μνήμη

τρελό πουλί

ερωτεύεσαι

όλους τους απόντες

 

memoria

uccello pazzo

ti innamori

di tutti gli assenti

 

 

Γεωμετρία

 

Ήθελα να της μάθω τα σχήματα:

κύβος τετράγωνο το ζάρι κάτω απ’ το τραπέζι

θα σκύψω να το βρω πριν το βάλει στο στόμα της

κουτί παραλληλόγραμμο τα σπίρτα έχουν τελειώσει

θα βάλουμε στραγάλια να παίζεις μουσική

και το αλάτι κύλινδρος με κλειστό καπάκι πάντα

μην κυλίσει η θάλασσα στο πάτωμα.

 

Αδίκως βασανίζομαι:

δεν βλέπει τίποτα

όταν έχει γωνίες.

Όλη μέρα μια μπάλα κυνηγά

μια μπάλα που περνά

και σέρνει τραβά τα μάτια της

μακριά μέχρι όλα τα καλοκαίρια της ζωής της.

 

Στρογγυλό κύκλος

ο ήλιος

το μήλο

η μπάλα η μπάλα

οι πέτρες στη γλάστρα

το σαλιγκάρι στα μαλλιά μου

μια σταγόνα κρασί

στο λαρύγγι του κόσμου

ένας κόκκος νερό

στης ερήμου τα νώτα

στρογγυλό κύκλος

το ζεστό μας μπουμπούκι

το ζουμί των χειλιών μας

που ανοίγουν στον ύπνο

το γρασίδι που φούσκωσε

όταν κουρνιάσαν γατάκια

στα αυτιά και στις ρίζες του

στρογγυλό κύκλος

οι αγκαλιές μας

οι αγκαλιές μας…

 

 

Geometria

 

Volevo farle sapere gli schemi:

cubo quadrato il dado sotto il tavolo

mi piegherò a trovarlo prima che lei lo metta in bocca

scatola rettangolare i fiammiferi sono finiti

metteremo dei ceci tostati per farti suonare musica

e il sale cilindro con il coperchio sempre chiuso

perchè non rotoli sul pavimento il mare.

 

Invano mi tormento:

non vede niente

quando ci sono degli angoli.

Per tutto il giorno insegue una palla

una palla che passa

e trascina tira i suoi occhi

lontano fino a tutte le estati della sua vita.

 

Cerchio rotondo

il sole

la mela

la palla la palla

le pietre nel vaso da fiori

la lumaca nei miei capelli

una goccia di vino

nella gola del mondo

un grano d’ acqua

alla schiena del deserto

cerchio rotondo

il nostro caldo boccio

il sugo delle nostre labbra

che si aprono nel sonno

l’erba gonfiata

quando sono appollaiati dei gattini

alle orecchie e alle sue radici

rotondo ciclo

i nostri abbracci

i nostri abbracci…

 

 

 

H χαρά της όσφρησης

 

Όταν είδα τις Μυκήνες

ήμουν οχτώ χρονών.

Μέσα στον τάφο του Ατρέα

μύριζε σάρκα πεθαμένου

κι ήμουνα σίγουρη πως κάπου

είχαν ξεχάσει το κορμί του

χιλιάδες χρόνια να σαπίζει

να γίνεται χώμα η βασιλεία του.

 

Με βεβαιώναν πως στη μύτη μου

φτάνει η μούχλα από τις πέτρες

και η κλεισούρα του ανήλιαγου.

Ο βασιλιάς δεν είναι πια

ούτε η σκόνη του αέρα

έτσι μου λέγανε.

Μα εγώ καιγόμουν και κοκκίνιζα

σαν να πατούσα τη φωτιά

 

Μέσα σ’ εκείνο το καμίνι

φλόγιζε ο έρωτας τον Άδη

να μας βυθίζει λίγο λίγο

στο αφράτο κρεβατάκι του.

 

 

Lagioiadellolfatto

 

Quando ho visto Micene

avevo otto anni.

Nella tomba di Atreo

odorava di carne morta

ed ero sicura che da qualche parte

avevano dimenticato il suo corpo

migliaia di anni a marcire

il suo regno a diventare terra.

 

Mi assicuravano che al mio naso

giungeva la muffa dalle pietre

ed il chiuso di non soleggiato.

