`

Μια νεαρή γυναίκα βρίσκεται ξαπλωμένη στο κρεβάτι της σαν νεκρή. Ζωντανεύει μόνο όταν χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο αγαπημένος της που την αφήνει για να παντρευτεί μια άλλη. Η γυναίκα σταδιακά απελπίζεται και στο τέλος καταρρέει. 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Εμπρός, εμπρός, εμπρός.. Μα όχι κυρία μου, είμαστε πολλοί στη γραμμή,
κλείστε… Εμπρός… Εμπρός… Κλείστε εσείς… Εμπρός… Μα όχι, δεν είναι του
γιατρού Σμιτ… Μηδέν 8, όχι μηδέν 7… εμπρός!… μα αυτό είναι γελοίο… (Κλείνει,
μένει με το χέρι στο ακουστικό. Κουδούνισμα)… Εμπρός!… Μα τι θέλετε να κάνω,
κυρία μου;… Είστε πολύ αγενής… Δικό μου λάθος;.·., καθόλου… καθόλου…
[Εμπρός!… εμπρός, κέντρο;… Με καλούν και δεν μπορώ να μιλήσω… Πέστε σ’
αυτή την κυρία να κλείσει]. (Κλείνει. Κουδούνισμα.) Εμπρός! Εσυ είσαι;… εσύ
είσαι;… Ναι… Δε σ’ ακούω καθόλου… είσαι πολύ μακριά, πολύ μακριά… Εμπρός!…
είναι φοβερό… μιλάνε κι άλλοι… Ξαναπάρε με. Εμπρός! Ξαναπάρε με… Λέω: ξαναπά-ρε με… Μα, κυρία μου, σας είπα, δεν είμαι ο γιατρός Σμιτ… Εμπρός!…
(Κλείνει. Κουδούνισμα).
Α! επιτέλους… είσαι εσύ… ναι… ναι… πολύ καθαρά… εμπρός… ναι… Ήταν σωστό
μαρτύριο να σ’ ακούω μέσα απ’ όλες αυτές τις φωνές… Ναι… ναι… όχι… Τι
σύμπτωση!… Γύρισα πριν δέκα λεπτά,… Με είχες ξαναπάρει;… α… όχι… όχι… Έφαγα
έξω… στης Μάρθας… [Πρέπει να είναι 11 και τέταρτο] Είσαι σπίτι σου;… [Λοιπόν, κοίτα
το ηλεκτρικό ρολόι…] Το φανταζόμουν… Ναι, ναι, αγάπη μου… Τι; Χτες βράδυ; Χτες,
έπεσα αμέσως, κι επειδή δεν μπορούσα να κοιμηθώ, πήρα ένα χαπάκι… όχι… ένα μόνο…
στις εννιά… Είχα λίγο πονοκέφαλο, αλλά μου πέρασε… Το πρωί, ήρθε η Μάρθα. Φάγαμε
μαζί. Πήγα στα μαγαζιά. Γύρισα σπίτι. Έβαλα όλα τα γράμματα μέσα στην κίτρινη
τσάντα, και… Τι;… Πολύ δυνατή… στ’ ορκίζομαι… Έχω πολύ, κουράγιο, πολύ… [Μετά;
Μετά, ντύθηκα, ήρθε η Μάρθα και με πήρε και… αυτό είν’ όλο… Γυρίζω απ’ το σπίτι
της. Ήταν πολύ καλή… τέλεια… Μπορεί να έχει αυτό το «υφάκι», αλλά δεν είναι…
Είχες δίκιο, όπως πάντα.] (Χαμογελάει). Ίο ροζ φόρεμα μου με τη γούνα… Το μαύρο
καπέλο… Ναι, το φοράω ακόμα… Όχι, όχι, δεν καπνίζω. Μόνο τρία, όλα κι όλα… Ναι,
σωστά… Ναι, ναι… Είσαι πολύ καλός… Κι εσύ, τώρα γύρισες;… Έμεινες σπίτι… Ποια
δίκη;… Α, ναι… Δεν πρέπει να κουράζεσαι… Εμπρός! εμπρός! μη διακόπτετε. Εμπρός!…
εμπρός! αγάπη μου… εμπρός!… Αν μας διακόψουν, ξανά πάρε με αμέσως… φυσικά…
Εμπρός! Όχι… εδώ είμαι… Την τσάντα;… Τα γράμματα σου και τα δικά μου…
Μπορείς να στείλεις τον Ζοζέφ να την πάρει, όποτε θέλεις… Λίγο σκληρό…
Καταλαβαίνω… Ω! αγάπη μου μη δικαιολογείσαι, είναι πολύ φυσικό. Εγώ είμαι ανόητη… [είσαι καλός… είσαι καλός… ούτε κι εγώ φανταζόμουν πως θα ήμουνα τόσο
δυνατή… Δεν πρέπει να με θαυμάζεις. Πηγαίνω λίγο σαν υπνοβάτης. Ντύνομαι, βγαίνω,
ξαναγυρίζω, μηχανικά. Αύριο, ίσως θα ‘χω λιγότερο θάρρος… Εσύ;…] Μα όχι, μα όχι,
αγάπη μου, δεν έχω να σου παραπονεθώ για τίποτα… εγώ… εγώ… Τι; Πολύ φυσικό…
Ίσα-ίσα… Είχαμε… συμφωνήσει απ’ την αρχή πως δε θα λέγαμε ποτέ ψέματα ο ένας στον

