1. Θεοδόση Πελεγρίνη Το τρύπιο βαρέλι στο Θέατρο Αλκμήνη

Πατώντας πάνω στο μπεκετικό δίδυμο του Πότζο και του Λάκι από το «Περιμένοντας τον Γκοντό», αλλά και στο προσωκρατικό ρητό «Αἰὼν παῖς ἐστι παίζων, πεσσεύων• παιδὸς ἡ βασιληίη», κατά τον Ηράκλειτο, ο από σκηνής φιλόσοφος Θεοδόσης Πελεγρίνης γίνει ψυχή σε ένα “ich-drama” όπου τα πάντα εκτυλίσσονται σύμφωνα με την αριστοτεχνική «Πλήξη» του Αλμπέρτο Μοράβια.

Παράσταση διεθνών προδιαγραφών «Το τρύπιο βαρέλι» του Θεοδόση Πελεγρίνη στο θέατρο Αλκμήνη με δύο υπέροχους ηθοποιούς (τον ίδιο τον συγγραφέα και τον Γιάννη Παπαθύμιο) σε εστέτ σκηνοθεσία από την εκλεκτική Άννα Σωτρίνη που υπογράφει και τον σχεδιασμό των φωτισμών, με απολύτως ταιριαστά σκηνικά-κοστούμια της Πάγιας Βεάκη και video-art που αποδίδει στο ακέραιο την κλειστοφοβική ασφυξία των ηρώων που είναι απολύτως αποκομένοι από τη Φύση, εξόριστοι στο αστικό τοπίο, έγκλειστοι στη νοησιαρχία ενός αναλυτικού πολιτισμού, που αφού χώρισε το σώμα από την ψυχή, έριξε μετά όλο το βάρος του υλισμού του στην υπερκατανάλωση και στην κατασπατάληση των φυσικών πόρων της γης… Εξαίρετο το Video art που υπογράφει ο Ευάγγελος Κάλλοου με τον Χρήστο Κάλλοου να συμμετέχει φιλικά σ’ αυτό. Βοηθός σκηνοθέτη ο Φιλήμων Ορκόπουλος.

Είναι οπωσδήποτε μια παράσταση που αξίζει να δεις και να ξαναδείς γιατί αυτό το υπαρξιακό «τρύπιο βαρέλι» του συμβολικού τίτλου παραπέμπει στο αχανές πηγάδι της πανανθρώπινης συνειδητότητας και κυρίως εκείνου του «σκοτεινού» και δυσεξερεύνητου χώρου του Υπό-συνείδητου ή Α-συνείδητου, αν προτιμάτε.

Το επίτευγμα του συγχρόνου στοχαστή Θεοδόση Πελεγρίνη είναι ότι αποφεύγει να φάσκει και να αντιφάσκει, φτιάχνει μια «ανοικτή» δομή ευεπίφορη σε κάθε ερμηνεία, προβολή και ιδεολογικό επικάλυμμα. Αυτή είναι συγγραφική γενναιοδωρία, τεχνική επάρκεια και καλλιτεχνική άποψη απολύτως αισθητική, αντίθετη στο χάος των συνήθων σημερινών μετανεωτερικών αποδομήσεων.

Είμαι σίγουρος ότι όσο περνούν τα χρόνια ο Δάσκαλος Θεοδόσης Πελεγρίνης θα γίνει ποιητής – βίω και έργω – επιτυγχάνοντας την απόλυτη αφαίρεση και την «αποκρυστάλλωση» του ουσιώδους σε ρευστές πολύχρωμες μορφές.

Παρακολουθώντας τις παραστάσεις, τις παρουσιάσεις, τις performances στις οποίες επιδίδεται με ολοένα και μεγαλύτερη συνειδητότητα και αποφασιστικότητα, πιστεύω πως αμέσως μόλις «έκλεισε» τυπικά η ακαδημαϊκή του καριέρα άρχισε η παγκόσμια εκτίναξή του στον Παρνασσό της σύγχρονης θεατρικής στοχαστικότητας. Το θέατρο είναι διαλογισμός (σε κίνηση ή σε στάση) κι όταν κάποιος έχει και τη θεωρητική κατάρτιση και τη σωματική ενάργεια να υποστηρίξει το Άφατο και Άρρητο τότε η Αλήθεια αποκαλύπτεται και το Φάος λάμπει (επί επαρκών και μη θεατών).