Il re non c’è più

né la polvere dell’ aria

così mi dicevano.

Ma io mi bruciavo e mi arrossavo

come se calpestassi il fuoco

 

Dentro a quella fornace

l’ amore infiammava l’ Ade

per immergerci pian piano

nel suo soffice lettino.

 

 

Ο άλλος κόσμος

 

Της λέγανε πως η μαμά πήγε στον ουρανό

ο θεός τη φροντίζει και της δίνει μέλι

και στα μαλλιά της ανθίζουν λουλούδια.

 

Στα σαράντα την πήρανε μαζί τους

το συμφωνήσαν να μην κλαίνε

και να μιλούν για το μέλι

και τον ουρανό

που είναι μεγάλος κι όμορφος

γεμάτος περιπάτους και πορτοκαλιές.

 

Μα εκείνη δεν άκουγε τίποτα.

Χαρούμενη δεν ήταν ούτε και λυπημένη.

Κοιτούσε από μακριά μια κηδεία

γυναίκες ακουμπισμένες στον τοίχο

να θρηνούν

ένας γόος που έσκιζε το αυτί της

ενώ εκείνη έπαιζε μήλα ανάμεσα στους τάφους

με μια μπάλα φανταστική

που την κλωτσούσε ως τα σύννεφα.

 

Κι ύστερα ανάβουν το καντήλι της μαμάς

και φεύγουν.

 

Σκεφτόταν πως είναι δύσκολο

να ανάψεις το καντήλι:

λάδι νερό φιτίλι

σπίρτα νερό φωτιά

ποτήρι διάφανο

κρυστάλλινη αντανάκλαση

στον πάτο

κι ένας μενεξές τα πέταλά του στο λαδάκι.

 

Ανάλαφρα

οι πεταλούδες πετούσαν πάνω απ’ τα φέρετρα

όπως αγγίζουν τα μάτια των ανθών

ο ψίθυρός τους ήταν στα φτερά

μια τριβή από ξύλο

που δυναμώνει

και δυναμώνει…

 

 

L’ altro mondo

 

Le dicevano che la mamma andò in cielo

il Dio la cura e le dà del miele

e nei suoi capelli sbocciano fiori.

 

Sui quaranta la presero con loro

si accordarono di non piangere

e parlare del miele

e del cielo

che è grande e bello

pieno di passeggiate e di aranci.

 

Ma lei non sentiva niente.

Non era felice nemmeno triste.

Guardava da lontano un funerale

donne appoggiate al muro

a lamentare

un lagno che rompeva il suo orecchio

mentre lei giocava tra le tombe

con un pallone immaginario

che calciava sino alle nuvole.

 

E poi accendono il lume ad olio della mamma

e se ne vanno.

 

Pensava quanto sia difficile

accendere il lume:

olio acqua stoppino

fiammiferi acqua fuoco

bicchiere trasparente

riflesso di cristallo

sul fondo

ed i petali di una viola nell’ olietto.

 

Leggere

le farfalle volavano sopra le bare

come toccavano gli occhi dei fiori

il loro sussurro era nelle ali

un attrito di legno

che si rafforza

e si rafforza…

 

 

 

Τυφλοπόντικας

 

Τρυπώνωβαθιά

στις ρίζες των δέντρων

κι ακούω τον φλοίσβο

να φέρνει λυγμούς

υπόγειων κόσμων.

 

Η ιστορία του ανθρώπου

κρέμεται από τη σκαπάνη μου.

 

Τις σκοτεινές νύχτες

βρίσκω τη μάνα του Οδυσσέα

να του πλέκει ζακετάκια

μήπως ξανάρθει

«κάνει κρύο εδώ κάτω»

μου γνέφει και γελά

«δεν είναι τόπος για επιζώντες».

 

Πώς να της πω

ότι έχει νήμα αόρατο

που οι κόμποι του δε δένουν

παρά σε κάθε βελονιά

ξηλώνονται αθόρυβα

τα σεντονάκια της αυγής.

 

Δε θα της πω:

οι ποντικοί στο στόμα τους

δεν πιάνουν τα αιώνια

μόνο σκάβουν.

 

Talpa

 

Mi infilo profondamente

alle radici degli alberi

e sento il soffio

che porta lacrime

di mondi sotterranei.