άλλον, και θα μου φαινόταν εγκληματικό αν μου το έκρυβες ως την τελευταία στιγμή. Το
χτύπημα θα ήταν τρομερό, ενώ έτσι είχα τον καιρό να συνηθίσω, να καταλάβω… θέατρο;… Εμπρός!… Τι;… Σου παίζω θέατρο εγώ;… Με ξέρεις, είμαι ανίκανη να τα
καταφέρω… Καθόλου… Καθόλου… Πολύ ήρεμη… θα το καταλάβαινες… Λέω: θα το
καταλάβαινες από τη φωνή μου, αν σου έκρυβα κάτι… Όχι. Αποφάσισα να έχω θάρρος
και θα έχω… Δεν ήταν το ίδιο… μπορεί, αλλά, όσο και να περιμένεις μια συμφορά, άμα σε
βρει, σε ζαλίζει… Μην υπερβάλλεις…
Είχα όλον τον καιρό για να συνηθίσω στην ιδέα. Φρόντιζες να με νανουρίζεις, να μ’
αποκοιμίζεις… Η αγάπη μας είχε ν’ αντιμετωπίσει πολλά εμπόδια. Έπρεπε ή να απαρνηθώ
πέντε χρόνια ευτυχίας ή να δεχτώ τους κινδύνους. Ποτέ δεν φαντάστηκα πως όλα τα
πήγαιναν θαυμάσια. Πληρώνω ακριβά μια ανεκτίμητη χαρά… Εμπρός… ανεκτίμητη…
και δε μετανιώνω… δε μετανιώνω για τίποτα -για τίποτα-για τίποτα… Κάνεις… κάνεις
λάθος… λάθος, λάθος. Έχω… εμπρός!… έχω αυτό που μου αξίζει, θέλησα να κάνω μια
τρέλα και να δοκιμάσω μια τρελή ευτυχία… αγάπη μου… άκουσε… εμπρός!… αγάπη μου…
άφησε με να σου μιλήσω. Μην κατηγορείς τον εαυτό σου. Εγώ φταίω για όλα… Ναι, ναι…
θυμάσαι εκείνη την Κυριακή, στις Βερσαλλίες, και το τηλεγράφημα;.. Α!… Ναι, τότε!…
Εγώ θέλησα νά ‘ρθω, εγώ σου ‘κλεισα το στόμα, εγώ σου είπα ότι δε με νοιάζει τίποτα…
Όχι… όχι… όχι… εδώ είσαι άδικος… Εγώ… εγώ τηλεφώνησα πρώτη… [όχι, την Τρίτη…
μια Τρίτη… Είμαι σίγουρη. Μια Τρίτη 27 του μηνός. Το τηλεγράφημα σου έφτασε τη
Δευτέρα το βράδυ, στις 26. Τις θυμάμαι αυτές τις ημερομηνίες απ’ έξω… Τη μητέρα σου;
Γιατί… Αληθινά, δε χρειάζεται… Δεν ξέρω ακόμα… ναι…. ίσως… Ω! όχι, πάντως όχι
αμέσως, κι εσύ;…]
Αύριο;… Δεν ήξερα πως ήταν τόσο βιαστικό… τότε, περίμενε… είναι πολύ
απλό… αύριο πρωί, θ’ αφήσω την τσάντα στο θυρωρό μου. Ας περάσει ο Ζοζέφ
να την πάρει… Ω! εγώ… μπορεί να μείνω ή μπορεί να πάω μερικές μέρες στην
εξοχή, στης Μάρθας…
Εδώ είναι. Μοιάζει σαν άνθρωπος που πονάει. Χτες, πήγαινε όλη την ώρα
απ’ το χωλ στην κάμαρα. Με κοίταζε. Σήκωνε τ’ αυτιά του, αφουγκραζόταν, σε
γύρευε παντού. Έμοιαζε να με μαλώνει που καθόμουν ασάλευτη και δε
σηκωνόμουν να ψάξω μαζί του… Το καλύτερο θα ήταν να το πάρεις εσύ… Ω,
εγώ!… Δεν είναι σκυλί για γυναίκα. Δεν θα ήξερα να το περιποιηθώ. Δεν θα το
έβγαζα έξω. Καλύτερα να μείνει μαζί σου… Θα με ξεχάσει γρήγορα… [Δεν
είναι και τόσο δύσκολο. Μπορείς να πεις πως είναι ο σκύλος ενός φίλου σου.
Αγαπάει πολύ τον Ζοζέφ. Ας έρθει ο Ζοζέφ να τον πάρει]… θα δούμε… ναι…
ναι… ναι, αγάπη μου… σύμφωνοι… μα ναι, αγάπη μου… Ποια γάντια;… Τα
γάντια σου για το αυτοκίνητο; Δεν ξέρω. Δεν τα είδα. Μπορεί. Να κοιτάξω…
Περίμενε. Μην κλείσεις.
(Παίρνει απ’ το τραπέζι, πίσω από τη λάμπα, τα γούνινα γάντια του και τα
φιλάει με πάθος. Μιλάει, με τα γάντια πάνω στο μάγουλο της)

