Φυλλοβόλος Ύπνος

Έρχονται νύχτες
που μέσα μου χτυπούν καμπάνες
αλαφιάζομαι
σηκώνομαι και περπατώ
η χλόη του κορμιού σου
δεύτερο σώμα μου.
Έρχονται μέρες που τίποτα δε θυμάμαι
δεν κρατώ κακία σε κανέναν
κι η Μοίρα μου ανυποψίαστη
μοιράζει φυλλάδια σε σταυροδρόμια.
Εκεί συναντιούνται φίλοι
γνωστοί από διάφορες εποχές
έρωτες περαστικοί, αρρώστιες παιδικές
γνωμικά που μού ΄λεγαν παιδί.
Τις περισσότερες φορές
βλέπω μια γυναίκα
χορεύει
η στροφή του σώματός της με κυκλώνει
μέχρι που ξυπνάω ιδρωμένος.
Ξανακοιμάμαι
ο νους μου επιστρέφει στην πλατεία Αμερικής
τα φύλλα του ύπνου μου
μοιράζονται ξανά – γύρω μου κόσμος πεινασμένος.
Όσους αγαπώ
έρχονται συχνά στα όνειρά μου
θυμάμαι πρόσωπα
χάλκινες νότες και περιστατικά.
Είναι μεγάλη περιπέτεια ο ύπνος
σαν ταξιδάκι μέλιτος
σε ουράνιο περιβόλι.
Κάθε φορά που κοιμάμαι
λέω ανάλαφρα το ύστατο χαίρε
σ΄ αυτούς που δεν ξέχασα ποτέ
με τον ύπνο μου
να με σακατεύει όνειρο το όνειρο.

(Από τη συλλογή Στ΄Ακροκέραμα των Ουρανών, 1996)

 

`

*

Εν τη ερήμω

Δίνω τα λόγια και τα κείμενα
σε εργολάβους Οικοδομών
γιατί έτσι χτίζονται
τα πατώματα των Εποχών
με ιδρωμένο αίμα και χαμόγελο
κάτω από έναν ψεύτη Ουρανό.
Δίνω το Ύδωρ και το Χώμα μου
στης Αγάπης το Μαντείο
μα ούτε χρησμός
ούτε απόκριση
στο άδειο σπίτι που με βρήκανε
οι ξένες μέρες και οι δήθεν Εποχές.

(Από τη συλλογή Ευρετήριο Χαμένων Ονομάτων, 2000)

`

*

 

Απορίες
Στον ποιητή
Γιώργη Παυλόπουλο

Κάποτε έγραφα
θυμάμαι
κόκκινους στίχους
στις πέτρες τ΄ Άγιου Αντρέα
Γέμιζες τις κούπες με κρασί.
Στου Μαύρου Άδη το μαγγανοπήγαδο
φεγγοβολούσε το σκοτάδι μου
κι ήταν η πείνα μου
διάπλατη και ευλογημένη.
Τα άδολα μάτια σου
σπίθες ψυχών που γυάλιζαν
στην εξορία του Απέραντου.
Τι να ΄ναι η Θάλασσα ;
Αναρωτιόσουνα
Γραφή κι Ανάγνωση
έλεγα εγώ.
Κι η Γη;
Πρόσθεση και Λογαριασμός;
Κι ο Χρόνος;
Διαίρεση
Πολλαπλασιασμός.
Κι ο Ουρανός;
Τ’ άδολα μάτια σου
που τις νύχτες καθρεφτίζω
το σκοτάδι μου.

(Από τη συλλογή Ευρετήριο Χαμένων Ονομάτων, 2000)

`

*

Η τελευτή του Χώματος
Στον αδερφό μου Χρήστο

Αυτή η άσφαλτος
κάποτε ήταν δρόμος από όνειρα και χώμα.
Περνούσαν άλογα και γκρίζα κάρα
φωνές παιδιών και ξωτικών
και τα κορίτσια αγαπιόντουσαν κρυφά
κάτω απ΄ τη νύχτα
τις σκιές και τις γαζίες.

Αυτή η άσφαλτος
κάποτε ήταν δρόμος από όνειρα και χώμα.
Πατούσαν άνθρωποι ξυπόλητοι με αόρατη πατημασιά
και η απελπισιά τους χάραζε πορείες μες στη σκόνη.

Ποιος θυμάται τώρα πια

τον Μπωντλαίρ, τον Τρυφώ, τον Μαγιακόφσκι
το Ρίο-Αντίρριο, το Βαρδάρη
τις διανομές ονείρων
απ΄ τη δερμάτινη τσάντα του πατέρα

τα αποκόμματα απ΄τα εμβάσματα του μόχθου
τον Καραγάτση, τον Ρεμπώ
τον κόκκινο Τσε
την επανάσταση των λέξεων
και τους Greedence Clearwater Revival.

Xιλιάδες νύχτες
αναδύεται ο ίδιος αχός
το ίδιο ποδοβολητό
ένας αγέρας δαίμονας λυσσομανά
η βουή του Μύθου ξεψυχά
φτερουγίζουν τα πουλιά
μια σιωπή εκκωφαντική
θρυμματίζει τον Ύπνο
παντού κόκκινο της μνήμης
μια ρυτίδα στο μέτωπο
μια ματαίωση
ένας βίος αδικαίωτος.

Κάτω απ΄τα θεμέλια των ψυχών
σκάβω με χέρια γυμνά
και ανασύρω αιμόφυρτες τις δικές μας ζωές
τις δικές μας φωνές
όλα όσα λερώθηκαν από το ίδιο χώμα
κι έπειτα πλύθηκαν στο ίδιο νερό
όσα δεν λησμονήθηκαν
και όλα όσα βυθίστηκαν
στην αρχαία δίνη
μιας εξ αίματος επιστροφής στην Αγάπη.

Αυτή η άσφαλτος
κάποτε ήταν δρόμος από όνειρα και χώμα.
Τώρα περνάνε φορτηγά,
μπετόν και σίδερα βαριά
ένας αβάσταχτος καημός
ορδές ακέφαλες
καταναλώνουν λαίμαργα
την αυταπάτη μιας ζωής επί πιστώσει
Τρίζουν
η γη,
οι μνήμες
και η νύχτα

Χώμα πια δεν υπάρχει.

(Απ΄τη Συλλογή Το Αίνιγμα της Λαβωμένης Μνήμης, 2007)

`

*

Οπή στην Ομορφιά

Μαζεύοντας κοχύλια
έκοψε το δάχτυλό της το μικρό

Μια οπή στην ομορφιά της

Μια στάλα ανάμνησης ενός έρωτα τετελεσμένου

Ένας πόνος κατευθείαν από το βυθό του καλοκαιριού

Το αίμα που έσταξε
Ήταν γλυκό

Το πήρε ο ήλιος

Μισό για τη Δύση
Μισό για την Ανατολή

(Απ΄τη Συλλογή Το Αίνιγμα της Λαβωμένης Μνήμης, Μανδραγόρας, 2007)