 

La storia dell’ uomo

è appesa alla mia zappa.

 

Nelle notti buie

trovo la madre di Ulisse

che gli sferruzza dei giacchetti

che forse torni

“fa freddo quaggiù”

mi annuisce e ride

“non è un posto per sopravvissuti”.

 

Come dirle

che ha un filo invisibile

che non si legano i suoi nodi

se non ad ogni puntura d’ ago

si scuciono tranquillamente

i lenzuolini dell’ alba.

 

Io non le dirò:

i sorci non discutono mai

di cose eterne

soltanto scavano.

 

[da “Così sono gli uccelli”]

 

 

 

Φως

 

Το φως μοιάζει με τη σκόνη:

περνάς τα χέρια σου ανάμεσα

και ύλη δεν κρατάς

κι αν πέσει πάνω σου άφθονο

ή το εισπνεύσεις

νιώθεις αρχαίος

σαν να σε σκέπασε

ένα παλιό μυστικό.

 

Luce

 

La luce assomiglia alla polvere:

passi le tue mani in mezzo a questa

e non trattieni materia

e se abbondante cade su te

o se la inspiri

ti senti antico

come coperto

da un vecchio segreto.

 

 

Ταξιδιώτης

 

Δεν ξέρω πού πάω

μονάχα να επιστρέψω μπορώ

κοιτάζοντας τις κηλίδες

απ’ το αίμα μου

που σημαδεύουν

αυτόν τον μάταιο δρόμο

ως το τέλος.

 

Viaggiatore

 

Non so dove vado

posso soltanto tornare

vedendo le macchie

del mio sangue

che marcano

questa vana strada

sino alla fine.

 

 

 

Γη

 

Η γη είναι σκέπη μου

όταν γίνομαι ρίζα

κι οι καρποί μου υπόγειοι

βολβοί λουλουδιών

 

δεν θέλω τη χλόη

τα κλαδιά και τα φύλλα

ας κρυφτεί απ’ το φως

η αγωνία

να υπάρξω.

 

Terra

 

Il mio tetto è la terra

quando mi faccio radice

ed i miei frutti sono i bulbi

ipogei di fiori

 

non voglio l’ erba

i rami e le foglie

sia nascosta lontano dal sole

l’ angoscia

della mia esistenza.

 

 

 

Περιπλανώμενος

 

Όλη μέρα περπατώ

πάνω στον ήλιο

και το δείλι βυθίζομαι

ματωμένος στη θάλασσα.

 

Τότε ο βυθός

παίρνει μια λάμψη

καιόμενη

σαν να επιστρέφει

στο σπίτι ο ναυαγός

κι ανάβουν την εστία

να ζεστάνουν τον νόστο.

 

Errante

 

Tutto il giorno cammino

sopra il sole

ed il vespro mi immergo

insanguinato nel mare.

 

In quel momento il fondo

ha uno sfavillio

ardente

come se tornasse

a casa il naufrago

e accendessero il focolare

perscaldareilritorno.

 

 

 

Γιορτή

 

Πέπλα τυλίγαν τους χορευτές

κι όλοι γονάτιζαν

στους δαίμονές τους

 

η μουσική δυνάμωνε

το βιολί που τρίζει

για να σπάσει

τον κόσμο.

 

Festa

 

Veli avvolgevano i danzatori

e tutti si piegavano

davanti ai loro demoni

 

la musica si faceva più forte

il violino che strideva

per rompere

il mondo.

 

 

 

Καπνός

 

Έχω τα μάτια της νύχτας

βλέπω το αόρατο φως

το πένθιμο αστέρι

που αλλάζει πορεία

για να πέσει στο χέρι μας

και να ανάψει μαζί μας

 

κανείς να μην ξέρει

πώς ενώνεται ο κόσμος

με ένα μαύρο θυμίαμα.

 

[ανέκδοτα ποιήματα]

 

 

Fumo

 

Ho gli occhi della notte

vedo la luce invisibile

la stella funebre

che cambia rotta

per cadere nella nostra mano

ed accendersi con noi

 

e nessuno saprà

come il mondo si unisca

ad un nero incenso.

 

[poesie inedite]

`

***Α΄ δημοσίευση στο ιταλικό περιοδικό Perigeion: https://perigeion.wordpress.com/2015/12/18/anna-griva/