Είχε πια σκοτεινιάσει για καλά. Ένας μοχλός σε κάποιο κεντρικό σημείο ανέβηκε κι αμέσως όλα τα φώτα της πόλεως ανάψαν.

Η εργάσιμη μέρα στα μαγαζιά ή στα Δημόσια Γραφεία κοίταξε τα ρολόγια της τα καρφωμένα στον τοίχο, χάρηκε, παράτησε στα τραπέζια ανάκατα τα εμπορεύσιμα μέλη της ή τα προς έγκρισιν πεπραγμένα, έκλεισε τις πόρτες στεγανά, κατέβασε τα σιδερένια της βλέφαρα ένα ένα, τα κλείδωσε και ξεχύθηκε στη λεωφόρο.

Ήταν η ώρα του μεγάλου συνωστισμού. Η τελευταία ώρα της μέρας. Έπειτα αρχίζει η νύχτα, που πολύ λίγοι την υποπτεύονται.

Τα πεζοδρόμια γέμισαν πέλματα. Με κάλους ξερούς ή κάλους με επιθέματα. Με δάχτυλα κοκαλιάρικα, γαμψά. Με νύχια άκοπα, μαύρα. Προχώρησαν το ‘να πίσω απ’ τ’ άλλο βιαστικά, ηχώντας σκληρά στις τσιμεντένιες πλάκες του πεζοδρομίου, μέχρι που φτάσαν στη διασταύρωση. Μπροστά τους τώρα βρισκόταν η διάβαση. Γραμμές από ασβέστη καθόριζαν την κατεύθυνση.

Φώτα ηλεκτρικά καθόριζαν τον χρόνο. Τα φώτα ήταν κόκκινα. Ήταν η σειρά των μηχανών. Η σειρά των ανθρώπων είχε περάσει.

Τα πρώτα πέλματα σταμάτησαν. Τα επόμενα πλησίασαν ακόμα λίγο, πύκνωσαν, ακούμπησαν τα προηγούμενα και μεταξύ τους, και σταματήσανε κι αυτά. Σε λίγο και τα τέσσερα πεζοδρόμια γέμισαν τη διασταύρωση. Όλοι περίμεναν τα χρώματα τα ευνοϊκά για να περάσουν. Από τους άντρες μερικοί, που αισθανόντουσαν το σώμα τους πολύ βαρύ, λύγιζαν. Άλλοι το είχαν δέσει με λεπτές γραβάτες και το αιωρούσαν. Απ’ τις γυναίκες, όλες οι γυναίκες, δεν ένιωθαν κανένα κίνδυνο. Μόλις είχαν βάψει τα χείλια τους και τα έγλειψαν. Πιο κάτω, σε διάφορες γωνιές, τις περιμένανε οι φίλοι τους, ανυπόμονοι, με σκέλια πρόχειρα πλυμένα.

Τα αυτοκίνητα κατέβαιναν το δρόμο ορμητικά. Τα καθαρά κορμιά τους έσφυζαν. Οι δυνατές καρδιές τους εκρήγνυνταν κάθε στιγμή. Πολυμέταλλοι θώρακες προσπαθούσαν να τις συγκρατήσουν. Περνούσαν σε αραιωμένη διάταξη καταλαμβάνοντας όλη τη λεωφόρο. Με τις φωτεινές τους λόγχες τεντωμένες μπροστά. Με τις νικέλινες ασπίδες τους υψωμένες. Παρατεταγμένοι αστυνομικοί τους εξασφάλιζαν το δικαίωμα. Ένας μαλακός ασφάλτινος τάπητας τους απάλυνε το δρόμο.

Τώρα, πάνω στα πεζοδρόμια, οι άνθρωποι του συνωστισμού, με σηκωμένα φρύδια, απέδιδαν τιμάς. Τα σώματά τους ήταν κολλημένα. Οι καρδιές τους συγχρονίζονταν σύμφωνα με τους όρους μιας Προδιαγραφής. Ανάσαιναν όλοι ομαδικά, με το ρυθμό ενός Πενταετούς Σχεδίου. Άτριχα χέρια εξείχανε από φανέλες Θερμοζάν. Πολλά χωνόντουσαν σε μία τσέπη. Άτριχα πόδια εξείχαν από ίδια σώβρακα. Μπαίνανε το ‘να μέσα στ’ άλλο. Το κατακόρυφο φως των γλόμπων έπεφτε πάνω στα επίπεδα κεφάλια τους και τα ζέσταινε.

