Όλα γίνανε μέσα σε δευτερόλεπτα.

Καλύτερη ευκαιρία δεν μπορούσε να υπάρξει. Την περίμενε  και, όταν εκείνη  ήρθε, την άρπαξε αμέσως από τα μαλλιά.

Χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε, περιχαρής, στο δωμάτιο της. Στο κάτω πάτωμα. Ο ξαφνικός, δυνατός αέρας  έκανε την εμφάνιση του σαν από μηχανής θεός. Με την ταραχή  και την αναστάτωση που προκάλεσε, απλούστευε  ανέλπιστα, τα σχέδια του. Σχέδια χαραγμένα στις άλικες σελίδες ενός διακαούς, ερωτικού πόθου που άναψε το προηγούμενο βράδυ, παραμονή πρωτοχρονιάς,  καθώς ένιωθε το βελούδο της αφής της πάνω του. Τα αισθησιακά της χέρια. Αυτά και μόνο αρκούσαν να την ερωτευτεί. Τον χάιδευαν. Τον αγκάλιαζαν. Τον ακουμπούσαν στο στήθος της. Πλουσιοπάροχα, όλα αυτά. Παίζανε μαζί του ακατάπαυστα χωρίς την παραμικρή διάθεση να τον λυπηθούν,  λιγάκι έστω. Τον έκρυβαν μέσα τους. Αφήνανε τα αποτυπώματα τους στο κέντρο της καρδιάς του, σημαδεύοντας τον, χωρίς να το φαντάζονται, για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Μια βαθιά ραγισματιά από την μια ως την άλλη άκρη της.  Με μια αθωότητα και με μια αφέλεια που τον αναβάπτιζαν και τον έκαναν να αισθάνεται και πάλι καινούργιος και άθικτος. Ολοκαίνουργιος.

Διόλου απίθανο ο δυνατός αέρας να ήταν απόρροια των προσευχών του. Να προκλήθηκε από τη δύναμη της θέλησης του να βρεθεί οπωσδήποτε κοντά της. Εξαιτίας του αέρα αυτού λοιπόν, στο πάνω πάτωμα, επικράτησε πλήρης αναρχία. Ανοιχτές πόρτες και παράθυρα έκλεισαν με δύναμη και, στις αλλεπάλληλες  παλινδρομήσεις τους, κόντεψαν να διαλυθούν και να γίνουν ψίχουλα γυαλιού. Ένα ανθοδοχείο, το αγαπημένο της θείας Φαβιόλα, έφυγε από την περίοπτη αλλά μάλλον ριψοκίνδυνη θέση που εκείνη το είχε τοποθετήσει, στην άκρη κάποιου κομοδίνου κάνοντας μια θεαματική βουτιά θανάτου. Και από σπάνιας χάρης διακοσμητικό μετατράπηκε σε οδυνηρό και αποκρουστικό θέαμα. Σε παζλ που εξέπεμπε αφόρητο πόνο. Κάποιες κορνίζες στα πέριξ μιας τηλεόρασης που δεν άναβε σχεδόν ποτέ είχαν το ίδιο άδοξο τέλος. Τα φύλλα χαρτιού, που η Κλαούντια έγραφε τα σκορ της χαρτοπαιξίας με τη θεία,  το προηγούμενο βράδυ ενώ περιμένανε την αλλαγή του χρόνου, πέταξαν στο δωμάτιο σαν τρομοκρατημένα σπουργίτια: φοβισμένες, φτερωτές υπάρξεις που προσέκρουαν στους τοίχους της τραπεζαρίας  και πέφτανε  ξέπνοες στο πάτωμα. Η πλαστική τράπουλα σκόρπισε παντού,  ένα μικρό πλήθος  σε κατάσταση αλλοφροσύνης.

«Ωιμέ!», φώναξε η θεία που εκείνη την ώρα, ανύποπτη, περιποιούταν  τις γλάστρες της και εξιστορούσε στα φυτά  τα όνειρα της περασμένης νύχτας τα οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενα της, ήταν μια κωδικοποιημένη αφήγηση για το τι έμελλε να της συμβεί   στη διάρκεια της χρονιάς. Μια λανθάνουσα χαρμολύπη έδινε τον τόνο της στα λεγόμενα της.

Μπήκε μέσα ανάστατη σε μια απεγνωσμένη και μάταιη προσπάθεια να σώσει την κατάσταση, με το μυαλό της θολωμένο από τον πανικό και την σύγχυση. Μη  ξέροντας τι να κάνει κουνούσε τα χέρια της, πάνω κάτω, λες και προσπαθούσε να πετάξει. Παραμένοντας σταθερά στο ίδιο σημείο έδινε την εντύπωση πως πήγαινε πέρα δώθε και ανοιγόκλεινε συνεχώς το στόμα της χωρίς να είναι σε θέση να αρθρώσει μια συλλαβή. Ώσπου τελικά κατάφερε και  φώναξε,  δυο τρεις φορές,  «βοήθεια!» γιατί μόνο αυτό της ήρθε να πει. Τι μπορούσε να κάνει εξάλλου;

Όλα έγιναν ταυτόχρονα, μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα.

