Το ΠΟΙΕΙΝ  εύχεται σε όλους τους συνεργάτες, αναγνώστες και φίλους του Καλή Χρονιά με υγεία και δημιουργία!

`

 

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Στο στρωμένο χιόνι φωτίζει.
Στην άλλη πλευρά του βουνού
μι’ άγνωστη χώρα
μου φέρνει κελαρύζοντας την άνοιξη
απ’ τα κόκκινά της σιντριβάνια,
από ποτάμια που πηγάζουν από μέρα παναίθρια·
κι από κει βγαίνουν γυναίκες στο χιόνι
και τραγουδάνε τώρα στον ήλιο.

`

*

ΠΟΙΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΜΠΡΕΡΑ: ΔΥΟ ΕΠΟΧΕΣ

Θέλει ένα ή περίπου έναν αιώνα

–άστραφτε ο Ουνγκαρέττι στην πόρτα

της Γκαλερί Απολλιναίρ–

θέλει όλο τον κόπο ‘ολο το κακό

όλο το σαπισμένο αίμα

όλο το αίμα το διάφανο

ενός αιώνα για να φτιάξεις ένα…

(Εν τω μεταξύ

στο απέναντι πεζοδρόμιο

δυό-δυό να κρατιούνται αλά μπρατσέτα

δύο-δύο να μισούνται με σιγανοσφυρίγματα

έρωτα αμοιβαίου

έξη να περνούν, να παρελαύνουν. Έξη).

 

`

*

ΚΟΚΚΙΝΑ ΧΩΜΑΤΑ

Τη βροχή διαδέχεται αλόγων ποδοβολητό

στα βουνά τιναγμένων·

στους τοίχους των κήπων

η ώρα του ποτίσματος που επιστρέφει,

περιπλανώμενη, αδέσποτη.

Ο ύπνος ανακατεύει τ’ άχυρα,

η σιωπή μεγαλώνει στο στήθος.

Ύστερ’ απ’ τα μπουμπουνητά κόκκινο είναι το χώμα·

στου γκρεμού τη ράχη

οι πέτρες έχουνε ραβδώσεις.

Κι η λάσπη είναι ηλιοβασίλεμα

που τό ’χουμε όλο το χρόνο στα μάτια μας μέσα.

`

*

ΣΤΗ ΝΙΟΤΗ

Άρχισε ένα καταχθόνιο τραγούδι

βατραχιών ανάμεσα στους λόφους

κι από κάποιο θνητό καλοκαίρι

–το τελευταίο σου ίσως–

σηκώνονται να πετάξουν χελιδόνια

απελπισμένα το ίδιο, όπως τραβάς κι εσύ

να πας σε αέρες σκυθρωπούς, ομιχλώδεις.

Κι από τις φωνές μου εμένα

που σκορπίζονται μακριά, ποιά θα μπορέσει

να κάνει άραγε το δρόμο το δικό σου και το δικό μου

πορεία ηλιοτροπίων ξάγρυπνων;

Τα μάτια σου όμως εσένα δεν ξέρουν άλλο καλό ή κακό

απ’ τη λίμνη τη γαλάζια ή τη γκρίζα

σε κάποιου μονοπατιού μέσα τους ίσκιους.

`

*

[ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΕΙΣΒΑΛΛΕΙ ΣΤΟ ΠΑΝΑΛΑΦΡΟ ΠΟΤΗΡΙ]

Το βράδυ εισβάλλει στο πανάλαφρο ποτήρι

που πλησιάζεις στα χείλη σου.

Κι αν μια μέρα πούνε: –τί έρωτας

ήταν εκείνος…–, τώρα, για την ώρα,

σαν τον έρημο του ρολογιού τον κούκο

που πέταξε από δωμάτιο σε δωμάτιο, έτσι

και των νεαρών σβήνει ο χορός, έτσι όλο

στο λιβάδι απλώνονται οι σκιές.

Κι εγώ μένω πάντοτε πίσω

από ’κείνο το ξεχασιάρικο σύννεφο

που τη γλυκιά σου τυλίγει εσένα λιτότητα.

`

*

ΤΑ ΧΕΡΙΑ

Τούτα τα χέρια σου είναι η άμυνά σου:

και μου σκϊάζουν την όψη.

Όταν σιγά-σιγά τ’ ανοίγεις, εκεί μπροστά

η πόλη είν’ εκείνο το πύρινο τόξο.

Στον ύπνο τον μελλοντικό  θά είναι

περσίδες χαρακωμένες απ’ τον ήλιο

κι εγώ θα έχω χάσει πια για πάντα

τη γεύση την παλιά του χώματος και του ανέμου

μόλις μου τα ξανανοίξεις.