ΕΛΕΗΣΤΕ

 

Ελεήστε.

Ελεήστε. Σώστε και ελεήστε.

Να ‘σχωρεθούν τα πεθαμένα σας,

ωάρια.

Ευλόγησον Κύριε Παντοπώλα Μας,

Μετά της Μητρός Σας,

Παναγιότατη Ε.Π.Ε. Σας,

Το Πραλινάτο Κρουασάν,

Την Υγρή Μουτσαρέλλα,

Τη Φυστικωτή Μορταδέλα.

 

Στο πάγκο αλλαντικών Σας,

οικόσιτη νοικοκυρά,

γονυπετής,

με εικονίτσα mastercard,

ανάμεσα στα δόντια,

στα σκέλια ημιπάρθενος,

κάτω από την λευκή σας ρόμπα,

το νεκρό σας φαλλό,

δοξολογεί με «ωσαννά»,

κροταλίζοντας καινούργια μασέλα,

τον πρώιμα ηττημένο Πρίαπο,

τον νικηφόρο τραπεζοϋπάλληλο,

τη σύνεσή Σας,

τη τρισυπόστατη μονάδα

εξ αδιαιρέτου εταιρικού δικαίου,

το χλωρινισμένο σας Κατάστημα.

 

Ελέησον, Ελέησον,

τη δούλη σας,

των POS Σας,

και κοινωνήστε την πιστή,

που ξόανα φέρουσα,

μπιζού,

Φετάκι Σαλαμάκι.

 

Σώστε και ελεήστε κι εμένα

και δώστε το κατιτίς σας,

– καλό να βρείτε,

μεγάλη πόρτα συρόμενη να περάσετε –

Το ένα σας cent,

Το κουμπί της κιλότας σας,

Τη μπαλένα του σουτιέν σας,

Το τσιμπιδάκι της περούκας σας,

πάρτε ως ενέχυρο,

από τα χέρια μου,

αυτήν εδώ την καρφίτσα του Οιδίποδα,

βαφτιστικό μου δώρο,

κι αποτρέψατε απ’ εμού,

τη μοίρα της

αυτάδελφους

αεργούς Μήδειας.

 

 

*Στη Νόπη, «Γιατί, καλή μου, ποτέ το super market δεν θα είναι πια το ίδιο.»

 

*

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ

 

Θα αφήσω να ζει ανάμεσά σας η αδιαφορία μου,

ενώ στην ουσία εγώ θα έχω μετακομίσει στα εσωτερικά μιας άγριας αγκινάρας

ή σε ένα μύδι του ωκεανού.

Η αδιαφορία μου, θα Σας κοιτάζει στο πρόσωπο,

ως κάποιου ανθρώπου που έχει κουραστεί πολύ

και βιάζεται σπίτι του να πάει.

Θα πείτε πως

“Κρίμα, δεν έφτασε ο πηλός στον Ιησού να του ανοίξει τα μάτια.

Ήταν, αλήθεια, πιο καλός να μετατρέπει το νερό κρασί,

να γεμίζει κούπες στα χέρια των παρθένων,

τραπεζοκόμος κι υπηρέτης,

σε πανηγύρια ψαροφαγίας,

και στα λουτρά της Βηθεσδά.

Τους υπόλοιπους τους άφησε χωλούς”.

 

Θα λέτε πως δεν έχετε ξαναδεί πιο καθημερινό άνθρωπο.

Εγώ θα σας προσφέρομαι με αδιαφορία απλόχερα σε φέτες ψωμιού σε δίσκο.

Εσείς, θα τρώτε τον άρτο τον επιούσιο

και θα με τινάζετε, χωρίς προφάσεις, στα χαλιά σας.

Θα λερωθούν τα σπίτια σας,

από αυτό που ποτέ δεν ήμουν,

που επιμόνως εσείς δεν αντιληφθήκατε,

από ψίχουλα που ‘χει σκαρτάρει η βουλιμία σας,

κι από κλώνους πικροράδικο,

που στόλιζαν το μέτωπό μου.

 

*

ΤΕΤΑΡΤΑ

 

Αυτός ο τόπος δεν μας ανήκει.

Μας χώνει σαν κόκκαλο ανάμεσα στα δόντια την ενόχληση της προσωρινότητά μας.

Αυτός ο τόπος που φτάσαμε δεν μας αξίζει.

Οι ιθαγενείς του είναι λίγο φιλόδοξοι και υποφέρουν από μία χρονίζουσα υπνηλία.

Ικανοποιούνται με τα λόγια.

Κρατούν επίμετρα και καζαμίες που προλέγουν επιγραμματικά το μέλλον.

Περιλήψεις για επουράνιους παραδείσους μετά θάνατον,

μετά την Μεγάλη Παύση τους.

Κάποτε, είπαν, πέρασαν Σωτήρες από το χωριό

και χάθηκαν πίσω από τελευταίο σπίτι.

