1.
Ποιος θα σκεφτεί να σε αγαπήσει όταν τα σκουλήκια θα τρώνε τη λιωμένη σάρκα σου;
─Κανείς. Μόνο εσύ. Επιτέλους τα κατάφερες και γενναία παραιτήθηκες, γενναία δείλιασες και έφυγες.
Θα ακουμπήσω το κεφάλι μου στο μάρμαρό σου και θα σε ακούσω να φωνάζεις σιωπηλά να σε προσέξω τώρα που αξίζεις.
Αξίζεις;
─Έτσι φαίνεται. Όλοι έτσι λένε.
Και όσο θα κουράζεσαι ενώ θα αναπαύεσαι θα σε σκέφτομαι και θα αναρωτιέμαι αν θα μπορώ να αξίζω και γω μία μέρα, όπως το κατάφερες εσύ.
Μπα, όχι, εγώ δεν είμαι τόσο γενναία. Θα αφιερωθώ στο να αναρωτιέμαι και να γράφω αντί να πράττω και να φεύγω.
Πριν με κρίνεις όμως, αναρωτήθηκες; Ποιος θα σκεφτεί να σε αγαπήσει όταν τα σκουλήκια θα τρώνε τη λιωμένη σάρκα σου;
─Όλοι. Καλά έκανες.


2.
Μια γυναίκα με γκρι δέρμα Πάντα αυτή είναι
κάθε φορά που χτυπάει η πόρτα σου αργά τη νύχτα, αυτή είναι
Κάθε φορά που πασχίζεις να κρατήσεις τη λάμψη αυτή θα σε κοιτά
Με τα άσπρα μάτια της και τα μαύρα της μαλλιά
Που κρέμονται σα ραδίκια και σχοινιά και σύρματα
Μόλις αποκοιμηθείς πάνω στο μάρμαρο θα έρθει να σε φιλήσει ληθαργικά στο μέτωπο
Μη ρωτάς πότε θα φύγει.
Μόλις πάψεις να αναπνέεις θα ψάξει κάποιον άλλον να ενοχλήσει
Ή, τουλάχιστον, με αυτήν την σκέψη θα αποφασίσεις απόψε
Να βαυκαλιστείς
3.
(Για τον «Ελεγκτή» του Μ. Σαχτούρη)
Εσύ, κληρονόμε πουλιών.
Έφυγες χωρίς να δώσεις και σε μας φτερά.
Έστω και σπασμένα.
Και τώρα πρέπει μόνοι να τα ζωγραφίσουμε
Να μάθουμε να πετάμε κάτω από την αιμάτινη βροχή
Και να μην αφήσουμε σταγόνα να πέσει σε αυτούς
Και όταν πέσουμε οι ίδιοι από το βάρος στα χάρτινα φτερά μας, τότε θα καταλάβουν…
Πως ψηλά δε θα πετάει πια κανείς.

4.
Μείνε ακίνητη, θα σε κρύψω
Θα σου πετάξω χώματα και σκοτάδια και λύπες και ελπίδες και μαύρο και λευκό για να μη σε δει κανείς.
Σου είπα να μη χαθείς στη σκιά μου και έγινες η ίδια
Σου είπα να μη φύγεις και έγινες το είδωλό μου στον καθρέφτη
Τώρα σε βλέπω και τα πρωινά, όχι μόνο την νύχτα.
Σε χρειάζομαι. Να με πονέσεις, να με μαχαιρώσεις, να με γεμίσεις πληγές και να με σχηματίσεις πάλι.
Λύγισέ με, σπάσε με, κομμάτιασε με όσο μπορείς.
Απορρόφα όση ψυχή θέλεις από εμένα
Αρκεί να με κάνεις κάποια μέρα κάτι άξιο να διαβαστεί