Ένας άρχισε να βήχει, — όλα τα σώματα ταλαντεύτηκαν. Κάποιος ξεχώρισε το χέρι του, το σήκωσε, άπλωσε το μακρύ νύχι του μικρού του δάχτυλου και καθάρισε το αυτί ενός άλλου. Μια γυναίκα έγκυος έμπηξε τις φωνές. Ένας γιατρός από απέναντι της φώναξε τις τελευταίες οδηγίες. Η μπροστινή πλάτη τής έκανε μασάζ στην κοιλιά, το διπλανό λιγδερό μαλλί τής σκούπισε τον ιδρώτα. Σε λίγο ένας γδούπος ακούστηκε. Το πτώμα έπεσε πάνω στα παπούτσια. — Σε κάποιο άλλο πεζοδρόμιο, ο πατέρας χαμογελαστός, δεχότανε τα συχαρίκια.

Εν τω μεταξύ τα αυτοκίνητα έφταναν στη διασταύρωση, χωρίζονταν, μισά στρίβαν δεξιά, μισά αριστερά, στον κάθετο δρόμο. Οι φωτεινές τους λόγχες σάρωναν τα κεφάλια στα πεζοδρόμια. Μπαίνανε απ’ τα μάτια, βγαίνανε απ’ απέναντι, τα κεφάλια πέρναγαν μέσα, γλίστραγαν προς τη βάση, ατέλειωτα, το ‘να πίσω απ’ τ’ άλλο. Οι υπόλοιποι στα πεζοδρόμια κούναγαν τα μαντίλια. Τα αυτοκίνητα βάραιναν, οι λόγχες έγερναν μπροστά. Σε κάποια επόμενη στροφή θα παίρναν τα κεφάλια των παιδιών. Μέχρι που να γεμίσουν.

Επιτέλους, σε μια στιγμή, ανάψανε στη διάβαση τα φώτα που ήταν πράσινα. Τα σηκωμένα φρύδια αμέσως κατέβηκαν, η ανάσα επιταχύνθηκε, τα σώματα κουνήθηκαν, ξεκίνησαν, και μπαίνανε στο ανοιγμένο λούκι, γρήγορα, όσο ήταν καιρός.

Όμως τότε, έγινε το επεισόδιο. Τα αυτοκίνητα που ερχόντουσαν υπερήφανα, δε βρήκαν λόγο, δε σταμάτησαν, επέσανε με όλο τους το κύρος και τη δύναμη απάνω στους ανθρώπους που πέρναγαν, και τους πατήσαν.

Σηκώθηκε μεγάλο πανδαιμόνιο. Τα ηλεκτρικά κουδούνια της προκαθορισμένης τάξεως κουδούνισαν, τα μεγάφωνα της τροχαίας έβρισαν, ούρλιαξαν, οι παρατεταγμένοι αστυνομικοί με τις σφυρίχτρες έτρεξαν όρμησαν απλώσανε τα χέρια έσπρωξαν, πίσω όλοι, φώναζαν, έγινε κάποιο λάθος στο σήμα. Οι «όλοι», γύρισαν έντρομοι στα πεζοδρόμια.

Τα αυτοκίνητα αδιάφορα εξακολουθούσαν να περνούν πάνω απ’ τους πατημένους ανθρώπους. Μερικοί από αυτούς, ανάμεσα σε δυο διαδοχικά πατήματα, ανασηκώναν απ’ τη μέση κι απάνω το σώμα τους, απλώνανε τα χέρια προς το πράσινο σήμα του στύλου κι εκλιπαρούσαν. Ένας, του έταζε μια λαμπάδα χρυσή.

Το αίμα έτρεξε, έφτασε ως το ρείθρο, ανέβηκε στο στύλο, πέρασε μέσα απ’ τα σήμα, και άρχισε να εκτοξεύεται προς όλες τις διευθύνσεις. Ο δρόμος βάφτηκε κόκκινος, τα αυτοκίνητα βάφτηκαν κόκκινα, οι άνθρωποι στα πεζοδρόμια βάφτηκαν κόκκινοι, ως το κόκαλο, για πρώτη φορά. Η διακόσμηση άρεσε πάρα πολύ, η αρμόδια επιτροπή συνήλθε, απεφάσισε ομόφωνα, κι έδωσε στους πατημένους ανθρώπους το πρώτο βραβείο.