Πρόλαβαν και τράβηξαν από τα κλήματα σταφύλια και δυο κότες.

Ούρλιαζαν Αλληλούια.

Δεν γνωρίζουν οι συντοπίτες

ποιος από αυτούς γκάστρωσε την χοντρή σπιτονοικοκυρά

που άπλωνε τα ρούχα.

Από μέσα της, ξεπήδησε ένα μογγολάκι

και το ‘χουν τώρα πια για προφήτη:

είναι το μοναδικό που μένει βουβό σε ένα κόσμο που κρώζει.

Αυτό πάλι λίγο μας μοιάζει.

 

 

Αυτός ο τόπος δεν μας σηκώνει.

Στις πορώδεις πέτρες του,

που γίνονται θρύψαλα στις βαριές μας προδοκίες,

δεν πιάνει σπόρος,

δεν δένουν άγκυρες και ρίζες.

Το ξέρουμε πως δεν θα απλωθούν παλάμες, δάχτυλα.

Όπως στην πάλη του έρωτα κορμί που δεν το κατέχεις

και κάπως όλο σου φαίνεται,

πως πάντα σου ξεφεύγει στα κατωσέντονα.

Γλιστρά σαν το σαπούνι στον κατάδικο

κι όλο κάποιο κρέας περισσεύει.

Και πάντα θα εξέχει.

 

Ό,τι περισσεύει δεν κόβεται.

Ό,τι περισσεύει βλασταίνει.

Πολλαπλασιάζεται με τον εαυτό του,

σαν τις παραφυάδες.

Αργά ή γρήγορα θα συρθεί κάτω από την πόρτα,

θα αλλάξει τετράγωνο και πόλη – άλλη χώρα,

άλλη ήπειρο.

Εσύ θα κρατάς στο κρεβάτι ακίνητη μια φθηνή λύση,

μια ιδέα φόβου,

το ερμαφρόδιτο ουδέτερό της.

 

Είμαι σε έκλειψη.

Είμαι σε έλλειψη.

Οι ιστορίες σας, μου έφαγαν τα τέταρτα.

 

*

ΠΟΙΟΣ ΕΙΠΕ ΟΤΙ ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΔΕΝ ΚΛΑΙΝΕ;

 

Ξαφνική , αναπάντεχη υποτροπή,

σαν ύπουλη φλεγμονή που καλπάζει πάνω μου,

με χτυπά πισώπλατα,

μου στέκεται μπροστά,

σφαδάζω

από διαμπερή πόνο

από σκουριασμένο μέταλλο,

σύνδεσμος παλιάς περόνης,

που δεν είχε τελικά δέσει,

με κυριεύει ο τέτανος,

ο πυρετός της ανάμνησης, του ενδεχόμενου σφάλματός μου,

των ενοχών, αέρια που ανεβαίνουν στην στρατόσφαιρα,

κι επιπλέουν, μεσάνυχτα, ενώ έξω λυσσομανά βοριάς,

μέσα εμείς σε παράξενη γιορτή,

– θεάρεστη ύβρις στην επιμνημόσυνη τελετή της ιστορίας μας –

το γέλιο σου, το στήσιμο, τα λόγια σου,

το βήμα που γλυκά με τρόμαζε σαν ένιωθα πως πλησίαζες,

και κρατούσα τεχνηέντως μέχρι και την αναπνοή, μειώνοντας στο ελάχιστο τους σφυγμούς,

στηθοσκόπιο και σιγαστήρα πιστολιού στο θώρακα,

πως με μισούσα που δεν μπορούσα να μου ακυρώσω τις ζωτικές μου λειτουργίες

το χτύπο της καρδιάς,

τον ήχο από την εισροή του αέρα στα ρουθούνια μου,

κι έγερνα

και μ’ έμαθες από την αρχή να πηγαίνω στα τέσσερα,

να σε ακούω πως κόβεις τον αέρα,

κι αυτός πως γύρω σου σφυρίζει.

Με τον καιρό,

με το παίδεμα,

με την εξάσκηση του ερωτευμένου, θυμάμαι, είχα χάσει την ακοή.

 

Ξετυλίγω τις γάζες από τα μάτια μου,

βλέπω θολά, τυφλώνομαι από το φώσφορο,

τώρα που εμφανίστηκες μετά από καιρό πάλι μπροστά μου,

ψάρι ενυδρείου,

για να μην με κατασπαράξει η σμέρνα της λήθης,

τραβώ πάλι το αγκίστρι,

και ξεκολλούν μαζί με τον ουρανίσκο

κομμάτια από τα βράγχια μου,

κι αισθήματα ταξινομημένα σε βαθεία κατάψυξη.

