ΚΡΙΣΙΜΗ ΑΛΛΑ ΣΤΑΘΕΡΗ

 

Καλυτερεύω.

Είμαι με τους  περιπλανώμενους και την ανέκαθεν απελπισία τους.

Υπονοώντας :

Αγνοούμαι και με ψάχνουν διαρκώς στα ξέφωτα –

σ’ αυτούς τους μοναχικούς πληθυντικούς της όρασης και των θηραμάτων.

Είμαι των ελεύθερων σκοπευτών η αναμονή

και το αλάνθαστο αριστερό τους

η σταγόνα της αγωνίας τους στο μέτωπο

με χαλασμένο κλείστρο και θαμπωμένη διόπτρα.

 

Είμαι όσα προσμένω και όσα δεν θα πετύχω σ’ αυτήν την ζωή.

 

Καλυτερεύω δίχως φάρμακα και μόλις κλείσω τα μάτια

περιπολώ καλοντυμένος σε νηπίων όνειρα

σφυρίζοντας  δήθεν αδιάφορα καθώς πλησιάζει το φριχτό τέλος της αθωότητας.


Απομνημονεύω τα σύννεφα και των δέντρων την γενεαλογία

περασμένα μεσάνυχτα μ’ ένα κερί αναμμένο απ’ την πίκρα μου

για να περάσει η ώρα και να ξεκουραστούν τα ρολόγια.

Είμαι σε συμμαχία με τα σωθικά μου – τ’ ομολογώ.

Καλυτερεύω γιατί περιφρόνησα τις νηστείες και τώρα – ω, θεέ μου ! –

που εγώ και το μέσα μου κατουριόμαστε απ’ τα γέλια

μ’ όλες αυτές τις Σαρακοστές των ανθρωποκρεάτων

δεν μας απομένει ούτε ένα σαββατοκύριακο να μετανοήσουμε…

 

Καλυτερεύω,

το λένε ξεκάθαρα κι όλων των αναστηθέντων οι χημειοθεραπείες !

 

Οικειοποιήθηκα τα μεσοσκόταδα κ’ έλαμψε όλη η Οικουμένη μου

μ’ όλα της τα ερπετά μεμιάς.

Καλυτερεύω κι όλες μου οι προβλέψεις για μια άλλη ζωή πετάχτηκαν στα σκουπίδια.

 

`

*

 

ΟΡΙΣΜΟΣ

 

Ποίηση δεν είναι η ομοιοκαταληξία αυτού του κόσμου.

Ποίηση είναι το ίζημα κάθε λέξης  που μας βαραίνει μέχρι το βαθύ γήρας.

 

Ποίηση είναι ένας Φεβρουάριος που με θράσος στριμώχνεται

 

στο ανέμελο καλοκαιράκι.

Ποίηση είναι η άδεια καρέκλα αντίκρυ στην δική σου.

Ποίηση είναι το βουρκωμένο μάτι του ζώου πριν την σφαγή.

 

Ποίηση είναι η πόρτα που θα ανοίξει

αλλά δεν θα είσαι εσύ αυτή που θα πει καλησπέρα.

 

Ποίηση δεν είναι,  ούτε θα μπορούσε να ήταν ποτέ.

 

 

 `

*

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ

Σου μιλώ

κι ας μην μου μιλούν πια οι άνθρωποι

κι έχω όλες τις λέξεις μου ακροβολισμένες

στα γύρω υψώματα περικυκλώνοντας την Αγάπη

με συνθήματα και σήματα καπνού

μ’αλαλαγμούς άγριας χαράς και σιωπητήρια της συγγνώμης

από απαρχής των σωμάτων μέχρι τα σύνορα της αφής

Σου μιλώ.

 

Ψυχή μου εσύ πικρέ μου φώσφωρε 

που στα σεντόνια τα λευκά ανάμεσα 

αποκοιμιέσαι κι εγώ σε λέω αγάπη…

Τ’ όνομά σου δεν γράφεται στην γλώσσα αυτή

ούτε και σ’ άλλη απ’ αυτές που γνωρίζουν οι άνθρωποι

κι απ’ αυτές που μιλούσαν των σπηλαίων οι πρωτόγονοι κάτοικοι

τ’ όνομά σου είμαι εγώ, μ’ ακουμπώ και με σπρώχνω σ’ εσένα

συνθηματικά και σημάδια αλλάζοντας

με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα από μια άγνωστη δύναμη

για να ‘ρθεις  και να φέρεις στην γη

ό,τι απόμεινε από ανθούς και βροχή

απονιάς πρωθιέρεια στα πανάρχαια δάση

σε απόκρημνα άπατα και στους βυθούς της θαλάσσης

Εσύ.

Ψυχή μου εσύ ορφανό μου ικρίωμα

πες μου, από πού έρχεται η Αγάπη και για ποιούς ; 

 

Κι αν σ’ αγαπώ τίποτα δεν αλλάζει

από τους νόμους της ουράνιας φυσικής

που μας κρατούν στην τροχιά του ακοίμιστου πεπρωμένου

κι αν σου μιλώ από χιλιάδες έτη φωτός ψιθυριστά

κάποτε

θα επιστρέψουν τα σώματα μ’ ολάκερη την αξία τους

στραμμένη στην Ομορφιά

γιατί ο θάνατος άδικος είναι

όσο κι αν πιστεύεις σε άλλη ζωή

γιατί μόνη Δικαιοσύνη στον κόσμο αυτό

η αγάπη μας.

 *

ΜΠΟΥ
Ποιος είναι, αγάπη μου, αυτός μες στην αυλή μας
Με μάτια δάκρυα κλαμένα γοερά;
Μήπως τον ξέβρασε θυμός ή άστρων θλίψη
Και κάθε χάραμα τον γλύφουνε σκυλιά;

Ποιος είναι, αγάπη μου, αυτός που μας κοιτάει
Φορώντας αίματα μετάξια ακριβά;
Ποιος τον μαχαίρωσε με μνήμες και γελάει
Και ποια τον έριξαν εδώ χέρια φονιά;

Ποιος είμαι, αγάπη μου, εγώ που σου μιλάω
Αυτό το βράδυ σαλεμένος γιασεμιά;

Είμαι ένας άνεμος που κλαίει στα σκοτάδια
Γυμνός ξυπόλυτος αν θες να με αγγίξεις
Στης λησμονιάς τ’ απύθμενα ολάνθιστα πηγάδια
Προσμένω αιώνες σκεφτικός να με φιλήσεις.

Είναι το σώμα μου ένα λεύκωμα θανάτων
Που μια ζωή σου αφιερώνει από καρδιάς.