 

Έπειτα, η άσφαλτος σιγά σιγά καθάρισε. Και τα σώματα. Και το πράσινο φως επίσης. Τότε οι άνθρωποι πήρανε την απόφαση, είπανε έχουνε δίκιο, κοίταξαν και την ώρα τους —ήταν ακόμη νωρίς για φαΐ—, κατέβηκαν στη διάβαση, δεν πέρασαν απέναντι, στράφηκαν όλοι μαζί κάθετα, κι άρχισαν να βαδίζουν κατά μήκος του δρόμου. Τα αυτοκίνητα είδαν τον όγκο, φρενάρησαν, σβήσαν τις φωτεινές τους λόγχες, διαμαρτυρήθηκαν, μα είμαστε το πράσινο κύμα είπαν. Κι εμείς είμαστε το ανθρώπινο κύμα, τους απάντησαν. Οι αστυνομικοί άρχισαν πάλι να σφυρίζουν με όλη τους τη δύναμη. Μετά οι αναπνοές τους εξαντλήθηκαν, έτρεξαν πίσω στα τμήματα να προμηθευτούν.

Τα πεζοδρόμια ερημώθηκαν. Το κατακόρυφο φως των γλόμπων έπεφτε στο πλακόστρωτο, σουρνόταν πέρα δώθε, σκεφτότανε, δεν ήξερε τι να υποθέσει.

Το ανθρώπινο κύμα προχωρούσε τώρα πάνω στο δρόμο μονοκόμματο. Τα σώματα είχανε πια ενωθεί εντελώς, είχανε γίνει ένα σώμα, φαρδύ, πλαδαρό, ασπόνδυλο. Χιλιάδες πόδια βγαίνανε μπροστά, πατάγανε στην άσφαλτο, λυγίζαν, και το μεταφέραν.

Διάφοροι πήγαιναν και πέρναγαν μες στις λουρίδες ή στους γιακάδες τους σημαιοκόνταρα πολύχρωμα. Άλλοι τους καρφιτσώνανε στα στήθη μεγάλες επιγραφές. Όμιλοι κυριών μοιράζανε ξερή τροφή και χαρτζιλίκι, η μουσική παιάνιζε διαρκώς το «ἅμμες δέ γ’ εἰμές», ένα παιδί τριγύρναγε σκυφτό κάτω απ’ τα πόδια τους και έχωνε στην τσέπη τους την τελευταία εφημερίδα. Αυτοί, γύριζαν το κεφάλι δεξιά κι αριστερά και χαμογέλαγαν στους περιοίκους.

Κάποιος από ‘ναν κάθετο δρόμο ήρθε τρέχοντας, μπήκε μπροστά κι εβάδιζε κι αυτός με το ρυθμό τους απαγγέλλοντας ποίηση. Απ’ τον επόμενο δρόμο κάποιος άλλος ήρθε, έπεσε πάνω στον πρώτο, τον έσφαξε, κι άρχισε ν’ απαγγέλλει με διαφορετική φωνή την ίδια ποίηση. Έπειτα ήρθαν κι άλλοι πολλοί, δεν είχαν πια το θάρρος να σφαχτούν, σταμάτησαν λοιπόν εκεί μπροστά στη μέση του δρόμου και άρχισαν να φτύνονται και να χτυπιούνται. Την τελευταία στιγμή ένας τους γύρισε, είδε το πλήθος που πλησίαζε έτοιμο να τους πατήσει, ειδοποίησε και τους άλλους, μόλις προλάβανε, τραβήχτηκαν στο πεζοδρόμιο, και συνεχίζουνε εκεί χρόνια πολλά την επίμαχη κουβέντα.

Το ανθρώπινο κύμα τούς προσπέρασε. Ξεκρέμασε τις αλυσίδες που περιόριζαν τα πεζοδρόμια, —τα πεζοδρόμια επεκτάθηκαν—, εμούντζωσε τις πινακίδες της τροχαίας, έβγαλε τη μεγάλη γλώσσα του στις αντιπροσωπείες που έφταναν με διάφορες προτάσεις συνδιαλλαγής. Οι φίλοι της Πατρίδος ή του Λαού κατέβαιναν στο δρόμο, πλησιάζαν σιγά σιγά, αθόρυβα, στις μύτες των ποδιών, φτάναν τους τελευταίους, τεντώνανε τα χέρια από μακριά, τους χάιδευαν μια δυο φορές την πλάτη, κι έπειτα τρομαγμένοι γύριζαν και τρέχανε, όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.

Ήρθαν οι αντλίες του Δήμου και τους βρέξανε. Άνοιξαν οι καταπακτές των υπονόμων να τους καταπιούνε. Φτάσαν οι αστυνομικοί με νέες σφυρίχτρες και νέες αναπνοές. Όμως εκείνοι προχωρούσαν απτόητοι.

