Έως και η σιωπή φωνάζει τ’ όνομα σου

Όταν με κύκλωσε η σιωπή, δεν αφουγκράστηκα,
αλλά λύθηκα, σαν κουβάρι ξετυλίχθηκα,
να πιάσω, να πιάσω πρόλαβα το νήμα το δικό σου.
Τιτάνια η κραυγή που πρόβαλε, και μέσα μου
κούρνιασε για πάντα, για πάντα…

Στο πέλαγος της σιωπής, νησί είναι τ’ όνομα σου,
που κύματα θεριά να το καταπιούν ποθούν,
κι αυτό σαν πιο αψηλό να γίνεται, κάθε φορά που το χτυπούν.
Σαν κεραυνός που βρυχάται και αυλακώνει τα σύννεφα,
που αντί για βροχή, γράμματα στάζουν.

Σαν δυο παλάμες γιγάντιες να χτύπησαν,
κι έδιωξαν της σιωπής τους φύλακες,
που μέρα νύχτα αδιάκοπα την αλυσοδένουν,
παντοτινά για να ΄ναι, να μην τυχόν ξεφύγει,
και φωνάξει τ’ όνομα σου.

Σείστηκε η γη και άνοιξε βαθιά χαραγματιά,
και ποτάμια λάβας λάξευσαν τ’ όνομα σου.
Τα βουνά παλεύουν, πλαγιά με πλαγιά, κορφή με κορφή,
τ’ όνομα σου για ν’ αφουγκραστούν.
Αυτά π’ απόμειναν όρθια μόνο τ’ άκουσαν.

Στης θάλασσας την άβυσσο ακούστηκε τ’ όνομα σου,
κι ως τα ουράνια σώματα να τ’ αντιλάλησαν,
στην απέραντη έρημο και στους πάγους των πόλων,
αντήχησε, τ’ όνομα σου, ζωή.

Ο φονιάς του χρόνου

Ακούστηκε στις ειδήσεις πως σκότωσαν τον χρόνο,
τον φονιά ψάχνουν, ψάχνουν να τον βρούνε,
στα βουνά, στις πόλεις, στα σπίτια, σε παλιά σεντούκια,
κρύβεται ο φονιάς καλά, ίχνος του πουθενά,
σκότωσαν τον χρόνο, ύπουλα στον ύπνο του.

Δίνουν αμοιβή σ’ όποιον βρει του χρόνου τον φονιά,
που κομματιασμένος βρέθηκε, πότε; Ποιος ξέρει πια;
Αιώνες ριγμένοι εδώ κι εκεί: χρόνια πεταμένα, μέρες, ώρες…
Ο ήλιος να στέκεται ακίνητος, μαρμαρωμένος.
Το φεγγάρι ν’ αδημονεί πότε θα προβάλει στον έναστρο ουρανό.

Το εκκρεμές δεν πρόλαβε να ισορροπήσει, κοιτώντας με θλιβερά,
Οι δείκτες του ρολογιού κοκαλωμένοι, νεκροί κι αυτοί.
Προγράμματα, ραντεβού, ξυπνητήρια,χρονόμετρα,αφίξεις,αναχωρήσεις,
αναβλήθηκαν μέχρι αορίστου, απεφάνθησαν οι ειδικοί,
που τον θεό χρόνο λάτρευαν, κι από τον εαυτό τους πιο πολύ.

Ο χρόνος δεν θα μείνει νεκρός-λένε- θ’ αναστηθεί,
οι ειδικοί του χρόνου συμφώνησαν σ’ αυτό,
γιατί, τι θα ‘ταν ο κόσμος χωρίς τον χρόνο,
ανάπηρος, κατάκοιτος θα ‘ταν, απέλπιδος κι ατέρμονος.
Όχι! Ο χρόνος δεν πέθανε για πάντα γιατί θ ‘αναστηθεί.

Τον φονιά του χρόνου πιάσανε, στο όνειρο του μέσα,
σ’ ένα κελί άυλο τον έκλεισαν δίχως διαφυγή,
τ’ όνομα του, Οδυσσέας, γιατί ο πολυμήχανος αυτός,
το τέχνασμα αυτό σκαρφίστηκε, τα χρόνια μην περάσουν,
και τη Πηνελόπη του γερασμένη να μη βρει.

Το παρανάλωμα της μνήμης

Φαντάσματα του παρελθόντος και του μέλλοντος,
όμοιο τους παλεύουν να με κάνουνε,
με δυνατό πιοτό φωτιά τα βάζω,
όμως αυτά σαν τον φοίνικα ανασταίνονται,
πιότερο ατράνταχτα κάθε φορά όταν ξανάρχονται.

Θραύσματα μνήμης με πληγώνουν σαν από έκρηξη χειροβομβίδας,
σαν ένα όνειρο που συνεχίστηκε στον ξυπνημό,
σαν να ‘ναι όντα αυθύπαρκτα κι αλύτρωτα,
και σάρκα και οστά να θέλουν ν’ αποκτήσουν,
κατασπαράσσοντας με μ’ αχόρταγη μανία.

Ποιος ανασύρει αυτές τις μνήμες σαν απ’ απύθμενο πηγάδι,
και μου τις σερβίρει σε περίτεχνο κανάτι,
πίνοντας γουλιά γουλιά εικόνες, ήχους, μυρωδιές και συναισθήματα που με στοιχειώνουν;
Μην είναι εχθρός, μην είναι δαίμονας αυτός που τ’ ανασύρει,
και στην λήθη να παραδοθούνε δεν τ’ αφήνει;

Καίω παλιές φωτογραφίες, επιστολές, κιτάπια,
για να ξορκίσω τους δαίμονες που αυτά γεννούν.
Λύνω το κουβάρι της μνήμης, να μείνει χωρίς κόμπους,
σαν τον μίτο της Αριάδνης για να γίνει,
μέσ’ από τον δαίδαλο της μνήμης να μπορέσω να ξεφύγω.

Νοητά καλεντάρια περασμένων χρόνων,
τυπωμένα στη μνήμη μου ανεξίτηλα,
θα τα πυρπολήσω με πανάρχαια φωτιά,
παρμένη απ’ τα έγκατα της γης ή από τον ήλιο,
να μην αναστηθούν και με στοιχειώσουν.