Στο χωριό ξέχασαν
το όνομά μου.
Όλοι με φωνάζουν Τζέρι
– από τον Τζέρι Λιούης, τον κωμικό.

Το βασίλειό μου είναι μικρό.
Απλωμένος κατά μήκος του υγρού κάμπου
είναι ένας δρόμος – αλλά γι’ αυτόν
που δεν τον ξέρει
τρεις μέρες να παίζουμε κρυφτό
αμφιβάλλω αν θα με βρει

Σε αυτό
το απελπισμένο μέρος
βλέπω
τι κυκλοφορεί


#
Από ’δω πάνω που κάθομαι
όχι· δεν πιστεύω ότι η χαρά
πέρασε
δίπλα απ’ τους κάδους
μέσα στα κτήρια
Τι θαυμαστά επιτεύγματα!
να πιάσεις πάτο
από τόσο ψηλά
Πόσο πολιτισμένα!

Καλύτερα να κατέβω
Θα ’πρεπε πιο κοντά

#
Περπατώ
παρέα μ’ ένα τραγουδάκι

«Το θεριό μες στο κλουβί
μελετάει τη φυλακή του
σπιθαμή προς σπιθαμή
μα το θεριό δεν ξέρει
πως είναι τυχερό
να βλέπει μες στη γούβα του
το μέρος – το πλέον – μακρινό»

Περπατώ
παρέα μ’ ένα τραγουδάκι
σχεδόν σατανικό

#

Στην Οδό Κ.Π. 25 πέφτω
πάνω στον γείτονα.
Κλασικά παράπονα
για το νοίκι, τους φόρους
και τους πρόσφυγες.
Μου θυμίζει τον πατέρα μου

#

Είναι δύσκολο
να το χωνέψεις
να ξέρεις ότι παρά τις προσευχές
και τις μετάνοιες
ένα πεισματάρικο κατάλοιπο
των χειρότερών σου πράξεων
θα στέκεται ανέπαφο.

Ό,τι δεν το σφίγγεις
σε σφίγγει
Ό,τι δεν το προσπερνάς
σε ακολουθεί
για πολύ καιρό

#
Μου ταιριάζει – το κλίμα εδώ
Μου ταιριάζει η ματαιότητα