Θεέ μου, ποιος είπε ότι τα ψάρια δεν κλαίνε;

 

*

ΜΑΥΡΟ ΝΟΥΦΑΡΟ

 

Μερικές φορές,

εμένα θα μ’ έχεις δει γυμνό,

ακάλυπτος σε φωταγωγό

ν’ ανθίζω.

Στο πρώτο φως του Εωσφόρου

ν’ ανοίγω πέταλα

μαύρο νούφαρο.

 

Εκείνη την ώρα,

πως με πονά

όταν κατεβαίνει

μόνο το ένα τέταρτο

του φεγγαριού,

και λάμπω λίγο, με εγκράτεια,

και λίγο το φως αντανακλώ ένα γύρω.

 

 

Πως, μια πεταλούδα λευκή της νύχτας,

γύρω μου πετώντας

πως με ρουφά

στους στήμονες,

και πως με βασανίζει,

και πως μου σκορπά άδικα

τις λέξεις

και τη μαύρη γύρη.

 

*

ΡΑΒΕΝΑ, 21.12.2016, 23:38 Ω

 

 

Αυτή η πόλη μου δένει τα πόδια,

βαρίδια τα νιώθω να βυθίζονται σε στάσιμα νερά,

η λάσπη στα γόνατα.

Στα νώτα μου υψώνονται καλαμιές,

κουνούπια με ποτίζουν κουταλιές ελονοσία,

πρασινωποί βάτραχοι μου τραγουδούν ανεβασμένοι σε νούφαρα:

‘‘Μείνε.

Όπως οι νηστικές μεροκαματιάρες στις ρυζοκαλλιέργειες.

Να μείνεις.

Μη μας ζητάς να μοιραστούμε το ξεροκόμματο, ακόμα κι αν πεινάς.

Ούτε κι εμείς όμως θα το φάμε. Δεν απέμειναν δόντια.

Να γίνεις μέρος της μοναξιάς μας, θέλουμε,

και της σιωπηλής υπομονής μας.

Δεν θα μπορέσουμε να σε αγαπήσουμε

αλλά αν καθίσεις σιμά μας μπορεί να σε συνηθίσουμε.

Κι αυτό αγάπη είναι.

Κάποια μέρα, ίσως πάλι, να διώξουμε το φόβο.

Μέχρι τότε μείνε.

`

***************************************************************

 

Ο Δημήτρης Σούκουλης γεννήθηκε το 1973 στο Περιγιάλι Κορινθίας. Παρακολούθησε το τριτάξιο Γενικό Λύκειο στο Βραχάτι Κορινθίας από το οποίο αποφοίτησε. Σπούδασε κλασσική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Λέτσε (Ιταλία) και αποφοίτησε με διπλωματική εργασία στον Καρυωτάκη, με τίτλο «Κ. Γ. Καρυωτάκης, Ελεγεία και Σάτιρες: Η προαναγγελία μιας αυτοκτονίας» με επιβλέπουσα καθηγήτρια την Isabella Oztasciyan Bernardini. Η ερευνητική διαδρομή επικεντρώθηκε, κατά κύριο λόγο, στην ψυχολογική προσέγγιση της καρυωτακικής ποιητικής σε συνάρτηση με τα ιστορικο-πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα της εποχής και με το ευρύτερο ρεύμα της γενιάς του ’30 και του γαλλικού συμβολισμού. Σε παράρτημα αποδόθηκαν στα ιταλικά τα κυριότερα ποιήματα και ανέκδοτα πεζά του ποιητή. Έχει ζήσει στην Κόρινθο, στην Αθήνα όπου εργάστηκε και διαμένει στη Ραβέννα, στην Ιταλία. Θεωρεί τη κατοικία του προσωρινή και εργάζεται ως καθηγητής, διδάσκοντας ιταλική φιλολογία και ιστορία σε δημόσιο σχολείο της Μέσης Εκπαίδευσης του Ιταλικού Υπουργείου. Ενέτεινε τις συγγραφικές του προσπάθειες πρόσφατα (2016) ύστερα από θετικές κριτικές που έλαβε από τη δημοσίευση των πρώτων διηγημάτων (2014) και από την διαρκή προτροπή των φίλων του να ασχοληθεί συστηματικά με τη συγγραφή, πράγμα για το οποίο τους είναι ευγνώμων. Στο προσωπικό του ιστολόγιο ‘‘Φυγόκεντρες Λέξεις – No Sense Words’’ εκπέμπονται συστηματικά ασύρματα σήματα, ποιήματα, διηγήματα, glimpse, φιλοξενούμενα collage, παραμύθια για ονειροπόλους που μεγάλωσαν αλλά πεισματικά επιμένουν να πιστεύουν σε ένα άλλον παράλληλο κόσμο στον οποίο επιθυμούν να μετοικίσουν συντόμως. Λατρεύει τους συμβολιστές, τον υπερρεαλισμό, το παράλογο και φοβάται το κενό και την μετριότητα όπως ο Κάφκα του οποίου τα έργα λατρεύει.