Άγραφος πίναξ;

       [Tabula rasa?]

 

Eίναι μια οποιαδήποτε βραδιά,

την διασχίζουνε τα τραμ μισοάδεια

στο δρόμο για να ξεδιψάσουν άνεμο.

Με βλέπεις που προχωρώ όπως με ξέρεις

μέσα σε συνοικίες δίχως μνήμη;

Φορώ γραβάτα κρεμ, βάρος παλιό

από πόθους

περιμένω μονάχα το θάνατο

κάθε πράγματος που θα ’πρεπε να με αγγίζει.

 

(Από τη συλλογή Linea K, 1951)

 

 

 

`

*

 

  O απρόσεκτος

       [Lo svagato]

 

Μα πότε φτάνουνε; και πώς;

και ποιος τους στέλνει ανάμεσά μας;

μια μέρα τους βρίσκεις κοντά σου

μ’ ένα μπερέ γι’ αντήλιο

κόκκινο κασκόλ, τα χέρια

στις μπροστινές τις τσέπες του πανταλονιού

συντρόφους καινούργιους στα παιχνίδια μας

σιωπηλούς, χαμογελαστούς συντρόφους

πιο μικρόσωμους από μας, πιο χλωμούς

κουρασμένους με το λίγο τρέξιμο, αδέξιους

στην πάλη, στο πήδημα, δίχως βάρος.

Θυμάμαι ένανε που κάποιο πρωινό του Οκτώβρη

ανέβηκε μαζί μας στην κορφή του όρους Καβάλο

μάγουλα είχε κόκκινα απ’ την αδύναμη καρδιά

χαμογέλαγε τρέχοντας για να μείνει κοντά μας.

Κι ένας άλλος, δεν αποκλείεται να ’ταν ο ίδιος

με κείνο το περπάτημά του και το

πουλοβεράκι το τυρκουάζ,

που μ’ ακολούθησε μες στ’ αμπέλια ως το ξέφωτο

για το ψάρεμα της πέστροφας, κει που το ποτάμι

διακλαδίζεται σε λαγαρά κανάλια.

Έμεινε μέχρι το βράδυ μέσα στα νερά

δίχως μια φορά να μου ζητήσει

να δοκιμάσει να ψαρέψει: έπειτα χάθηκε

σ’ ένα μονοπάτι που πια δεν μπόρεσα να βρω.

Κι ένας τρίτος, ή ακόμα ο ίδιος,

με κείνο το μεγάλο κόμπο στο μάλλινο κασκόλ,

και με κείνο τον τρόπο του να στέκει σιμά μου σιωπηλός

μες στα κίτρινα χωράφια έξω απ’ την πόλη

σε μια φανταστική Αφρική

για μιαν ολάκερη, ακίνητη, μακριά μέρα. Κι ένας

τέταρτος…

Εχάθηκαν. Λιωμένοι από ανελέητους πυρετούς,

αναλωμένοι απ’ άγνωστη αρρώστια, φευγάτοι, δεν ξέρω.

Ούτε ξέρω αν θα ξανάρθουν, ούτε πότε, ούτε πώς

οι φίλοι, οι μέρες, η πιο λαμπρή η εποχή,

αν θα ξανάρθει η ζωή

χάθηκε από απροσεξία.

 

(Από τη συλλογή Il male minore, 1960)

 

 

`

*

Δεκαετία του ’40

       [Gli anni quaranta]

 

Μοιάζαν όλα πιθανά

σταματούσες αμέσως πριν απ’ τις στροφές

μ’ ένα σούπερ κόλπο στα φρένα

καβαλούσες τη σέλα με τα πόδια

κι άλλα σπουδαία πράματα

πράματα ανώτερα και μεστά

ξεπροβάλλανε στο ύψος των ματιών.

Τώρα κυλάνε γρήγορα τα χρόνια

για ουρανούς δίχως προαισθήματα

ξυπνάς σε παπλώματα γαλανά

σε μια κάμαρα με έπιπλα-καθρέφτες

των τρένων τις ανταποκρίσεις μελετάς

«καλώς ορίσατε» διαβάζεις στης πόρτας το χαλάκι

κι έπειτα βγαίνεις δίχως πανωφόρι

ν’ ανακατέψεις τη σαλάτα πάνω στην πετσέτα.

Η γραμμή της ζωής

μακραίνει σωπαίνει πεθαίνει

πάει καβάλα ξετυλίγεται

ανάμεσα στα ωχρά όρη των θεών.

 

(Από τη συλλογή Il prato più verde, 1977)

`

*

 

      Ο μεταφυσικός τραμβαγέρης

           [Il tranviere metafisico]

 

Καμιά φορά ξανάρχεται τ’ όνειρο όπου μου συμβαίνει

να μανουβράρω ένα τραμ δίχως γραμμές

μέσα σε χωράφια με πατάτες και με σύκα πράσινα

κι οι ρόδες δε βυθίζονται μες στις καλλιέργειες

από σκιάχτρα και καλύβια ξεφεύγω

πάω να ’βρω το Σεπτέμβρη, τον Οκτώβρη

είν’ οι επιβάτες οι δικοί μου οι νεκροί.

Με το ξύπνημα ξανάρχεται η αρχέγονη αμφιβολία

μήπως είν’ η ζωή τυχαίο γεγονός

κι η δικιά μας μοναχά μονόλογος φτωχός

κατ’ οίκον ερωτήσεις κι απαντήσεις.

