ΤΟ ΖΑΦΤΙ

Πλάι σε κάποιο τζάκι
θα ’σαι λέω,
καθισμένη,
τ’ ουρανού.
Στο παραγώνι.
Σαν τότε
που μ’ ορμήνευες
πώς να την κάνω ζάφτι
τη ζωή
για να τα καταφέρω.

Θα λες ακόμα ιστορίες
για φαντάσματα,
για λύκους
που έπεσαν στα πρόβατα
και για σοδειές χαμένες.
Θα λες,
για φτώχεια
και για Κατοχή
και πάντοτε με καραμέλες,
γεμάτες θα ’ναι οι τσέπες σου,
για όλα τα μικρά
που παίζουνε,
στ΄ουράνιου τόξου τα σοκάκια.

Ξέρεις,
πάει πολύς καιρός
κι εμείς εδώ,
σκορπίσαμε.
Ξεράθηκε κι η μυγδαλιά
που ’χες φυτέψει.

Κι εγώ,
δεν τα κατάφερα.

ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΟΜΑΝΤΗΛΟ

Γεμάτες φασαρία
ήτανε πάντα οι γιορτινές
οικογενειακές συνάξεις.
Γεμάτες φασαρία
κι αναστάτωση.
Όλο τα ίδια πρόσωπα,
το ίδιο, που έστρωνε η μητέρα,
καλό τραπεζομάντιλο,
τ’ άνοστα χωρατά
κι οι ίδιες ιστορίες για την Κατοχή,
που έλεγε η γιαγιά,
σπαραξικάρδιες.
Γεμάτες φασαρία
και κόσμο,
ήτανε πάντα, οι γιορτές.

Εδώ είναι ακόμα το τραπέζι
που τότε μαζευόμασταν.
Εδώ,
με τις καρέκλες όλες γύρω του.

Άδειες.

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ

Σε κάτι νύχτες του Γενάρη
φεγγαρόλουστες,
ξυπνάν
κι ανασηκώνουνε τα μάρμαρα,
περνάνε μέσα απ΄τους σταυρούς
και πλάι πλάι
στη μάντρα κάθονται.

Κάθονται και κοιτάζουνε
τ’ ολόγιομο φεγγάρι
μαγεμένοι,
κάθονται
και θαυμάζουνε
τις μυγδαλιές
π΄ανθίζουν.