`

*****************

2. Ελληνικότητα, γλώσσα, προσωδία, ρυθμολογία, διονυσιακή κινησιολογία…

Θέατρο Altera Pars «Τι καλά το λέει τ’αηδόνι». Αριστούργημα!!! Επιτέλους, ξαναγυρίσαμε στην καλώς εννοούμενη «ελληνικότητα» κι ακούσαμε την ελληνική λαλιά ατόφια επί σκηνής με τη σωστή ρυθμολογία και κινησιολογία της. Έργο πρωτοποριακό. Μην το χάσετε. Θα βρει μιμητές, αν κρίνω από την ολόθερμη ανταπόκριση του κοινού.

Η Μίνα Χειμώνα είναι Δασκάλα του Θεάτρου μας. Διδάσκει από σκηνής, με όλες τις πολλαπλές κι αλλεπάλληλες ιδιότητες. Μορφωμένη και σεμνή, από τους τελευταίους ηθοποιούς και θεατρανθρώπους μας που ΞΕΡΟΥΝ ΕΛΛΗΝΙΚΑ, γνωρίζουν πώς να τα εκφέρουν, να τα τονίσουν, να τα «ντύσουν» με το σώμα τους και να διαιωνίσουν την μακρά παράδοση του δημοτικού μας τραγουδιού, αλλά και του «προσωπικώς έντεχνου» ποιητικού λόγου.
Μία αποτελεσματική σύνθεση δημοτικών τραγουδιών, παραλογών και χορών από την καταπονημένη αλλά πάντα διονυσιακή πατρίδα μας. Εδώ δεν μιλάμε μήτε για «ποιητικό ρεαλισμό», μήτε φυσικά για παρωχημένο νατουραλισμό και ηθογραφία. Είναι μια απολύτως νόμιμη και συνεκτική εκδοχή ενός ανθρώπου που αναπολεί παλιότερες εποχές τότε που ακούγαμε και καταλαβαίναμε ελληνικά, τότε που τραγουδούσαμε ακόμα και στην καθημερινή λαλιά, τότε που χορεύαμε με όλο μας το κορμί σε κάθε περίσταση, κάθε στιγμή…
Ας πάνε να το δούνε οι νεαροί σπουδαστές των δραματικών σχολών, οι φοιτητές κι οι επίδοξοι θεατρολόγοι, ας το δουν και όλοι εκείνοι που «δεν αντέχουν πια καραγκούνες στη σκηνή», γιατί εδώ πρόκειται για σύγχρονους ανθρώπους, διαχρονικούς, που λούζονται στα νάματα μιας κρήνης αρχαίας.
Και μην τολμήσει να με κατηγορήσει κανείς για εθνικισμό. Το θέμα της ελληνικότητας τέθηκε από την περίφημη «γενιά του 1930» κι έκτοτε το χάσαμε, με ελάχιστες εξαιρέσεις… Καιρός να το επαναφέρουμε στα πλαίσια της Ενωμένης Ευρώπης, της παγκοσμιοποιημένης μας πραγματικότητας, όπου το διαφορετικό οφείλει να τονίζεται, να ανασαίνει, να ενισχύεται. Ανεκτικότητα δεν είναι το motto τού σύγχρονου Διαφωτισμού μας; Ωραία! Ας μην προβούμε λοιπόν σε γλωσσικές και πολιτισμικές εθνοκαθάρσεις και καλλιτεχνικές γενοκτονίες στο όνομα μιας αφυδατωμένης ομοιόμορφης καταναλωτικής σούπας. Δεν χρειαζόμαστε καν το μίξερ που αλέθει ψηφίδες από εδώ κι από εκεί. Όλα αυτά είναι ωραία, καλά και χρήσιμα. Εκείνο όμως που προέχει είναι να μην χάσουμε την πολιτισμική μας κληρονομιά, γιατί τότε θα μείνουμε χωρίς ταυτότητα, επαίτες στα σταυροδρόμια του κόσμου κι όλοι θα μας περιφρονούν και θα μας περιπαίζουν που χαρίσαμε μαλάματα και χρυσαφικά για να πάρουμε μπακίρια, σαν τους Ινδιάνους που αντάλλαξαν το χρυσάφι τους με τα ξεφτισμένα καθρεφτάκια του Κορτές… Ας ξυπνήσουμε επιτέλους από την τοξική ψευδαισθητική μακαριότητά μας.
Μίνα Χειμώνα, σε ευχαριστούμε που για άλλη μια φορά πρωτοπορείς και πρωτοπορεύεσαι με γνώση, ευαισθησία και μεράκι.

