Βάζω οποιοδήποτε στοίχημα  πως οι περισσότεροι αναγνώστες δεν γνωρίζουν  την ιστορία αλλά ούτε και το όνομα του λιονταριού του Κοινοβουλίου, το πρώτο που συναντά κανείς καθώς κατηφορίζει τη  Λεωφόρο  Σαν Χερόνιμο. Λοιπόν, ακούει στο όνομα… Λέων, φυσικά. Όμως το επώνυμο; Τι επώνυμο έχει; Ονομάζεται Μπεναβίδες.

Kαλύτερα όμως να δώσουμε σε κείνο  τον λόγο και ν’ ακούσουμε την ιστορία του έτσι όπως το ίδιο είχε την ευγένεια να μου τη διηγηθεί, μια φεγγαρόλουστη νύχτα που  το κοίταζα εξονυχιστικά, βρίσκοντας δεν ξέρω κι εγώ ποια ιδιαιτερότητα που στερούνταν  ο σύντροφος του που βρισκόταν στην αριστερή του πλευρά .

«Τι τόσο το ενδιαφέρον έχει ετούτο το λιοντάρι, το τόσο μεγαλοπρεπές, ευγενές και μελαγχολικό που δεν έχει το άλλο ∙ το οποίο, ωστόσο, με μια επιφανειακή ματιά θα μπορούσε να φαίνεται απολύτως όμοιο με το  άλλο;»

Κάπου στο μέσο του μετώπου του εντοπιζότανε το μυστήριο του ∙ στις ζάρες ανάμεσα στα φρύδια του. Δεν ξέρω πως, αλλά εκεί υπήρχε η αντανάκλαση  μιας ιδέας  που απουσίαζε από τ’  άλλο ∙ και μονάχα για  ετούτη τη διαφορά το ένα ήταν συμβολικό, μεγαλειώδες , καλλιτεχνικό, σχεδόν ιερό και το άλλο άτεχνο, κοινότυπο ∙ το ένα ήταν η πατρίδα και το άλλο η καπηλεία της. Το ένα ήταν λουσμένο   στην ιερή ιδέα, και το άλλο όχι. Όμως σε τι συνίστατο η γλυπτική διαφορά; Ποια πτυχή υπήρχε στο μέτωπο του ενός που απουσίαζε από το μέτωπο του άλλου;

Και παρατηρούσα εγώ το λιοντάρι, που ήταν τοποθετημένο πιο ψηλά, αποφασισμένος, με βαθιά συμπάθεια, να εκμαιεύσω μυστικό του.  Πόσες φορές μέσα στον κόσμο, συλλογιζόμουν, δεν αντιμετωπίζουμε παρόμοιες καταστάσεις: δυο δημιουργήματα  που δείχνουν να ‘ναι  πανομοιότυπα, χυμένα στο ίδιο εκμαγείο, και  που διαφέρουν τόσο,  σε βαθμό να αποτελούν δυο σύμπαντα ολωσδιόλου διαφορετικά ! Το όνομα, το σχήμα, σκεπάζουν ενίοτε κάτω από φαινομενικές ομοιότητες ακόμη και ταυτίσεις, τα πιο διαφορετικά χαρακτηριστικά, κάποιες φορές στοιχεία εκ διαμέτρου αντίθετα.

Και εν μέσω τέτοιων φιλοσοφιών με κατέλαβε  εξαπίνης μια μεταλλική φωνή, που δονούταν στην λάμψη της σελήνης  όπως δονούταν κάτω απ’ τις ηλιαχτίδες εκείνο το περίφημο Αιγυπτιακό άγαλμα.

Τρεμάμενη, γλυκιά, αχνή, βγαίνοντας απ’ τα σιδερένια σαγόνια, η φωνή έλεγε:

«Είναι μια ουλή, η διαφορά που ψάχνεις ανάμεσα σε μένα και τον σύντροφο μου και δεν είναι τίποτα περισσότερο  απ’  αυτό  ∙ είναι πως εγώ έχω  στο μέτωπο μου το σημάδι μιας ουλής. Η ουλή σου αποκαλύπτει μια ψυχή κι έτσι σου προκαλώ ενδιαφέρον. Ευχαριστώ. Πλέον εσύ αντιλήφθηκες  πως εγώ έχω πνεύμα ενώ το άλλο όχι, άκου λοιπόν την ιστορία μου και την ιστορία της ουλής αυτής:

Γεννήθηκα στα βουνά της Λεόν, εδώ και πολλούς αιώνες, στα πιο ψηλά απόκρημνα μονοπάτια που χωρίζουν,  με βαθουλώματα αιωνίως χιονισμένα,  τα χώματα της Λεόν από εκείνα των Αστουριών. Εγώ ήμουν από πέτρα, από πέτρα λευκή, σκληρή, λεία. Από την κορφή μου αγνάντευα μακριά προς τα Βορειοανατολικά άλλα βουνά, επίσης ασπριδερά και απ’  το πολύ που τα θωρούσα βυθισμένα,  σαν και του λόγου μου, βυθισμένα προς τα πάνω, στην λαμπρότητα του γαλάζιου ουρανού, κατέληξα να τα ερωτευτώ σαν  αντικείμενο αντάξιο της  πιο υψηλής μου σκέψης. Ο ήλιος μας έλουζε  με φως ∙ από μένα σε κείνα, από κείνα σε μένα πηγαίναν κι έρχοταν μαρμαρυγές. Τ’ όνομα τους ήταν Κοβαδόνγκα.

Μια μέρα, το σίδερο ενός ευγενούς βουνίσιου μ’  έκανε να πηδήξω έξω απ’  την μήτρα μου, μ’ έβγαλε μέσα από τα σπλάχνα της μάνας μου, της βουνοκορφής, και κάτω στον κατσικόδρομο το άγαρμπο καλέμι  ενός υποταχτικού με επεξεργάστηκε έτσι που από τα βάθη της γρανιτένιας φύσης μου λίγο-λίγο άρχισε να διακρίνεται το ανάγλυφο μιας φιγούρας, και έκτοτε είχα μια ψυχή, ήμουν μια ιδέα, ένα λιοντάρι. Ήμουν ένα δίχως χαίτη λιοντάρι σε ένα απ’ τα τετράγωνα μιας ασπίδας. Από εκείνες τις μέρες κι έπειτα πέρασα μέσα από εκατό μεταμορφώσεις, από  αρίφνητες μετεμψυχώσεις  χωρίς ωστόσο να χαθεί η συνοχή της απεικόνισης  που ήμουν, της απεικόνισης ενός λιονταριού.

Η ιδέα αυτής της απεικόνισης  στην πραγματικότητα γεννήθηκε από ένα λάθος ∙ το όνομα μου δεν θα ‘πρεπε να ‘ναι Λέων παρά Λεγεώνα ∙ γιατί προέρχομαι  από το Λέγιο της Λεόν και όχι από τον Λέων. Η πόλη της Λεόν, στην οποία χρωστώ όσα  είμαι, ονομάζεται έτσι, όπως όλοι γνωρίζουν , επειδή αποτελούσε τη βάση κάποιας Ρωμαϊκής Λεγεώνας. Όμως υπάρχει κάτι που ξεπερνά την λογική της γραμματικής, και η ίδια η Ιστορία δικαίωσε την μετατροπή της Λεγεώνας σε Λέων. Οι κάτοικοι της Λεόν αποδειχτήκαν λέοντες στον πόλεμο της Ανακατάκτησης[1].  Από την ορεσίβια ασπίδα μου, όπου η παγερή τραμουντάνα των κακοτράχαλων μονοπατιών του ορεινού διάσελου με μαύριζε με την οξείδωση της εποχής των ευγενών, κατηφόρισα με τους κατοίκους της Μπεναβίδες[2], των οποίων  ήμουν η περηφάνια και ενέπνεα τους άθλους τους, στις πεδιάδες της Καστίγια, πέρασα τρέχοντας από την Εξτρεμαδούρα και την Πορτογαλία, μέχρι που μπόρεσα και να  πατήσω  το πόδι μου στην Ανδαλουσιάνικη γη. Σε γάμους από έρωτα και σε γάμους για λόγους κρατικού συμφέροντος, μπλέχτηκα ουκ ολίγες φορές, στα τετράγωνα άλλων ασπίδων, με αετούς και κάστρα και κομμένα κεφάλια  και κοντάρια και λάβαρα μάχης. Κάποιες φορές ήμουν από πέτρα, άλλες από σίδερο, από χρυσό κι ασήμι επίσης ∙ και άλλες διέτρεξα τα πεδία της μάχης, διασχίζοντας τον αέρα, στο κεντημένο ανάγλυφο ενός λάβαρου, είτε δίνοντας σάλτα   όντας πάνω στο στήθος κάποιους ευγενούς ιππότη, είτε σε κείνο κάποιας μορφονιάς από την Καστίγια στο κυνήγι, εικόνα πολέμου.