Εμπρός… εμπρός… όχι… έψαξα στο κομοδίνο, στην πολυθρόνα, στο χολ, παντού, – δεν
είναι… ‘Ακου… θα κοιτάξω πάλι, όμως είμαι βέβαιη… Αν τα βρω ως αύριο, θα στα
στείλω μαζί με την τσάντα… Αγάπη μου;… Τα γράμματα… ναι… θα τα κάψεις… θα σου
ζητήσω κάτι πολύ ανόητο… Όχι, να, σε παρακαλώ αν τα κάψεις, θα ήθελα να φυλάξεις
τη στάχτη στη μικρή κοκαλένια τσιγαροθήκη που σου είχα χαρίσει και… Εμπρός!… όχι…
είμαι ανόητη… συχώρησε με. Ήμουν πολύ δυνατή (Κλαίει)… Να, τέλειωσε. Σκουπίζω
τα μάτια μου. Ναι θα ήθελα πολύ να έχω αυτή τη στάχτη, αυτό είναι όλο… Τι καλός
που είσαι!… Α!
[(Η ηθοποιός πρέπει να πει τα παρακάτω σ’ όποια ξένη γλώσσα ξέρει καλύτερα).
«Τα χαρτιά της αδελφής σου τα ‘καψα όλα στο φούρνο της κουζίνας. Στην αρχή
σκέφτηκα να τ’ ανοίξω για να πάρω το σχέδιο που μου ‘χες πει, αλλά μια και ήθελες να
τα κάψω, τα ‘καψα όλα… Α! καλά… καλά… ναι» (Στη γλώσσα της)].
Σωστά, φοράς τη ρόμπα σου… Είσαι ξαπλωμένος;… Δεν πρέπει να δουλεύεις τόσο αργά,
πρέπει να κοιμηθείς, αν είναι να σηκωθείς νωρίς. [Εμπρός!… Εμπρός!… Τώρα;… Κι
όμως, μιλάω πολύ δυνατά… Τώρα μ’ ακούς;… Λέω: μ’ ακούς;… είναι αστείο, γιατί
εγώ σ’ ακούω σαν να είσαι πλάι μου… Εμπρός!… εμπρός!… εμπρός!… Ωραία! τώρα
δε σ’ ακούω εγώ!… Ναι, αλλά πολύ μακρυά, πολύ μακριά… Εσύ μ’ ακούς; Ο καθένας
με τη σειρά του. Όχι, μην κλείσεις!… Εμπρός!… Α! Σ’ ακούω. Σ’ ακούω πολύ καλά.
Ναι, ήταν πολύ δυσάρεστο. Νομίζεις πως πέθανες, ξαφνικά. Ακούς και δε σ’ ακούνε…
Όχι, πολύ, πολύ καλά. Είναι απίστευτο που μας αφήνουν και μιλάμε τόση ώρα.
Συνήθως, σε κόβουν σε τρία λεπτά και σου ξαναδίνουν λάθος αριθμό… Ναι, ναι…
ακούω καλύτερα κι από πριν, αλλά η συσκευή σου βουίζει. Σαν να μην είναι το δικό