`

*******************

3. Ένα «Λευκό ρόδο» αλησμόνητο κι επίκαιρο. Ποτέ πια φασισμός.

Στην «Εναλλακτική Λυρική Σκηνή» που τιμά το όνομά της και το ρόλο της στο εκπληκτικό «Ίδρυμα Σταύρου Νιάρχου». Μια ανεπανάληπτη μουσική ΚΑΙ θεατρική εμπειρία!!!

Πρόλαβα να δω, έστω και την τελευταία μέρα, και θεωρώ τον εαυτό μου ιδιαίτερα τυχερό μία από τις καλύτερες παραγωγές στο χώρο του μουσικού θεάτρου. Το θέαμα της ατομικής και συλλογικής ευθύνης είναι ιδιαίτερα επίκαιρο σε εποχές μεταβατικές, όπου η οικονομική Κρίση βγάζει στην επιφάνεια όλα τα αηδιαστικά τέρατα από το χρονοντούλαπο της Ιστορίας: φασισμός, απολυταρχισμός, αυταρχισμός, μισαλλοδοξία, δυσανεκτικότητα, δυσαρμονία εν τέλει… Ναι, αυτό που βγαίνει από αυτό το υπέροχο έργο Τέχνης όπως παραστάθηκε μπροστά σε ένα υποψιασμένο κοινό (για να μην πω «μυημένο») κατέδειξε μία απλή και βασική φιλοσοφική-ιστορική αλήθεια: η Αρμονία δεν είναι (και δεν μπορεί να είναι) ποτέ ατομικό επίτευγμα κάποιου μεγαλοφυούς καλλιτέχνη-μάγου. Δεν αρκεί να είσαι χαρισματικός, θαυματοποιός, «αναγεννησιακός» ή ακόμα και «φωτισμένος» προκειμένου να παράξεις μία ευτυχισμένη δόνηση που θα κρατήσει για πάνω από ένα κβαντικό κλάσμα του δευτερολέπτου. Με άλλα λόγια, απαιτείται συλλογική, συντονισμένη, πανανθρώπινη συνεργασία, αν θέλουμε να κατεβάσουμε τον Παράδεισο στη Γη και να μην κατατρυχόμεθα εσαεί από τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες του συλλογικού Α-συνείδητου (κι ασυνειδήτου).
Δεν θα ξεχωρίσω τους τραγουδιστές-ηθοποιούς-χορευτές από τους επί σκηνής μουσικούς. Απαξάπαντες οι συντελεστές συνδημιούργησαν ένα σκηνικό θαύμα με τη δημιουργική σιωπηλή συμμετοχή των θεατών. Μία από τις ελάχιστες παραγωγές που θεωρώ ότι είναι κρίμα να μην επαναληφθεί και να φτάσει έτσι σε ένα μεγαλύτερο κοινό. Δυστυχώς η θεατρική μαγεία δεν βιντεοσκοπείται, δεν φιλμογραφείται, δεν αιχμαλωτίζεται με τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα. Γιατί είναι εκείνο το κράτημα της ανάσας κοινού κι ερμηνευτών που δεν καταγράφεται ούτε καν σαν παύση ή σιωπή. Είναι η αίσθηση ότι συμμετέχεις στο κβαντικό γίγνεσθαι με τον επιλεκτικό διαλογισμό σου, με την εστίαση σε αυτό ή εκείνο το νόημα, δημιουργώντας έτσι «σκεπτομορφές» που συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός, μοναδικού κι ανεπανάληπτου «εγρηγορότος» κάθε φορά, κάθε στιγμή… Και κάθε δευτερόλεπτο αυτή η μαγεία μπορεί να ανατραπεί ή να ενισχυθεί. Αυτό είναι το πλεονέκτημα και το πρόβλημα του ζωντανού μουσικού, «σωματικού» θεάτρου: συμπεριλαμβάνει και προϋποθέτει τα πάντα, χωρίς να περιορίζει κανέναν και να αποκλείει τίποτα. Φυσικά υπάρχουν κανόνες κι αστικές συμβάσεις «καλής συμπεριφοράς» όμως και οι ερμηνευτές αφήνονται να κραυγάσουν κι οι θεατές κραυγάζουν βαθιά μέσα τους. Κι αυτό το αποτέλεσμα, η συνισταμένη των δύο δράσεων είναι τόσο ισχυρή που ολόκληρο το ενεργειακό πεδίο μεταβάλλεται σημαντικά και για ικανό χρονικό διάστημα, αναγκαίο για την διαμόρφωση μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας περισσότερον πνευματικής, που να τείνει προς την «αρμονία των σφαιρών» (για να θυμηθούμε τον Πυθαγόρα). Χωρίς την επιτέλεσιν αυτού του θαύματος ουδεμία πράξις είναι καλλιτεχνική κι ελάχιστα διαφέρει του μιμητισμού…
Συγχαίρω όλους τους εξαίρετους συντελεστές αυτής της παράστασης. Το κοινό ενθουσιασμένο τους ανακάλεσε πολλές φορές πάνω στη σκηνή. Και δεν ήταν «μεσογειακή γαλαντομία» μήτε κεντροευρωπαϊκή ευγένεια μήτε καν ένδειξη καλής ανατροφής των παρισταμένων, ήταν Δικαιοσύνη, Επιβράβευση κι Ανταπόδοση!!!
Τους μνημονεύω όλους έναν προς μίαν και μίαν προς έναν:

Μουσική διεύθυνση Νίκος Βασιλείου
Σκηνοθεσία Θέμελης Γλυνάτσης
Σκηνικά – Κοστούμια Αλεξία Θεοδωράκη
Φωτισμοί Στέλλα Κάλτσου
Βίντεο Μάριος Γαμπιεράκης, Χρυσούλα Κοροβέση
Χανς Σολ Xρήστος Κεχρής
Ζοφί Σολ Αφροδίτη Πατουλίδου
Ηθοποιός Αντώνης Γκρίτσης

Συμμετέχει η Ειρήνη-Αναστασία Βουγιούκα
Μουσικοί: Μαριλένα Δωρή (φλάουτο), Κώστας Γιοβάνης (όμποε), Γραμμένος Χαλκιάς(κλαρινέτο), Μάνος Βεντούρας (κόρνο), Σπύρος Αρκούδης (τρομπέτα), Σπύρος Βέργης, Ηλίας Βορτελίνας (τρομπόνι), Μπάμπης Ταλιαδούρος (κρουστά), Στέφανος Νάσος(πιάνο), Θοδωρής Μάτουλας (άρπα), Διονύσης Βερβιτσιώτης, Φραντς Σεστάνι (βιολί),Ελευθερία Τόγια (βιόλα), Αλέξανδρος Μποτίνης (τσέλο), Γιώργος Αρνής (κοντραμπάσο)
Το «εύγε» είναι λίγο και οποιαδήποτε επιβράβευσις θα προσέβαλε ίσως αυτούς τους συν-αγωγούς δημιουργικού, διονυσιακού πνεύματος, αυτούς τους τελετουργούς, ιερουργούς της Παγκόσμιας Συμπαντικής Αγάπης.

`

********************************
4. «Κατά φαντασίαν ασθενής»: ένας μολιερικός Μανιώτης με τον Γιάννη Γούνα…

….να υποστηρίζει εσωτερικώς (και σωματικώς) τον μικροαστό που χάθηκε στην Κρίση και δεν μπορεί να ορθοποδήσει ούτε καν οικτίροντας τον εαυτό του κι ελεεινολογώντας εαυτόν και αλλήλους…