Όμως μια μέρα θέλησα να δοκιμάσω την τύχη μου στην αληθινή ζωή, να πάψω να είμαι ένα σύμβολο και ν’ αποκτήσω δικό μου αίμα… και να μεταμορφωθώ σε πραγματικό λιοντάρι, με γαμψά νύχια και δόντια, για να έχω την τιμή να νικηθώ από τον Μίο Σιντ, τον Ροδρίγο του Βιβάρ, τον πορθητή της Βαλένθια[3].

Περάσανε αιώνες και άλλοι αιώνες και από την μία στην άλλη μεταμόρφωση κατέληξα να γίνω κανονικός άνθρωπος, χωρίς όμως να εγκαταλείψω την λιονταρίσια φύση μου.

Και στην ανθρώπινη ενσάρκωση μου θέλησα να γεννηθώ εκεί που άλλοτε είχα γεννηθεί σαν πέτρα και γίνηκα ορεσίβιος κάτοικος της Λεόν και όταν βαφτίστηκα με ονομάσανε Λέων και των γονιών μου το επώνυμο ήταν Μπεναβίδες. Αλλά Μπεναβίδες φτωχοί ∙ ξεπεσμένοι ευγενείς που δούλευαν  το χωράφι του όπως οι παλιοί τους υποταχτικοί.

Στο χωριουδάκι μου,  όπως ο Πιθάρρο[4] στο δικό του, έγινα  ο φόβος και τρόμος των συγχωριανών μου επειδή από πολύ τρυφερή ηλικία άρχισα να δρω σαν να ‘μουν εγώ και κανένας άλλος, να πράττω κατά το δοκούν, λεονταρισμοί, έργα ενός θηρίου. Ας μιλήσω έξω απ’ τα δόντια… από πολύ μικρός έκανα να χυθεί αίμα ∙ όμως τούτο γίνηκε για να υπερασπιστώ την αξιοπρέπεια μου ή το δίκιο του αδυνάτου και πάντα παλεύοντας, όπως ο Σιντ ο δαμαστής μου, με καμιά δεκαπενταριά και πλέον εχθρούς.

Με φώναζαν μπερδεψομαλλιά γιατί έτσι τα είχα, μεγαλώναν σαν μια ανακατεμένη  άγρια βλάστηση, γυριστά και πλούσια,  και πάνω στο δυνατό μου κεφάλι δεν μου άντεχα  σκουφί ούτε καπέλο, μ’ έκαναν ν’ ασφυκτιώ σαν ήταν χαλινά.

Στα μεγάλα πανηγύρια  έφερνα σε πέρας τις  μεγάλες μου καταστροφές, τα σπουδαιότερα των  ανδραγαθημάτων μου… Εγώ δεν ήθελα το κακό κανενός, ούτε καν των βουνίσιων απ’  την άλλη μεριά του διάσελου με τους οποίους οι συντοπίτες μου βρικόταν σε πόλεμο σ’ αυτά τα πανηγύρια… Δεν μισούσα κανέναν… όμως η αγάπη, το κρασί, ολ’ αυτά  μετατρεπότανε εντός μου σε μάχη. Τα μάτια των μελαψών και σκεφτικών κοριτσιών απ’ τα ορεινά της πατρίδας μου, της Λεόν,  μου ζητούσαν παλικαροσύνες, αίμα ηττημένων…. Η ηδυπάθεια είχε για μένα, σαν μια  μουσική συνοδεία,  την ηρωική προσπάθεια, την αιματοβαμμένη απερισκεψία. Και ύστερα, λες και  τα ‘φερνε  ο δαίμονας , συνέχεια μπαίνανε  στα χέρια μου εύθραυστα κόκκαλα, πλαδαροί  μυς… Να συγκρατιέμαι δεν ήξερα… Ξέρανε να μ’  εξωθούν στα άκρα  αλλά δεν ξέρανε  να με νικήσουν. Κανείς δεν με θεωρούσε κακό αν και οι πάντες με φοβόντουσαν ∙ μέσα σε ευλογίες και κλάματα κοριτσιών, γέρων και μικρών παιδιών… κατέληξα να φύγω από το χωριό, πήρα το δρόμο για τη φυλακή.  Στα είκοσι μου χρόνια.

