Κηροζίνη

Ο ένας καίει λυχναρόλαδο
Ο άλλος καίει κηροζίνη

Οι σκύλοι αλυχτώντας ασχημονούν
Οι άνθρωποι σωπαίνουν. Κάθε λογής μηχανές
μεταφέρουν τώρα τις κραυγές τους
Μετασχηματίζουν την ανημπόρια τους
Την προσμονή τους
Τα υψωμένα χέρια τους προς τον ουρανό,
Σε λειτουργικότητα
Σε αποτελεσματικότητα
Σε στρες παραγωγικότητας.

Άσκοπη ενέργεια για θορύβους γενικώς.

Με κηροζίνη τα μάτια ανοιχτά στο σκοτάδι
Είναι ακόμα εκεί μέσα ανοιχτά
Όχι μόνο τα μάτια
Ανοιχτά στην αναμονή της ματαίωσης
Καταδεκτικά στη ματαιότητα, χύνουν κι ένα δάκρυ
Διεσταλμένα με τους νευρώνες τεντωμένους
Νυχθημερόν

Κι όχι μόνο τα μάτια

Με ταχύτητα φωτός από το Άπαν σύμπαν στο Μηδέν
(ε δεν είναι ταχύτητες αυτές οι παραφυσικές του πάθους, δεν είναι ανθρωπινές)
Και τανάπαλιν.

Αγγίζουν το ψύχος της ψυχής στην ουδετερότητα του αντικειμένου
Του ερωτικού αντικειμένου
Του προσωπικού μου Εσύ
αλλά εσύ όπως ήξερες πάντα: Το μπετόν αρμέ της ετερότητας.
Μιλώ για τον αγώνα, τον πυρετώδη αμανέ που τον περνάτε όλοι.
Ο αλυτρωτισμός αυτός να ημερώνει στο σκυλάδικο.

Kηροζίνη 2

Η κηροζίνη εσωτερικής καύσης ήταν αναμενόμενο
Να εδραστεί στο κεφάλι αρχικά, σ’ ένα όργανο στενό, συμπυκνωμένο
για τον ζωτικό της χώρο.
Και εφόσον το μυαλό έπαιζε σύστημα διπλό κι ενισχυμένο, τύπου,
«πάλιδεθασεδωθασεδω;θέλεις;δενπάειθαμπορέσουμεθαβγειπούθαβγει;δεθαβγει»,
ήταν σύντομο το διάστημα που ο λογισμός απεφάνθη:
-Δεν καταπίνω την τέχνη της συγκατάβασης.
Κι ό,τι εξόρισε προς τον θώρακα,
(όταν για παράδειγμα, αντίκρισα τ’ αγαπημένα μάτια)
Ήρθε με Ταπεινότητα,
Κι απλώθηκε στο στήθος.
Δε λέω! Διάπυρη αυτή η σφαίρα και πλατιά
η σπλαχνική αισθήματος, η ανελέητη υποφοράς.

Κι εκεί λοιπόν που έκαιγε η λάβρα για τον άλλον,
Έκαψε το παραπέτασμα και απώλεσε την αχλύ.
Έφτανε η Αυτονόμηση του Καιόμενου πια
να φωτίσει στον δρόμο
κάποιους να ζεστάνει
κάποιος να ζεσταθεί.

Χαμηλότερα,
Πόθος και Ίμερος, τα τρομαγμένα νήπια, γουστάρανε παρανάλωμα για χορό της φωτιάς, γουστάρανε πανηγυράκι.
Τα βλέπεις ακόμα να μπουσουλάν γύρω–τριγύρω με τις σαλιάρες τους
Για τ’ αγαπημένα μάτια ενός χέστη.