Ο Γιώργος Μανιώτης είναι ποιητής του αστικού τοπίου, σκηνικός συγγραφέας των κλειστών οριζόντων, θεατράνθωπος από τους λίγους για τη συνέπεια και την υφολογική του συνέχεια μέσα στις πέντε δεκαετίες που εκτείνεται το λογοτεχνικό του έργο.
Η οικονομική Κρίση είναι βούτυρο στο ξεροκόμματο όλων των γραφιάδων που σέβονται τον εαυτό τους και τα εργαλεία της τέχνης τους. Τι πιο αβανταδόρικο από την έλλειψη της ψευδαισθητικής αφθονίας και της παραισθητικής ευτυχίας στην οποία είχαμε συνηθίσει τα τελευταία τριάντα χρόνια; Κανείς δεν αναρωτιέται βέβαια πια τι απέγινε η ερημωμένη ελληνική ύπαιθρος, τα ξεχερσωμένα αμπέλια, οι παρατημένες ψωριάρικες ελιές που μήτε πια καν για το δάκο δεν τις ψεκάζουνε. Από την αστυφιλία και την εσωτερική μετανάστευση της δεκαετίας του 1960, αμέσως μετά τον εμφύλιο, ο άνθρωπος, από περήφανος σκληροτράχηλος μαχητής, βιοπαλαιστής και ξωμάχος μετατράπηκε σταδιακά σε ινδικό χοιρίδιο «εσωτερικού χώρου» και αμφιβόλων απολαύσεων. Από τη γενναιοδωρία της συλλογικής δουλειάς και την αναγκαστική – για την επιβίωση – αλληλεγγύη της συνεργατικότητας φτάσαμε στον ναρκισσιστικό αυτισμό και στην ατομοκεντρική-σολιψιστική θεώρηση της ζωής, ως ένα νοητικό (κυρίως) πεδίο προορισμένον απλώς και μόνον για να ικανοποιεί τις ηδονοθηρικές φαντασιώσεις μας. Ας θυμηθούμε το προφητικό καβαφικό ποίημα «Εδώ ας σταθώ…». Ο «φυσικός άνθρωπος» του Ρουσώ έχει ψοφήσει από ασφυξία, χολέρα και πανούκλα, από το νέφος κι από το aids, από τη γρίππη των χοίρων, των ορνίθων, από την τρέλα των αγελάδων και από τα …εμβόλια!!! Μάλιστα. Η αρρωστοφοβία και η συνακόλουθη πολυφαρμακία έχει σκοτώσει τα τελευταία χρόνια περισσότερους απ’ όσους όλοι αρχαίοι και μεσαιωνικοί λοιμοί-λιμοί-καταποντισμοί. Ο άνθρωπος (ο Δυτικός άνθρωπος) έμαθε να βαυκαλίζεται με αστικές αυταπάτες υπερκαταναλωτισμού και «πλαστικής», καλογυαλισμένης και απαστράπτουσας επιφάνειας της ζωής. Και ναι μεν, όσο τα εισαγόμενα και δανεικά ευρουδάκια έρρεαν από τα ταμεία της τότε Ε.Ο.Κ. και οι αγρότες έπαιζαν πρέφα στα καφενεία ολημερίς (γιατί ολονυκτίς είχαν νταραβέρια με δίμετρες ουκρανές και πρόθυμες γεωργιανές οικιακές βοηθούς, που αντικατέστησαν τα φτωχοκόριτσα από την πάλαι ποτέ ελληνική επαρχία)… από τότε που έπαψε να ρέει το χρήμα ζεστό και κλείνουν το ένα μετά το άλλο καφενεία, ζαχαροπλαστεία, λέσχες χαρτοπαικτικές (όχι, αυτές δεν έκλεισαν ακόμα – όχι όλες) και κλαμπ των δεκαετιών 1970, 1980 και 1990 ακόμα… από τότε που πάψαμε «να δένουμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα» αρχίσαμε (πάλι) να κλαίμε τη μοίρα μας και να οικτίρουμε εαυτούς και αλλήλους…
