Το Ελάχιστο

Είδα ένα όνειρο. Σε στιγμή διαύγειας σε επινόησα. Το τρελό μυαλό μου, αδάμαστη πύρινη όαση.

Ξεριζώνονται οι φλέβες του ουρανού. Χιονίζει θαλπωρή. Ηχηρά, εκκριτική η πνοή. Εντος μου. Πέρα από το μηδέν.

Όσο πιo ακατανόητα και παράλογα. Τόσο έμψυχα. Αληθινά.

Δεν έχω το σθένος να εγκαταλείψω ότι με σκοτώνει. Παρουσία η απουσία. Ανυπομονησία.

Πάντα η νύχτα σημαίνει κάτι. Ποτέ δεν είναι ίδιο το τίποτα. Η μνήμη, μικρό νησί. Οσμή απεραντοσύνης.

Ανοίγω τα μάτια. Μόνο η σκέψη διαιρεί τον χρόνο. Μικρές γουλιές αιωνιότητας.

Πως φτάσαμε εδώ; Το ελάχιστο, τι  αβάσταχτο.

Δίκοπο φως

Γιατί βλέπω το ίδιο όνειρο; Ξυπόλητη τρέχω στις σκάλες.  O πάγος  θρυμματίζεται.   Δεν διακρίνω χρώματα, συλλαβές, μορφές. Μονάχα μια αιματοβαμμένη θάλασσα.

Οι παλάμες σου με λούζουν. Χώμα καλοκαιριού.  Οσμή, ιδρώτας, φωνή. Το ξέρω ότι είναι λάθος. Αλλά πώς να εγκαταλείψω την αδυναμία; Μέσα της εσύ αναπνέεις. Όσο με καταβροχθίζεις το χθες γίνεται αύριο. Οφθαλμαπάτη η εφιάλτης: Δίκοπο φως.

Το τώρα σπαρταρά.  Mονο η βροχή καταλαβαίνει γιατί έμεινα εδώ.

Αλλάζω στις λέξεις ονόματα. Μετρώ ανάποδα. Πόσο βαθιά πρέπει να φτάσω; Κάθε πόρτα που ανοίγω, παγωμένη όαση.

Μέρα δίχως εμένα — Νύχτα δίχως εσένα — Μέρα δίχως εμένα — Νύχτα δίχως εσένα. Σιωπές που δεν τέμνονται.

Σκόνη και μέλι


1.

Όταν δεν ξέρω πού βρίσκομαι, φυλλομετρώ τα σύννεφα. Ωχρά, σαν βερίκοκο. Ανοίγουν τρύπες στους άφωνους τοίχους. Η μέρα πολύ. Η νύχτα λίγο. Πριν προλάβω να δω τι έχασα. Πιάνει βροχή.

Ανυπόστατα πλησιάζω προς  στο φως. Που νομίζω πως βρηκα. Αυτό το τίποτα. Τόσο μικροσκοπικό. Μοιάζει με το κεφάλι μιας καρφίτσας. Άλλοτε πάλι, χιονοστιβάδα.

Η ανάσα στις ράγες. Εγώ ή Εσύ;

Προσπέλαση. Τα χέρια δεν μεγαλώνουν πια. Αλλάζουν χρώμα. Κοιτάζω την αποβάθρα. Τι περιμένω;

Όλο μένω εκεί που φεύγω. Ό,τι είναι λογικό είναι και πραγματικό;

Στην πραγματικότητα δεν είμαι εδώ.
Ονειρεύομαι πως γράφω.
Δρόμοι, σπίτια, λεωφορεία.

Ποτέ δεν λησμονώ το πολύ.  Αυτό που λείπει, που δεν ξέρω.

Είναι ανώφελο να γνωρίζω απαντήσεις. Η αβεβαιότητα πλήρης.
Ξεψυχώ μέσα στο λίγο, ή αυτό μέσα σ’ εμένα;

Όλες οι ημέρες, ίδιες. Εκτός από τις νύχτες.
Όσο η μνήμη παραμένει αδηλη. Τίποτα δεν αποσαφηνίζεται.

Σαν περιπλανώμενος θίασος. Σκόνη και μέλι.

2.

Έγκλειστο φως. Βήματα, ψίθυρος, κλειδιά. Ούτε ίχνος… Ανώνυμα, ξεμακραίνουν. Μικρή παγωνιά. Το κενό ζωηρεύει. Γιατί πρέπει να το απωθήσω; Απροσδιόριστα το γυαλί γίνεται φλόγα. Λιμνάζει. Εντός μου.

 

Ίσως έρθω

Ίσως φύγω

Ίσως μείνω

 

Θα διαβάζω και θα γράφω τους ίδιους στίχους. Θα αναπνέω, η σκιά σου. Πετάω…

 

Διαλυμένες εικόνες. Μια γλυκιά αγριότητα. Αποχρώσεις.

Δέος και αντιθέσεις. Υπάρχουμε.

 

Μην προσπαθείς να κατανοήσεις. Όλα στην ουσία εκμηδενίζονται.

3.

 

Τα βλέφαρα βαραίνουν. Από τη βρύση τρέχουν λέξεις. Σπάει η φωνή. Τυλίγω με επιδέσμους το μηδέν. Πνοή, βήματα. Τα χέρια μου δεν φτάνουν μέχρι εκεί. Περισσεύω στο λίγο που νομίζω πως ξέρω.

 

Τι θα τα κάνω τόσο βιβλία. Τόσες αξόδευτες σκέψεις, δίχως κεφάλαια. Τόσο φως, δίχως κόκαλα. Πώς να το σμιλεύσω. Ότι με ταΐζει, με τρώει. Γεμίζει ο αέρας.

 

Τρέχω να προσπεράσω τη βροχή. Σαν χαρτοσακούλα.

Ορφανές αναμνήσεις μου: η τρέλα υπερτερεί.

 

Ποτέ ο φόβος δεν ήταν τόσο λευκός. Γιατί δεν φυσάει;