Πιστεύω, δεν πιστεύω, όταν πιστέψω θα ’θελα

να πάρω μαζί μου στο επέκεινα λιγάκι απ’ το εδώ

ακόμα και την ουλή που με σημαδεύει

στη γάμπα και συντροφιά μου κρατά.

Μάλιστα, και λοιπόν; μοιάζει να λέει στα ουράνια

μια άλλη φωνή.

Μια άλλη;

 

(Από τη συλλογή Il tranviere metafisico, 1987)

 

`

*

     Στο χαμόγελό της

       [Al suo sorriso]

 

Η αμφιβολία, μήπως το πέρασμα του Πνεύματος

σε τούτους τους χώρους της μικρής διάρκειας

είναι μοναχά μια προβολή

του δικού μου πνεύματος με μικρό «π»,

η υποψία, μήπως το επέκεινα

δεν είναι παρά ευσεβής πλάνη

μικρύναν σ’ ένα δωμάτιο

νοσοκομείου στην Καμπίλια Μαρίτιμα

κει που μου χαμογελάσανε τα μάτια σου

σαν με κοίταξες άξαφνα

προτού μας αφήσεις για πάντα.

 

(Από τη συλλογή Remi in barca, 2006)

 

*************************************************

 

 

  ΕΠΙΜΕΤΡΟ

 

Ο Luciano Erba γεννήθηκε στο Μιλάνο το 1922 και πέθανε το 2010. Σπούδασε γαλλική φιλολογία. Για το ποιητικό του έργο έλαβε σημαντικά βραβεία.

 

Αυτά τα ελάχιστα για τον βίο του. Η κριτική έχει, εξάλλου, εντάξει τον ποιητή στη «Λομβαρδική γραμμή» (Linea Lombarda), η οποία -αν και αμφισβητούμενος όρος- θεωρείται ότι περιλαμβάνει σημαντικούς ποιητές, ξεκινώντας από τον Μαντσόνι τον 19ο αιώνα και φτάνοντας, στον 20ό αιώνα, έως τον Βιτόριο Σερένι, για τον οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω. Κοινό στοιχείο που ενώνει τους ποιητές αυτούς είναι ένας ρομαντικών καταβολών συμβολισμός, ο οποίος ενδεχομένως εξελίσσεται σε μαγικό ρεαλισμό. Ισχύουν όμως αυτά για τον Έρμπα; Η κριτική άλλοτε υπερτονίζει το βιωματικό στοιχείο στην ποίησή του, την καταγραφή και παρατήρηση απλών συμβάντων της καθημερινής ζωής, ενώ άλλοτε διακρίνει βιβλικές απηχήσεις.

 

Αυτά και η κριτική. Πράγματι, από τα λίγα ποιήματα που μεταφράζονται εδώ, κάνει εντύπωση η αναγωγή από το καθημερινό, το «πεζό» κάποτε, σε ένα εναγώνιο μεταφυσικό ερώτημα, με τρόπο μάλιστα εντελώς φυσικό, σχεδόν ανεπαίσθητο.

 

Για τι λογής παρουσίες οικείες ανοίκειες μιλάει άραγε ο ποιητής; Από πού ξεφυτρώνουν όλοι τούτοι οι σκιώδεις χαρακτήρες που περνούν, ίδιοι κομπάρσοι, από τη σκηνή της ζωής μας; Τι μας φέρνουνε, και πού θα μπορούσαμε να είχαμε φτάσει αν τους προσέχαμε λιγάκι παραπάνω; Να ’ναι άγγελοι με σάρκα και οστά ή άνθρωποι φασματικοί; Μήπως είναι «οι δικοί μας οι νεκροί» που μας δίνουνε, κάθε τόσο, μια ευκαιρία να τους ξαναπροσέξουμε; Κι αν ναι, για ποιο σκοπό; Γιατί ένα πράγμα είναι βέβαιο, τουλάχιστον για τον ποιητή μας: ότι πρόκειται για πλάσματα αγαθοποιά. Μα κιόλας «εχάθηκαν… από απροσεξία» – ή μήπως όχι;

 

Ίσως είναι λοιπόν δυνατό να φανταστούμε τώρα και τον ίδιο τον ποιητή, αόρατο σχεδόν («άγραφος πίναξ») μέσα στην ανοιχτόχρωμη θερινή του περιβολή, με την κρεμ γραβάτα του, να χάνεται κι αυτός στο διάσελο ανάμεσα στα αχνά όρη – διαβαίνοντας το δρόμο για το Επέκεινα, «παίρνοντας όμως μαζί του … λιγάκι απ’ το εδώ».

 

Τέλος-τέλος, ίσως δε θα ’ταν άστοχο, αν του αφιερώναμε κι εμείς, για καλό κατευόδιο, ένα τραγουδάκι-επιτάφιο:

 

 

 

 

Τι βλέπεις, φίλε καλέ, εκεί στη σχισμή

ανάμεσα στων θεών τις κατοικίες

λευκός σε φόντο λευκό;

 

Έϊ, Λουτσάνο, ανάμεσα σε τυφλούς

ήσουνα συ μονόφθαλμος: έβλεπες λιγάκι

κι άξιο είναι και τούτο

 

Το θυμήθηκες τελικά στην άλλη την όχθη

κείνο το κόκκινο κασκόλ; κλάψατε άραγε μαζί

μέσα σε τραμ νυχτερινό;

 

`