Αφιέρωση

Σε ώρες σεμνές σου έχω τυλιγμένα,
δίχως μιλιά, και σε μοναξιά ιερή,
τα άνθη αυτά, που ανήκουν σ’ εποχή
περασμένη όσο και τωρινή. Από σένα,

το ξέρω, η έννοια τους θα νοηθεί:
στου κάλυκα τον σιωπηλό πυθμένα
διακρίνουν μόνο μάτια μυημένα
την ευγενή των χρωμάτων πνοή.

Παιδούλες έτσι πέρα, στην Ανατολή,
πλέκουν στεφάνια· και, σ’ αγώνα κάλλους,
θέλουν ν’ αρέσουνε τ’ άνθη στους άλλους.

Μα ένας τον κρύφιο νου τους σαν νοεί,
σύμβολο του ‘ναι μόνο και σημάδι –
και του μιλούν, κι ας σιωπούν ομάδι.

(Zueignung, 1806)

Οι χήρες του Μαλαμπάρ

Στις όχθες του Ινδού ποταμού, στην πυρά
πέφτουν μαζί, στης νιότης τον ανθό,
με τον άντρα τους οι χήρες – χωρίς δισταγμό
ή λύπη, με γιορτινή, λες γάμου, φορεσιά.

Το έθιμο αυτό έχει νοήσει καλά
τον έρωτα: λυτρώνει απ’ το χωρισμό,
και, με ιερέα το θάνατο, στο δεσμό
δίνει της αιωνιότητας τη δωρεά.

Πλέον ο χωρισμός δεν τους απειλεί:
δυο φλόγες ερωτικές, που ήταν χώρια,
σε μια, μαζί, αναφλέγονται πανώρια·

κι ο θάνατος του έρωτα μοιάζει γιορτή,
τα ξέχωρα στοιχεία σαν πάλι ενώνει:
σαν φτάνει η ζωή στο ζενίθ της – τελειώνει.

(Die Malabarischen Witwen, 1806)

Ροδοκόκκινο

Ω πορφυρό εσύ χρώμα,
και στο θάνατο ακόμα
η αγάπη μου ας σου μοιάσει:
ποτέ να μη χλομιάσει –
και στο θάνατο ακόμα,
ω πορφυρό εσύ χρώμα,
να σου μοιάσει.

(Hochrot, 1804;)

Η Αριάδνη στη Νάξο

Στης Νάξου τα βράχια κλαίει μονάχη του Μίνωα η κόρη,
κι οι πυρωμένοι λυγμοί στων Ολυμπίων φτάνουν τ’ αυτιά:
τους κεραυνούς του στέλνει ο Δίας, σαν την εθώρει,
στην αθανασία να την τραβήξει η κοσμοχαλασιά.

Μα κι ο Ποσειδώνας, ερωτοχτυπημένος, τα χέρια ανοίγει,
να την αγκαλιάσει με των κυμάτων του τ’ άγριο σκοτάδι.
Στην αθανασία ν’ ανέβει ψηλά η κόρη, ή να φύγει,
και ως σκιά να κατέλθει στον μαύρο, άραχλο Άδη;

Η Αριάδνη δε διστάζει, πέφτει στον κόλπο των κυμάτων:
προδομένης αγάπης ο πόνος αθάνατος ας μη μείνει!
Κλήρος των θεών ψηλά ο καημός δεν μπορεί να γίνει,
της καρδιάς η πληγή αγαπά τη νύχτα των μνημάτων.

(Ariadne auf Naxos, 1804)

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Η «Σαπφώ του Ρομαντισμού»

Η Γερμανίδα ποιήτρια Karoline von Günderrode (1780 – 1806) υπήρξε από πολλές απόψεις μία χαρακτηριστική περίπτωση του Ρομαντισμού: στο έργο της βρίσκουμε την ξέχειλη έκφραση του προσωπικού συναισθήματος, την αγάπη για το εξωτικό και το αλλόκοτο όπως και τη μελαγχολία και τη νοσταλγία του απέραντου. Όλα αυτά έρχονται σε αντίθεση με τη ζωή της, ούσα μέλος μίας συντηρητικής προτεσταντικής μοναστηριακής κοινότητας, η οποία όμως της έδωσε τη δυνατότητα μίας μόρφωσης όχι συνηθισμένης για γυναίκες της εποχής εκείνης. Οι γνώσεις της ιστορίας, της λογοτεχνίας και της φιλοσοφίας επηρέασαν το έργο της, όπως και η αγάπη της για τον παντρεμένο φιλόλογο Friedrich Creuzer, η οποία όμως δεν μπορούσε να ευοδωθεί. Όταν εκείνος της είπε πως θα πρέπει να χωρίσουν, η ποιήτρια αυτοκτόνησε στις όχθες του Ρήνου, με ένα ασημένιο στιλέτο που είχε προμηθευτεί ειδικά για αυτό το σκοπό· ήταν 26 χρονών.
Όσο βρισκόταν ακόμη εν ζωή είχε δημοσιεύσει κάποια έργα της με το ψευδώνυμο Tian, τα οποία προκάλεσαν αίσθηση (κάποιος σχολιαστής μάλιστα διέκρινε μέσα τους έναν ιδιαίτερα «αντρίκειο» τόνο). Η λυρική της ένταση όπως και το στιχουργικό της ταλέντο είναι εμφανή στις συλλογές Ποιήματα και Φαντασίες (Gedichte und Phantasien, 1804) και Ποιητικά Σπαράγματα (Poetische Fragmente, 1805), ενώ η τελευταία της συλλογή Μελέτη (Melete, 1806) εκδόθηκε πάνω από έναν αιώνα αργότερα, καθώς ο Creuzer, ο οποίος αναφερόταν έμμεσα στα ποιήματα, εμπόδισε την έκδοσή της. Το ενδιαφέρον της στρεφόταν τόσο στην ελληνική όσο και στη βόρεια μυθολογία, ενώ Οι χήρες του Μαλαμπάρ αναφέρονται στην παλιά ινδική παράδοση του σάτι (πλέον απαγορευμένη, καθώς πολλές γυναίκες αναγκάζονταν να αυτοκτονήσουν από τις οικογένειές τους, για τη διασφάλιση της τιμής τους). Η Αριάδνη στη Νάξο παραλλάσει το μύθο της εγκατάλειψης της κόρης του Μίνωα από το Θησέα στο νησί αυτό, φέρνοντάς τον κοντά στον Ρομαντικό μύθο της ολοκλήρωσης της ζωής μέσω του θανάτου (όπως στον Novalis), ενώ και το Ροδοκόκκινο εξιδανικεύει το θάνατο ως λύτρωση από την ανιαρή και ληθαργική πραγματικότητα.