Πες την Αλήθεια, αλλά λοξά,
όχι μεμιάς, με βία –
τόσο έχει φώτα λαμπερά
που αιφνιδιάζει η ευθεία.

Πρέπει αργά, όπως το παιδί
στη θύελλα ξεζαρώνει,
να φέγγει η Αλήθεια – ειδεμή
τους πάντες τους τυφλώνει.

~.~

Ένα ποθεί η καρδιά: χαρά,
κι ένα άλλο, όχι οδύνη,
κι ένα άλλο, αναλγητικά
τους πόνους ν’ απαλύνει –

κι ένα άλλο, ν’ αποκοιμηθεί,
κι ένα άλλο, σαν σημάνει
η ώρα, από τον Δικαστή
την άδεια να πεθάνει.

~.~

Δεν είναι έργο της στιγμής
το ρήμαγμα, μια κι έξω –
έχει ο χορός της παρακμής
πάντα ρυθμό επιδέξιο.

Σαράκι σε τρυπάει βαθιά,
πρώτη η ψυχή αραχνιάζει,
τα σωθικά σου τρώει η σκουριά,
η σκόνη σε σκεπάζει.

Το σώριασμα αργεί να ’ρθεί,
διαλέγει ο διάβολος το πού –
δεν πέφτεις έτσι στη στιγμή,
γλιστράς: ο Νόμος του Γκρεμού.

~.~

Άλλον άθλιο, Σωτήρα μου, ας πάρεις
που τη λύτρωση νά ’βρει ποθεί –
κι ας μ’ αφήσει η θεία σου χάρη
μίας ώρας ακόμη ζωή.

~.~

Καμιά δεν είμαι εγώ! Κι εσύ;
Είσαι κι εσύ – Κανένας;
Τότε λοιπόν είμαστε δυο!
Μα μη το μάθει ούτ’ ένας!

Να είσαι Κάποιος, τι φρικτό!
Στα έλη να υμνούν –φαντάσου–
το καλοκαίρι το ζεστό
βατράχοι τ’ όνομά σου!

~.~

Στα χείλη ο κόσμος; Κουρνιαχτός.
Σαν γέρνεις να πεθάνεις
λίγη δροσούλα θες απλώς –
δόξες, τι να τις κάνεις;

Τα λάβαρα; ίδια σάβανα –
μα η πιο μικρή βεντάλια
αν φίλου χέρι την κρατά
βροχής σου ραίνει στάλα.

Ας είναι να σου φέρω εγώ
η δίψα όταν σ’ αδράχνει
της Ύβλας τ’ άγιο βάλσαμο,
της Θεσσαλίας την πάχνη.

~.~

Η «Ελπίδα» είν’ πράγμα με φτερά –
μες στην ψυχή κουρνιάζει,
με δίχως λέξεις τραγουδά,
στιγμή δεν ησυχάζει.

Κι ηχεί στην μπόρα πιο γλυκά –
αισχρή η θύελλα θα ’ναι
που τα μικρά απειλεί πουλιά
ζεστούς που μας κρατάνε.

Την άκουσα στου Κρύου τη γη,
στα Βάθη τ’ αφρισμένα –
αλλά ούτε ψίχουλο αυτή
δεν γύρεψε από μένα.

~.~

Πέφτει η λέξη νεκρή
–λένε– αν ειπωθεί
και πιο πέρα.

Εγώ λέω καν δεν ζει
παρά μόνο απ’ αυτή
την ημέρα.

~.~

Τον ήλιο άμα δεν είχα δει
θ’ άντεχα ίσως τη σκιά.
Αλλ’ απ’ το φως μι’ άλλη ερημιά
–η μέσα μου– έχει γεννηθεί.

~.~

Την πάχνη ο ήλιος πάλευε,
νά ’χει εξουσία στη μέρα –
μαστίγιο βγάζει κίτρινο
κι η πάχνη έκανε πέρα.

~.~

Απαλά – όπως σφάζουν τους ήλιους
με το ξίφος τους τα δειλινά.

~.~

Στ’ άστρα του θεριν’ ουρανού
την Ποίηση μόνο θα δεις.
Στους τόμους σου δεν θα τη βρεις –
οι αληθινοί στίχοι πετούν.