Πολλοί σήκωναν πότε πότε τα βλέφαρα ή τη φωνή τους να τα ξεμουδιάσουν. Άλλοι γύριζαν πίσω στους επόμενους και λέγανε, μη σπρώχνετε ζώα είσθε; Μερικοί άνοιγαν όπως όπως την εφημερίδα και διάβαζαν το μυθιστόρημα σε συνέχειες.

Τότε εγώ, απ’ το δωμάτιο μου, τους φώναξα.

— Στον Ανώτατο Άρχοντα.

— Ναι, στον Ανώτατο Άρχοντα, είπανε όλοι μαζί και επιτάχυναν το βήμα.

Αμέσως τα πράγματα γίνανε σοβαρότερα. Ο Ανώτατος Άρχων, από αρχαιοτάτων χρόνων, ήταν πρόσωπο πολύ υπεύθυνο και πολύ σοβαρό. Ο Ανώτατος Άρχων ή το υπεράνω κυμάτων, πρασίνων κυμάτων, ανθρωπίνων κυμάτων και εποχών. Κανείς δεν ενοχλούσε ποτέ τον Ανώτατον Άρχοντα. Ο Ανώτατος Άρχων εσκέπτετο. Ήτανε ξαπλωμένος.

Τα κόκκινα λοιπόν τηλέφωνα κουδούνισαν, εδόθηκαν οι σχετικές εντολές, όλος ο στρατός κινητοποιήθηκε, βγήκε στους δρόμους, παρατάχτηκε κάθετα, σε διαδοχικές σειρές, με εφ’ όπλου λόγχη.

Όμως το ανθρώπινο κύμα ήταν πλέον ασυγκράτητο. Έβγαλε τα μαντίλια του και έφτυσε στη λεωφόρο των Ρόδων, τα ξαναέβγαλε και σκούπισε τις μύξες του στη λεωφόρο των Φιλυρών, έπειτα αφού γέμισαν, τα κρέμασε απ’ τα σημαιοκόνταρα για να στεγνώσουν. Στην πλατεία Ελευθερίας κουράστηκε και στάθηκε λίγο να πάρει ανάσα. Μερικοί τότε κοίταξαν πάλι την ώρα τους, είδαν πως ήταν αργά, το φαΐ θα κρύωνε, είπανε καληνύχτα σας κύριοι, και τράβηξαν σπίτι.

Τα κενά αμέσως συμπληρώθηκαν, νέοι άνθρωποι —που τρέφονταν με κονσέρβες— ήρθαν και μπήκαν. Κάποιος ανέβηκε στην πλάτη του μπροστινού του, κοίταξε γύρω, χαμογέλασε, οι άλλοι ζήλεψαν κι όσοι πρόλαβαν κάναν κι αυτοί το ίδιο, το ανθρώπινο κύμα, με ρυθμική κραυγή «στον Ανώτατο Άρχοντα» και νέα πια μορφή κι οργάνωση, ξεχύθηκε πάλι μπροστά, αποφασισμένο.

Οι υπόλοιποι δρόμοι στέναξαν, οι τάξεις των στρατευμάτων διαλυθήκαν, τα κυβερνητικά κτίρια έπεσαν.

Εν τω μεταξύ πολλοί από κείνους που ‘τανε ψηλά, ζαλίζονταν και ξέρναγαν. Τότε οι άλλοι, που τους κουβαλούσαν, βρίσκαν την ευκαιρία τους κατέβαζαν, τους ίσιωναν τις πλάτες τραβώντας με τα χέρια σπρώχνοντας με το γόνατο, κι ανέβαιναν αυτοί τώρα απάνω.

Το ανθρώπινο κύμα προχώρησε. Πέρ’ απ’ την πόλη, πέρ’ απ’ τη χώρα, πέρα από τον ορίζοντα. Τέλος, βρήκε ένα μνημείο, που ήτο σπήλαιον και λίθος επέκειτο επ’ αυτώ, χώθηκε μέσα κι αποκοιμήθηκε. Μαζί με τον Ανώτατο Άρχοντα. Ευχαριστημένο.

 

Τα πράσινα και τα κόκκινα φώτα πίσω στη διασταύρωση άρχισαν πάλι να λειτουργούνε κανονικά. Το λάθος των στύλων διορθώθηκε. Άνθρωποι κι αυτοκίνητα διασταυρωνόντουσαν αρμονικά, χάιδευαν το ‘να τ’ άλλο, τάιζαν το ‘να τ’ άλλο, έτρωγαν το ‘να τ’ άλλο, κι έπειτα πέρναγαν απέναντι. Οι νόμοι της κυκλοφορίας δεν είχαν αλλάξει.