Η θεία παραμένοντας σε κατάσταση αλλοφροσύνης  έτρεξε  εντέλει να σφαλίσει πόρτες και παράθυρα πατώντας πάνω στα συντρίμμια του βάζου του οποίου η συναισθηματική αξία και μόνο το καθιστούσε αναντικατάστατο. Η απροσδόκητη απώλεια του θα άφηνε έκτοτε ένα βαθύ και ανεπούλωτο τραύμα στον παράδεισο  του σπιτιού.

Σε δευτερόλεπτα.

Εκείνος άδραξε την ευκαιρία, την μοναδική ευκαιρία, και βρέθηκε στο κάτω πάτωμα. Με το που βγήκε  η πόρτα έκλεισε πίσω του με ταχύτητα και πάταγο. Λίγο έλειψε να τον τσακίσει πάνω στο κούφωμα. Γλίστρησε αθόρυβα στα σκαλιά και βλέποντας μισάνοιχτη τη πόρτα του δωματίου της Κλαούντια κόντεψε να τρελαθεί από τη χαρά του. Η τύχη του, χαμογελαστή, όσο ποτέ άλλοτε, τραβούσε μπροστά και του άνοιγε διάπλατα τον δρόμο. Μπήκε μέσα με τη μία, χωρίς δεύτερη σκέψη κι αμέσως βρέθηκε δίπλα της (ΔΙΠΛΑ ΤΗΣ! ΔΙ-ΠΛΑ ΤΗΣ! Δ-Ι-Π-Λ-Α  Τ-Η-Σ !)  θεατής και μυσταγωγός του μακάριου ύπνου της. Μια ηλιαχτίδα που είχε βρει άνοιγμα στο βαθύ και βαρύ νεφέλωμα του πρωτοχρονιάτικου ουρανού, και  είχε καταφέρει να γλιστρήσει  μέσα στο δωμάτιο της,   χάιδευε και φιλούσε τον αστραφτερό, λευκό της λαιμό. Ανίχνευε αδιάκριτα την σπάνια ύλη του κορμιού της. Ζήλεψε την αχτίδα και την μίσησε. Σκέφτηκε να της ζητήσει το λόγο. Τον χαρακτήριζε ο δεσποτισμός του σφόδρα ερωτευμένου που έβλεπε και αντιμετώπιζε ως εχθρικό όχι μόνο ό,τι αποτελούσε εναντίωση ή λειτουργούσε παρασιτικά για τους σκοπούς του αλλά και ό,τι έμενε απλά αμέτοχο κι επιδεικτικά αδιάφορο προς αυτούς.

Η Κλαούντια έδειχνε περισσότερο όμορφη από χθες. Σαν ποίημα που στη δεύτερη ανάγνωση προσφέρει μεγαλύτερες συγκινήσεις σε σχέση με τη πρώτη. Τρέμουλο. Δέος. Κοιμόταν με το στόμα μισάνοιχτο, πολύ ελαφριά ντυμένη, χωρίς σκεπάσματα, προφανώς λόγω της ζέστης που επικρατούσε στον χώρο. Με μια αδιαπέραστη ανεμελιά που αν δεν υποδαύλιζε ακόμη περισσότερο τον πόθο του μπορεί και να προκαλούσε φθόνο. Λες και το κρεβάτι της ακουμπούσε  τους αιθέρες. Ο χαμός που επικράτησε πάνω δεν στάθηκε ικανός να στείλει ούτε έναν φλοίσβο ταραχής στον θεϊκό της ύπνο. Το σώμα της μύριζε Άνοιξη. Μύριζε νύχτα της Άνοιξης, ποτισμένη με μυρωδιές χιλιάδων απίθανων (και πιθανών) λουλουδιών. Τα χέρια της… Τα απίστευτα χέρια της… Κοιμόντουσαν κι αυτά ανέμελα.

Η Κλαούντια βρισκόταν εδώ φιλοξενούμενη, για λίγες μέρες δίπλα στη θεία της που λάτρευε-κι εκείνη το ίδιο- όσα λίγα πρόσωπα στη ζωή της. Σ’ αυτό το σπίτι που η θεία Φαβιόλα είχε αγοράσει με τις οικονομίες μιας ζωής και είχε περιέλθει στην κατοχή της πριν λίγους μήνες. Ένα καταφύγιο γαλήνης στην εξοχή που, στη συνείδηση της θείας, ήταν φτιαγμένο από το πανάκριβο κρύσταλλο των  ονείρων που, επιτέλους, εκπληρώνονται. Ένας υπέροχος στίχος που η ανιψιά  της τον έντυσε με τη αγγελική μουσική της εξωτικής  ομορφιάς της.