Μέσα από πρωτάκουστα κατορθώματα, ηρωικές προσπάθειες, σώζοντας ένα ολόκληρο χωριό  με τίμημα το ίδιο μου το αίμα- λιγοστό και σχεδόν μαύρο- απαλλάχτηκα από τα δεσμά μου και μεταμορφώθηκα σε στρατιώτη. Στον πόλεμο το πράγμα μου πήγαινε  καλά-όμως η ειρήνη ήταν σκέτη φρίκη! Υπήρχε κάτι  που το λέγανε  πειθαρχία, που στη διάρκεια του πολέμου ήταν ένα σπιρούνι που εμφυσούσε θάρρος, που έδινε δύναμη ∙ και σε καιρό ειρήνης ήταν σαν το πυρωμένο σίδερο του θηριοδαμαστή, που φέρνει τρόμο και ταπεινώνει, και ακόμη σε κάνει να λιποψυχείς,  δηλητηριάζει και ευνουχίζει τον χαρακτήρα των λιονταριών, που όπως είναι ήδη γνωστό είναι από μόνα τους ευγενή όντα.

Ετούτο μ’  έκανε να υποστώ ένα παιδαρέλι  δεκανέα που μύριζε σαν βρωμοθήλυκο  και  ήταν όλο φτιασιδώματα ∙ ψωροπερήφανος επειδή, λέει,  ήταν γραμματιζούμενος! Ετούτο  μ’ έκανε να υποστώ τη δοκιμασία των φθονερών κουμπιών που όλες τις μέρες σκάγανε   στο στήθος μου! Εμένα το στήθος μου φούσκωνε μ’  έναν θαυματουργό τρόπο, ανάσαινα με δύναμη σαν φυσερό και …πτινγκ  πετιόταν  πέρα το κουμπί ∙ και ο δεκανέας εκεί , κάτω από το γένι μου, να με βρίζει , να με ταρακουνά: «Ατζαμή! Τεμπελχανά! Κωλόψαρο!».  Και ο μπερές του στρατιωτικού  μας ουλαμού; Δεν χωρούσε στο κεφάλι μου. Κάθε φορά που ριχνόμουν στη φωτιά, ο  μπερές, το δίκοχο ή οτιδήποτε άλλο, πεταγόταν απ’ το κρανίο μου γιατί εντελώς ξαφνικά η χαίτη μου μεγάλωνε, γινόταν ένα ανάκατο κουβάρι κι εγώ δεν ξέρω πως. Δεν μπορούσα να δεχτώ τίποτα πάνω στους κροτάφους μου. Και τι δυσαρέσκειες, πόσες ταπεινώσεις εξαιτίας αυτού! Στην δράση ήμουν ο πιο γενναίος, όμως στο στρατόπεδο βρισκόμουν υπό το κράτος μιας επικείμενης τιμωρίας, η ζωή μου σερνόταν….

Επιτέλους , σε μια τρομερή εκστρατεία, όπου οι δικοί μας πεθαίναν σαν τις μύγες, πήγαιναν άκλαυτοι, διαμελισμένοι… εγώ  ξανάγινα εκείνο που ήμουν, ένα θεριό ανήμερο. Και δεν ξέρω τι ακριβώς έκανα αλλά πρέπει να ήταν φοβερό. Στο πεδίο της μάχης, μόνος εντελώς, μεταμορφώθηκα σ’ εκείνο που ήμουν στον καιρό του Μίο Σιντ…. όμως εδώ ο Μίο Σιντ ήμουν εγώ ∙ νίκησα, σακάτεψα, λούστηκα στο αίμα… μέχρι  που έφτασα να καρφώσω  τα δόντια βαθιά… γίνηκα λιοντάρι για κάποιο λόγο. Κατόπιν μιλήσανε για τον ηρωισμό μου, για μια  νίκη που κάποιος μου όφειλε… όμως με πούλησε το αίμα που ανάβλυζε απ’ το στόμα μου. Ήτανε μια πληγή; Όχι. Το αίμα δεν ήτανε δικό μου. Φαίνεται πως μέσα στους κυνόδοντες μου βρήκανε σάρκα. Το πράγμα ήτανε ξεκάθαρο: περίπτωση κανιβαλισμού- ποιος να το ‘λεγε! Δεν υπήρχε προηγούμενο… όμως αναλογικά… Η τιμή, η πειθαρχία, τα θεμέλια  του πολιτισμού επίσης αιμορραγούσαν. Σχηματίστηκε το εκτελεστικό απόσπασμα, με πυροβόλησαν οι  σύντροφοι , οι  ίδιοι  των οποίων εγώ τη ζωή είχα σώσει. Και έπεσα φαρδύς πλατύς. Δεν με πέτυχε παρά μονάχα μια σφαίρα, όμως αποδείχτηκε αρκετή, με βρήκε κατακούτελα. Με θάψανε σαν έναν νεοσύλλεκτο λιποτάκτη  κι αναστήθηκα σαν μεταλλικό  λιοντάρι για να μην επιστρέψω ποτέ ξανά  από τότε στην ένσαρκη ζωή. Εκείνη η σφαίρα με σκότωσε για πάντα.  Πλέον ποτέ δεν θα εγκαταλείψω ετούτη  τη φιγούρα μανιασμένης  σφίγγας της οποίας τα μυστήρια του πεπρωμένου της αφαιρούν τη γαλήνη και της προσθέτουν έναν κρυσταλλωμένο θυμό μέσα στην σιωπή. Ετούτη η ουλή έχει τόσα από ένα τραύμα   όσα κι από μια ακλόνητη ιδέα.»

