Ακέφαλη προτομή

Είχα καιρό να περάσω από τον κήπο σου
δε σε αναγνώρισα
το κεφάλι σου
κομμένο
από την καρδιά
το κορμί σου άφηνε
να χάσκει εκκρεμές
μιας χρονιάς
που δεν τελειώνει∙
κατάρα,
πια μπορείς να μπεις
στο σώμα
κάθε γυναίκας

Ανενεργή στάση

Σε τούτο το σταθμό
τα τρένα δε σταματούν πια∙
οι επιβάτες ακίνητοι στις αποβάθρες
σηκώνουν το χέρι
σε αόρατες αμαξοστοιχίες
που στοιχειώνουν τα όνειρά τους,
τα τρένα δε σταματούν πια,
δεν έχουν ανθρώπους να πάρουν μαζί τους,
και τούτοι που απόμειναν εδώ
στέκουν ασβεστωμένα αγάλματα
μιας στιγμής
που προσπεράστηκε
ενός έρωτα
που δεν ειπώθηκε ποτέ

Αλλόκοτο πλήθος

Η ώρα
απλωμένη θέα
καταμεσής της αποβάθρας,
γύρω της συγκεντρωμένοι
οι πιστοί της ακόλουθοί,
σαν ένα υγρό μελίσσι
που κυλά προς το άγνωστο
ξοδεύοντας
τα μοναδικά του εισιτήρια
σε διαδρομές
αλλεπάλληλων αναπολήσεων
εικονικής πραγματικότητας

Συνεπιβάτες

Σε τούτο το μεταλλικό κουτί
στριμωγμένοι ως το λαιμό
ερχόμαστε σε ανεπιθύμητη επαφή
ο ένας με τα μικρόβια του άλλου
πολλαπλασιάζοντας τη διαβρωτική τους δράση
με τα ανύπαρκα λόγια
και το κιτρινιασμένο ενδιαφέρον
μιας κοινωνίας που κοιμάται αμέριμνη
στο πίσω κάθισμα της γραμμής

Μικρομέγαλος

Μικρός ονειρεύτηκα μια θάλασσα
με μια σανίδα
και ένα δίπτερο στην αγκαλιά
χαρτογραφούσα ταξίδια στο άγνωστο∙
στη τσέπη μου είχα μια ξεχασμένη τσίχλα
και ένα βότσαλο,
ολοστρόγγυλο
σαν το αιώνιο κεφάλι του ήλιου∙
χρόνια σε τούτη τη στεριά
απόμεινα χαζεύοντας
από απόσταση ασφαλείας
τα πουλιά να ξεμακραίνουν,
στη θέα τους αντρεύτικα
ένας μικρός που ολοένα μεγάλωνε
αποκτώντας δυο μάτια θολά
και λόγια μπερδεμένα
για όσα αγάπησε παιδί