Από τη στιγμή που πάτησε εδώ το πόδι της η Κλαούντια, το (γεμάτο μεγαλεία μικρών στιγμών) σύμπαν του σπιτιού φορτίστηκε με μια απογειωτική ευτυχία. Η θεία, οι τοίχοι, ο σκύλος, οι πέντ’ έξι γατούλες, το άχρωμο χαμόγελο των προσώπων στις κορνίζες, οι κοτούλες, τα πουλιά που κατεβαίναν στην αυλή να φάνε τα ψίχουλα που πετούσε η θεία, τα λουλούδια της βεράντας, τα πατώματα, οι σκάλες, η οροφή, το βάζο πριν γίνει κομμάτια, το βάζο αφού έγινε κομμάτια, όλα , τα πάντα, συντονίστηκαν στην αιθέρια ύπαρξη της. Μεταξύ των άψυχων αντικειμένων του σπιτιού ( για την θεία βέβαια δεν υπήρχαν άψυχα αντικείμενα στο σπίτι γιατί η αγάπη που είχε γι’ αυτά είχε εμφυσήσει ψυχή μέσα τους) κυκλοφορούσε έντονα η φήμη πως η πτώση και ο θάνατος του βάζου δεν ήταν δυστύχημα που προκάλεσαν εξωγενείς παράγοντες  αλλά μια  αυτοκτονία, αν και όχι τόσο ξεκάθαρη, θεωρώντας πως η επί γης αποστολή του είχε κλείσει τον κύκλο της από τη στιγμή που είχε  τη σπάνια τύχη να δει την Κλαούντια. Ο ( επί σειρά ετών) συγκάτοικος τού βάζου στο κομοδίνο, ένα διακοσμητικό τασάκι, ισχυριζόταν –και ορκιζόταν μάλιστα!- πως είχε ακούσει το βάζο να φωνάζει το όνομά της  καθώς τολμούσε το απονενοημένο διάβημα του.   Και το ανεπαίσθητο τρίξιμο της πόρτας, στο δωμάτιο της Κλαούντια, κι αυτό ευτυχία δήλωνε.

Η κοπέλα  ξύπνησε τη στιγμή που εκείνος αποφάσιζε να της αγγίξει το χέρι απαλά ενώ μια μικρούλα, γεμάτη πάθος για ζωή , στάλα του ιδρώτα της (σαν ρευστό ασήμι) τον έκαιγε και τον έκανε να τρέμει από υπερδιέγερση.

Η θεία ίσα που έχωσε το κεφάλι της μέσα. Της μίλησε, σχεδόν ψιθυριστά. Εκείνος, τρομαγμένος, έπεσε στο πάτωμα και σύρθηκε αμέσως κάτω από το κρεβάτι πριν η θεία αντιληφθεί το παραμικρό.

«Θεία;» , έκανε η Κλαούντια που εκείνη τη στιγμή αγκάλιαζε σφιχτά πάνω της το μαξιλάρι της.

« Καλή χρονιά ….», είπε η θεία με την όλο τρυφερότητα  βαθιά της φωνή. «Ήθελα να δω αν όλα είναι εντάξει….»

« Καλή χρονιά… Τι έγινε;»

« Τίποτα καλό μου, κοιμήσου. Ένας ξαφνικός αέρας. Μην ανησυχείς. Θα τα πούμε όταν σηκωθείς, στο πρωινό. Σκόρπισε την τράπουλα. Τα μέτρησα και είναι πενήντα ένα. Ελπίζω να μην έφυγε κανένα στο δρόμο…»

Όχι, δεν είχε φύγει.

Όχι ακόμα, τουλάχιστον.

Ο Άσσος Κούπα κατάλαβε πως η θεία μιλούσε γι’ αυτόν και η καρδιά του κόντεψε να σπάσει από αγωνία. Αγαπούσε την θεία γιατί ήτανε ένας άνθρωπος γεμάτος αγάπη και θετική αύρα. Είχε περάσει ωραίες  κι ευτυχισμένες στιγμές μαζί της. Αυτός, η θεία και τα άλλα παιδιά της παρέας-τράπουλας. Και η θεία τον αγαπούσε. Θα στεναχωριόταν αν τον έχανε μετά από τόσα χρόνια.

Αλλά τι μπορούσε να γίνει; Τι;

Χθες βράδυ που έμεινε άυπνος είχε πάρει την μεγάλη απόφαση. Θα ακολουθούσε την Κλαούντια όπου κι αν πήγαινε.