Σιώπησε  το λιοντάρι, και με μια αφ’ υψηλού περιφρόνηση, έστρεψε ανεπαίσθητα  το κεφάλι του για να κοιτάξει τον σύντροφο του, που ‘ταν λίγο πιο κάτω, το δίχως ουλή λιοντάρι, χυδαία υπεροπτικό, ανούσιο, κωμικό, του συρμού.

«Εγώ», είπε εν κατακλείδι ο Μπεναβίδες, «είμαι το λιοντάρι του πολέμου, της ιστορίας, της πληγής. Είμαι ευγενής, όμως είμαι ένα θηρίο. Ετούτο είναι άλλο λιοντάρι… πολιτικός φανφαρόνος, κακέκτυπο.»

`

 

***************************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

`

Ο Λεοπόλδο Άλας Γκαρθία-Ουρένια (Ισπανία, 1852-1901) γνωστός και με το ψευδώνυμο Κλαρίν (Clarín), με το οποίο υπέγραφε τα πρώτα του δημοσιευμένα  κείμενα,   θεωρείται  ένας από τους πιο σημαντικούς πεζογράφους της Ισπανίας.   Τόσο στο  έργο του όσο και στη δική του στάση ζωής  ήταν έντονο το αποτύπωμα των ιδεών του Γερμανού φιλόσοφου Karl  Krause οι οποίες εξάλλου θα αποδειχτούν καταλυτικές στην αναμόρφωση τη φιλοσοφίας και του  εκπαιδευτικού συστήματος, στην Ισπανία των τριών τελευταίων δεκαετιών του περασμένου  αιώνα. To μυθιστόρημα που τον καθιέρωσε ως έναν συγγραφέα με παγκόσμια ακτινοβολία, με τίτλο La Regenta, ενταγμένο στο ρεύμα του ρεαλισμού και του νατουραλισμού  και προάγγελος του μυθιστορηματικού ύφους που καθιερώθηκε στον 20ο αιώνα,  είναι ένα από τα πιο σημαντικά  της Ισπανικής και Ισπανόφωνης λογοτεχνίας καθώς εισάγει καινούργια στοιχεία όπως ο εσωτερικός μονόλογος ή  η αφήγηση ονείρων και αναμνήσεων και την ίδια στιγμή ασκεί δριμεία κριτική σε όλα τα κοινωνικά στρώματα ∙ κατά πολλούς μάλιστα θεωρείται εφάμιλλης  σημασίας και αξίας με την Μαντάμ Μποβαρύ  του Φλωμπέρ. Όσον αφορά τη συμβολή του στη  σύγχρονη   διηγηματογραφία της χώρας του, ο Λεοπόλδο Άλας,  είναι αναμφίβολα  ο  συγγραφέας  που με τα περίπου εβδομήντα διηγήματα που έγραψε έδωσε  στο είδος νέες, αδιανόητες έως τότε,   διαστάσεις. Επίσης έγραψε   θέατρο, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία,  και  συμμετείχε, είτε σαν εκδότης είτε σαν μέλος της συντακτικής ομάδας,   στην έκδοση λογοτεχνικών περιοδικών της εποχής, επί το πλείστον σατυρικών.

 

`

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Reconquista: η επιχείρηση  ανακατάκτησης των υπό Μουσουλμανική κατοχή Χριστιανικών  εδαφών της Ιβηρικής Χερσονήσουν, η οποία ξεκινά από τα μέρη απ’ όπου κατάγεται το λιοντάρι του διηγήματος.

[2] Περιοχή της Λεόν, βορειοανατολικά της Ισπανίας.

[3] Αναφορά στο Μεσαιωνικό επικό ποίημα ‘’El cantar de mío Cid” όπου, σε ένα από τα επεισόδια του, ο Σιντ με αξιοθαύμαστο θάρρος και τρόπο τιθασεύει ένα λιοντάρι που βγαίνει έξω από το κλουβί του.

[4] Αναφέρεται πιθανότατα στον Φρανθίσκο Πιθάρρο, μετέπειτα κατακτητή της αυτοκρατορίας των Ίνκας, που καταγόταν από την Εξτρεμαδούρα.