Τα νυχτοπούλια

 

Τα γεράκια του Χόπερ δεν πετούνε

Ούτε τη νύχτα ούτε καν τη μέρα

Είναι θρονιασμένα σε κάτι ψηλά σκαμνιά

Οι γαμψές τους μύτες είναι χαμηλά στραμένες

Το ένα απ’αυτά θα ‘τριβε και θα ‘σφιγγε νωρίτερα τον μακρύ λαιμό του

Θα προσπαθούσε να διώξει τ’άλλο το χέρι.

Όχι εκείνο που κρατάει το θάνατο ανάμεσα στα δυο του δάχτυλα

Αυτό που τώρα το χαιδεύει

Αυτό που το πνίγει.

Είναι πιο γρήγορος και πιο νόστιμος

Απ’την μοναξιά ο καπνός.

Τέσσερα σκαμνιά παραδίπλα

Ακόμα ένα.

Ήταν όλα τους σκυμμένα

Γυρτά

Μοιράζονταν την ίδια μοναξιά

Του πιο φωτεινού καφέ της πολής

Την πιο σκοτεινή νύχτα του κόσμου

Λες και τη σχίζανε σε μικρά κομμάτια.

Δεν κοιταχτήκανε στιγμή.

Το βλέμμα του καρφωμένο στο δηλητήριο που σέρβιραν μπροστά του

Οι ψυχές τους όχι σκοτεινές, άδειες

Και τα ποτήρια τους.

Δεν είδε κανένα τους έναν άντρα αλλοπαρμένο

Στέκεται απ’έξω ξένος

Στον δρόμο

Έναν άδειο και σκοτεινό.

Κοιτάζει τα μέσα της βιτρίνας απ’τη γωνία

Καταλαβαίνει άραγε;

Ίσως να ήθελε κι αυτός να κομματιάσει λιγάκι τη μοναξιά του

Μα καλά

Δε βλέπει πως ούτε πόρτες υπάρχουν ούτε παράθυρα;

Ούτε μπορει να μπει κανείς

Μα ούτε και να βγει

Σ’αυτή τη νέα πόλη όλα είναι σκοτεινά

Μόνο εκεί που ζει η μοναξιά φωτίζει ολόγυρα

Είναι όλοι τους αιχμάλωτοι.

Εμείς.

Οι μόνοι.

`

*

Ανταλλαγή

 

Πήγα κι εγώ κάποτε μια εκδρομή

Μα δεν επέστρεψα ακόμη

Δεν επέστρεψα ποτέ

Μου κόστισε ακριβά η ελευθερία

 

Την είδα τη ζωή νωρίτερα

Μου άρεσε

Την αγάπησα

Μάλλον όχι τόσο ώστε να επιστρέψω.

Η πιο επικίνδυνη στιγμή άλλωστε

Ήταν πάντα η προσγείωση

 

Την αντίκρυσα τη νύχτα

Όχι όπως εσείς

Ούτε φώτα ούτ’ άστρα ούτε φεγγάρι

Ερεβώδης,

Κενό

Τη μέρα εκτυφλωτική

Ούτε ήλιος, ούτε γαλάζιος ουρανός

 

Τις είδα όμως να εναλλάσσονται μονομιάς

Είδα κανέναν και τίποτα να μην έρχεται

 

Τη μια στιγμή πέταγα από πάνω μου

την πενταβρόμικη ζακέτα μου

Η λάβα απ’τον πυρήνα ολόκληρης της γης ζέσταινε τα πόδια μου

Και τα σύννεφα γαργαλούσαν τα μάγουλα μου

Όλος ο κόσμος χωρούσε μες στη χούφτα μου

Μέχρι και τα φυτά άκουγα να αναπνέουν

Και κάθε πλάσμα μου να μ’ευχαριστεί

Μπορούσα να ‘μαι ο Θεός.

Ήμουνα πια ελεύθερη

Από δεσμά κι ό,τι άλλο ανθρώπινο

 

Σαν έστρεφα όμως το κεφάλι μου

Απ’την άλλη

Έψαχνα να βρω αυτή τη ρημαδιασμένη τη ζακέτα μου

Κάπου ανάμεσα στα χώματα ή στα χορτάρια

Και την ξαναφόραγα

Και τότε προσκυνούσα ό,τι πιο πανάθλιο, τιποτένιο και γελοίο είχα ακουστά

Και προσευχόμουν γι’ αυτό

Κυλιόμουν χάμω σαν το σκουλίκι

Ημουν διπλωμένη

ξεσκίζοντας τα γόνατά μου

Ακούμπαγα τα χέρια μου στις λάσπες και τα τέντωνα

Τα τέντωνα

Ικέτευα

Ικέτευα για να σωθώ

Για να με σώσει

Κάποιος από κάτι

Ή κάτι από κάποιον

 

Μια φωνή δίπλα μου

Ζητούσε να επιστρέψω

Διάλεξα να μην την ακούω

Κι ας την αγάπησα τόσο

Αφού ήξερες πόσο πολύ μ’αρεσαν αυτές οι εκδρομες

 

Και διάλεξα λοιπόν

Διάλεξα χωρίς επιλογή

Εκείνη τη μέρα, εκείνη τη στιγμή διάλεξα

Εσείς μπορεί να διαλέγατε τη ζωή

Εγώ διάλεξα αυτές τις ατέρμονες εκδρομές

Αυτές τις εκδρομές με την πιο απλή στροφή του λαιμού μου

Την πιο απλή στροφή που μπορεί να κάνει ένας λαιμός.

Από τότε

Δεν μπορώ πια να επιστρέψω

Ούτε και να ξαναφύγω

Λοξοδρόμησα, βλέπετε

 

Κι αυτό το ξεροκέφαλο δεν μπορούσε με τίποτα να μείνει σε μια μεριά