάλι της με χάρη: «Αν αυτός καταστραφεί ποτέ οικονομικά, θα πάω να το πω μέχρι το Πεκίνο! Διαθέτει ένα εκατομμύριο σε επενδύσεις ακινήτων! Είναι τέως προμηθευτής των αυτοκρατορικών στρατευμάτων, ωραίος τύπος, αρκετά εκκεντρικός. Νυμφεύθηκε για δεύτερη φορά από συμφέρον, κι εντούτοις κάνει τη γυναίκα του εξαιρετικά ευτυχισμένη. Έχει μια όμορφη κόρη, την οποία δεν ήθελε να αναγνωρίσει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα∙ μα ο θάνατος του γιου του, που δυστυχώς σκοτώθηκε σε μονομαχία, τον υποχρέωσε να την πάρει στο σπίτι του, καθότι δεν μπορούσε πια ν’ αποκτήσει παιδιά. Το καημένο το κορίτσι έγινε με αυτόν τον τρόπο μια από τις πλουσιότερες κληρονόμους στο Παρίσι. Η απώλεια του μοναχογιού του έριξε αυτό τον αξιαγάπητο άνθρωπο σε μια θλίψη, η οποία κάνει και πάλι την εμφάνισή της από καιρό σε καιρό».

Εκείνη τη στιγμή, ο προμηθευτής σήκωσε τα μάτια του προς το μέρος μου∙ το βλέμμα του μ’ έκανε να τιναχτώ από τη θέση μου — τόσο σκυθρωπό και συλλογισμένο ήταν! Αναμφισβήτητα, εκείνη η ματιά που μου έριξε συνόψιζε μια ολόκληρη ζωή. Αλλά μονομιάς η φυσιογνωμία του ξανάγινε χαρούμενη∙ πήρε το κρυστάλλινο πώμα, με μια μηχανική κίνηση το τοποθέτησε σε μια καράφα που βρισκόταν γεμάτη νερό μπροστά στο πιάτο του και γύρισε το κεφάλι προς τον κύριο Χέρμαν χαμογελώντας. Αυτός ο άντρας, σε μακάρια ευδαιμονία από τις ηδονές της καλοφαγίας, αναμφίβολα δεν είχε δεύτερες σκέψεις στο κεφάλι του και τίποτα δεν τον απασχολούσε. Ντρεπόμουν επίσης, κατά κάποιον τρόπο, που σπαταλούσα τη μαντική μου επίνοια για την ποταπή ψυχή ενός χοντρόπετσου χρηματιστή. Για όσο διάστημα επιδιδόμουν ματαίως σε φρενολογικές παρατηρήσεις, ο καλοκάγαθος Γερμανός είχε μπουκώσει τη μύτη του με μια πρέζα καπνού και ξεκινούσε την ιστορία του. Θα μου ήταν αρκετά δύσκολο να την αναπαράξω με τις ίδιες διατυπώσεις, με τις συχνές παύσεις του και τις διεξοδικές παρεκβάσεις του. Κι επιπλέον, την έγραψα όπως μου άρεσε, αφήνοντας τα λάθη στον άντρα από τη Νυρεμβέργη και ιδιοποιούμενος ό,τι μπορεί να είναι ποιητικό και ενδιαφέρον σε αυτή την ιστορία, με την αθωότητα των συγγραφέων, οι οποίοι ξεχνούν να βάλουν στον τίτλο των βιβλίων τους: μεταφρασμένο από τα γερμανικά.

 

***********************************************************

 

Η Ιστορία στην «Ανθρώπινη Κωμωδία» του Μπαλζάκ είναι πρώτα απ’ όλα η Ιστορία της διαφοράς και της αντίθεσης μέσα από ανταγωνισμούς και κερδοσκοπίες, κληρονομιές και δολοφονίες, μικρές ραδιουργίες και «αόρατες» συνωμοσίες.

Το «Ένα επεισόδιο από την εποχή της Τρομοκρατίας» και «Το κόκκινο πανδοχείο», ως συστατικά μέρη της «Ανθρώπινης Κωμωδίας», δεν διαθέτουν ως μοναδικό τους σύνδεσμο το ότι διαδραματίζονται σε συγκεκριμένες φάσεις από την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης. Αν και με διαφορετικό τρόπο, συναντάμε και στα δύο το χρήμα και το αίμα – ή το χρυσάφι και ένα κομμένο κεφάλι.

Ο Μπαλζάκ, με την «επαναστατική διαλεκτική» του, μας δίνει δύο καταπληκτικές ρεαλιστικές ιστορίες από την «κοινωνία» της «Ανθρώπινης Κωμωδίας».