ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΟΥ ΑΡΠΑΞΑΝΕ

Τη θάλασσα που είχα μου αρπάξανε

μ’ αφήσανε ανέστιο από αρμύρα.

Κάποτε, όταν ξεμπέρδευα τα δίχτυα στ’ ακρογιάλι

και γέμιζαν τα χέρια μου κοχύλια και γυαλιστερές

τότε που οι γλάροι νιόνυφοι το ‘στηναν στο τραγούδι

πίστεψα πως τούτη τη γη και τη θάλασσα τις κέρδισα για πάντα.

Οι οριστικές και οι προστακτικές που μου ‘μαθαν γίνανε ευκτικές,

τώρα μιλώ πια επιφυλακτικότερα

και οι γλάροι εκτονώνουν διακριτικότερα το δικό τους παράπονο,

τώρα, έχω τα χέρια μου πασαλειμμένα απ’ τα δίχτυα, που ξερνάνε μόνο σκέτη άλγη.

 

Δε φίλιωσα ποτέ με τη θάλασσά μου

κι ας την κολύμπησα ως τα βάθη

κι ας την τρύγησα με τα δίχτυα μου μέχρι το τελευταίο της κοράλλι

μου ξοδεύτηκε σε χούφτες άλγη,

μα μου ‘χε τάξει μαργαριτάρια.

 

Δε φίλιωσα ποτέ με τη θάλασσά μου

η μοναξιά της τους χειμώνες την αγρίευε

μασκαρεμένη με μαύρη κι ασημένια φορεσιά κάτω απ’ το θαμπό σεληνόφως

σακάτευε θυμωμένη την καλύβα μου

μ’ έδιωχνε αγριεμένη για αλλού.

 

Ξέρεις, η θάλασσά μου δε φιλιώνει μ’ ευκολία.

Σπάνια καπετάνιους καλοδέχτηκε στους κόλπους της,

Λίγους λυπήθηκε,

άλλους που αιθεροβάτησαν τους αγκάλιασε

και τους πήρε καταδικούς της για πάντα,

αυτούς που τη σεβάστηκαν τους έκανε ήρωες.

 

Η γοργόνα μια νύχτα

βγήκε μέχρι τη στεριά για να δικηγορήσει.

Η υπεράσπιση της θάλασσας ήταν μάταιη, άκαρπη, ψεύτικη.

Στ’ αλήθεια ακόμη έψαχνε τον αδερφό της.

 

Μια άλλη νύχτα με ζύγωσε η Θέτιδα

περπατώντας αργά με χιτώνα βρεγμένο

και κοιτώντας με βλέφαρα άσπρα απ’ την αρμύρα

μου ‘ταξε αθανασία χαϊδεύοντας τη φτέρνα μου.

«Μη φοβού» μου ψιθύρισε μ’ ανάσα υγρή

ότι τάχα παρήγγειλε τα όπλα μου στον Ήφαιστο

κι εγώ σκαρίφιζα στην άμμο «φεύγω».

 

Ξέρεις, η θάλασσά μου δε φιλιώνει μ’ ευκολία.

Είναι καχύποπτη, αν θες να την καπηλευτείς

φρόντισε πρώτα να κάνεις, μπας και σε λυπηθεί,

μια γενναιόδωρη σπονδή στον Ποσειδώνα.

`

***

 

ΧΑΙΚΟΥ

Πέτρες, ρυάκι

ακούστε κελάρυσμα

το τελευταίο.

 

Στερνό αντίο,

βαριές κληματόβεργες

σκύβουν στο χώμα.

 

Πλατανόφυλλο

μισογκρί, ξεραμένο

πέφτει στο τέλος.

 

Κρώζει η γλαύκα

άσχημο προμήνυμα

σέρνει θάνατο.

 

Και τρεις βιολέτες

μωβ, σκούρες, αδιάφανες

στον τάφο απάνω.

 

Άσε μου φεύγοντας

να μυρίζω λιγάκι

αχ, εκεί κάτω.