(αποσπάσματα)

 

Αρχές Φλεβάρη κεραστήκαμε τον πόνο
αυτό το κρύο φέτος άφησε νεκρούς
και ζωντανούς-νεκρούς να σκέφτονται το φόνο
σε μια σκηνή που μου θυμίζει ότι μόνο
αυτός που ξέρει δυστυχεί. Με ιερούς
σκοπούς και όρκους ροκανίσαμε το χρόνο.

 

*

 

Χωρίς ανάμνηση η ζωή δεν προχωράει
μα η ανάμνηση ζητά να πληρωθεί
βάζει στην τσέπη την παλάμη (αν χωράει)
και ψαχουλεύει, ψαχουλεύει όσο γερνάει
κάνει ταμείο και ζητά να αθωωθεί
με κάτι μνήμες μεροδούλι-μεροφάι.

 

Ζωή σε τίτλους και το αίσθημα πλαγίως
όσο μιλήσαμε, μιλήσαμε σωστά
με τα εμπόδια να χτυπάνε υπογείως
και τον αντίκτυπο να φαίνεται αστείος
μπροστά στου έρωτα τους μυς και τα οστά
που χτίζουν σώμα να γλεντήσει κάποιος βίος.

 

*

 

Φωτογραφίες σου ασπρόμαυρες και ξένες
γυμνό το σώμα κάποιο χάδι λαχταρά
και με νικά σ’ όλου του κόσμου τις αρένες
λες και φωνάζει απειλές ακονισμένες
που θα με βρούνε μια Δευτέρα Καθαρά
με τις ανάγκες μου ζεστές και ιδρωμένες.

 

Μια εμπειρία βιωμένη όλη κι όλη
ούτ’ εραστές ούτε ως θύματα του νου
θα καταθέσουμε αλήθειες. Σκέτοι ρόλοι
που θα ακούσουνε της μοίρας το πιστόλι
πάνω στο τζάμι ενός καθρέφτη ικανού
να χαραμίσει τον καρπό για ένα βραχιόλι.

 

*

Αίμα και σώμα μόνο· πρέπει και νηστεία.
Απαγορεύεται – μια λέξη αιματηρή
σαρκαστικά κλείνει το μάτι στην ουσία
και το δικόγραφο σαφές: αχαριστία.
Για ό,τι δόθηκε κανόνες αυστηροί
μόνο απόφθεγμα: μετάνοια κι αμαρτία.

 

*

Πες μου αλήθεια μιαν αλήθεια που να καίει
δεν με τρομάζει η φωτιά, πώς να σ’ το πω;
Δεν είναι στόμα αυτό που άκουσες να κλαίει
δεν είναι πνεύμα ή ψυχή. Πες μου τι φταίει
η ύπαρξή μου να θυμίζει τον καρπό
της αμαρτίας; Δι’ ευχών ημών τα χρέη.

 

Δεν ξεπληρώνεις κάποιο χρέος με το τάμα
να τάζεις έμαθες χωρίς να εξοφλείς
κρυφά ο χρόνος ακονίζει μία λάμα
ό,τι μας ένωσε να κόψει απ’ το ράμμα
μπροστά στα βλέφαρα μιας Θέμιδος τυφλής.
Στη ζυγαριά ποτέ δεν βάρυνε το κράμα.

 

*

 

Τώρα το δίλημμα φτηνό όπως τα λάθη
τα μεθυσμένα. Μετανιώσαμε σκληρά
για τα σωστά που καταλήξανε σε πάθη
κι όλο πονάει –πώς πονάει– αυτό τ’ αγκάθι
που δεν μ’ αφήνει να χωθώ σε μια σειρά
και μου σερβίρει για ζωή το κατακάθι.

`

**************************************************

Ο Χρήστος Α. Μιχαήλ γεννήθηκε στο νησί της Σαλαμίνας και τελείωσε το σχολείο στη Λεμεσό. Σπούδασε Χρηματοοικονομική και Τραπεζική Διοικητική στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά και Media & Journalism στο Newcastle University. Ασκεί δημοσιογραφία με έδρα την Κύπρο. Κατά το παρελθόν καταπιάστηκε με την μουσική δημοσιογραφία σε περιοδικά και ιστοσελίδες, καθώς και με την πολιτική επικοινωνία. Ενίοτε, γράφει στίχους για τραγούδια. Αυτό είναι το τρίτο του βιβλίο.