σου τηλέφωνο]… Σε βλέπω, ξέρεις (Εκείνος τη βάζει να [χα,ντέφεή… Ποιο φουλάρι;…
Το κόκκινο… Α!… Έχεις σηκωμένα τα μανίκια… Στο αριστερό σου χέρι; το
ακουστικό. Στο δεξί; το στυλό σου. Ζωγραφίζεις στο στυπόχαρτο καρδιές, πρόσωπα,
άστρα. Γελάς! Έχω μάτια στη θέση των αυτιών… (Με μια μηχανική κίνηση, κάνει να
σκεπάσει το πρόσωπο της)… Ω, όχι, αγάπη μου, προπάντων μη με κοιτάς… Φοβάμαι;… Όχι, δε φοβάμαι… κάτι χειρότερο… Ξεσυνήθισα να κοιμάμαι μονάχη μου…
[Ναι… ναι… ναι… ναι, ναι… στ’ ορκίζομαι… στ’ ορκίζομαι… είσαι πολύ καλός… Δεν
ξέρω. Αποφεύγω να κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Δεν τολμώ ν’ ανάψω το φως της
τουαλέτας μου. Χτες, αντίκρισα μια ηλικιωμένη γυναίκα… Όχι, όχι! μια ηλικιωμένη,
αδύνατη, με άσπρα μαλλιά κι ένα σωρό μικρές ρυτίδες… Αστειεύτηκα… μη λες
κουταμάρες… Ευτυχώς που είσαι αδέξιος – και μ’ αγαπάς. Αν δε μ’ αγαπούσες και ήσουν
επιδέξιος, το τηλέφωνο θα γινόταν ένα τρομακτικό όπλο. Ένα όπλο που δεν αφήνει ίχνη, δεν
κάνει θόρυβο… Εγώ κακιά;] Εμπρός!… εμπρός!… εμπρός, αγάπη μου… πού είσαι;…
Εμπρός, εμπρός, δεσποινίς. (Χτυπάει τη διχάλα του τηλεφώνου). Εμπρός, μας έκοψαν.
(Κλείνει. Παύση. Ξαναπαίρνει το ακουστικό). Εμπρός! (Χτυπάει τη διχάλα). Εμπρός!
εμπρός! (Ξαναχτυπάει τη διχάλα). Εμπρός! Εμπρός! (Κουδούνισμα). Εμπρός, εσύ
είσαι;… Όχι, λάθος, κλείστε, κλείστε…

 

[…]

`

* Η Έλλη Λαμπέτη παρουσίασε το 1978 τα μονόπρακτα του Cocteau, «Η ψεύτρα», «Η ανθρώπινη φωνή», «Την έχασα», μαζί με τα μονόπρακτα: «Η Εβραία» του Μπρεχτ, «Η πιο δυνατή» του Στρίντμπεργ, «Μια ψυχούλα» του Τσέχωφ. Τη μετάφραση έκανε ο Μάριος Πλωρίτης, τη σκηνοθεσία ο Σωτήρης Μπασιάκος, τα σκηνικά και τα κοστούμια ο Πάνος Παπαδόπουλος