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το μέσο αποτυχημένο κι έντρομο ανθρωπάκι, απένταρο κι αδέκαρο, άφραγκο κι ατάλαντο, ανίκανο κι ανεπάγγελτο (ό,τι είναι ο περίφημος «μέσος άνθρωπος» που πρεσβεύει το «λούφα και παραλλαγή» ή το «λάθε βιώσας» και «τη βγάζει πάντα καθαρή» με την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια»), αυτό το σύγχρονο «λούμπεν μικρο-αστι-κάτο» που κάποτε έγινε «μικρομεσαίος», μεγαλοπιάστηκε σα νεόπλουτος και τώρα σέρνεται στο βούρκο των λυμάτων που ο ίδιος δημιούργησε, παρουσιάζεται ορθώς ως θύμα από τον έμπειρο δραματουργό που βλέπει σε όλα τα πράγματα την αστεία (καθώς και την κωμική) τους πλευρά. Παραμορφώνεται σε βαθμό σχεδόν υπερ-ρεαλιστικό ή γκροτέσκο κι αποδίδεται στο κοινό όχι, βεβαίως, ως «εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω», αλλά ως καρτούν που σκοπό έχει να μας διασκεδάσει και να μας ψυχαγωγήσει, αν και μιλάει για «οικεία κακά». Ο Γιώργος Μανιώτης δεν κινδυνεύει να προκαλέσει ανεπιθύμητες αντιδράσεις εκ μέρους του κοινού (όπως ο Φρύνιχος με το «Μιλήττου άλωσις» ή ο Ευριπίδης με τις «Τρωάδες» του). Ο Γιώργος Μανιώτης δεν ρισκάρει καν να χάσει την εύνοια κάποιας «αυλής» μήτε του «Βασιλιά Ήλιου» μήτε κάποιου άλλου τόσο ισχυρού. Για τον απλούστατο λόγο ότι στην Ελλαδίτσα μας, φτωχούλα επαρχία της Ευρώπης, δεν είναι κανείς τόσον ισχυρός (όχι για πολύν …καιρό) έτσι ώστε να έχει «αυλή» με σημαντικά, αξιοσημείωτα προνόμια. Εδώ, η μόνη διαχρονική αξία είναι η παράγκα και το τρύπιο σώβρακο του Καραγκιόζη. Από αυτή την άποψη λοιπόν οι πνευματικοί άνθρωποι είναι ελεύθεροι, απολύτως ελεύθεροι να εκφραστούν, να εκ-δηλωθούν και να βυσσοδομήσουν ακόμα (αν το επιλέξουν) πάνω στον σάπιο κοινωνικό μας ιστό. Ο Γιώργος Μανιώτης ξέφυγε από τον εσμό της περίφημης «γενιάς του 1970», όσο κι αν συμπορεύτηκε μαζί τους, όσο κι αν απήλαυσε – αναγκαστικώς – κάποιες διευκολύνσεις επικοινωνιακής φύσεως που εξασφάλισε για τον εαυτό της αυτή η γενιά, αποκλείοντας σχεδόν όλους τους μεταγενέστερους, για να μην γίνουν «επίγονοι» φαντάζομαι… Ο Γιώργος Μανιώτης δεν ανήκει στην γενιά του 1970 που τρώει τα παιδιά και τα εγγόνια της. Είναι αυτάρκης, αδέσμευτος κι ανεξάρτητος, αν-αρχικός σχεδόν (με την φιλοσοφική έννοια). Είναι σαν τον Μολιέρο: παρατηρητής και καυτηριαστής των «κακώς κειμένων» της εποχής του. Και πληρώνει, φυσικά, το κόστος.
Η καινοτομία του σε αυτό το τραγελαφικό πρόσωπο το μονολογούν στο «Κατά φαντασίαν υγιής» είναι ότι ενώ ο ηθοποιός οφείλει να ταυτιστεί με τον ρόλο προκειμένου να γίνει πειστικός, ακόμα και καταστρατηγώντας το περίφημο «παράδοξο του Diderot», ο συγγραφέας και ο συνδημιουργός θεατής αντιμετωπίζουν το ομιλούν προσωπείο ως θεωρητική αφαίρεση, ως νοητική κατασκευή με σάρκα και οστά, που συγκεντρώνει το έρεβος και τη γελοιότητα όλων μας σε ένα πρωτότυπο εύγευστο, απολαυστικό και καλαίσθητο αμάλγαμα. Η καρικατούρα δεν γίνεται ποτέ “comics”, γελάμε με τα δεινά και τα πάθη αυτού του «ανθρωπάκου» αλλά μέχρι ενός σημείου. Δεν φτάνουμε να τον καταδικάσουμε, αλλά δεν μπορούμε και να τον συμπονέσουμε, αφού είναι ένα μείγμα αμοραλισμού κι εγωπαθούς ψυχρότητος, δεν έχει τίποτα το ηρωϊκό ή μεγαλειώδες, δεν μας είναι καν συμπαθής η υποχονδρία του (ακόμα κι αν την έχουμε εμείς οι ίδιοι). Αυτός ο αντι-ήρωας είναι ένα μυθιστορηματικό-σκηνικό υβρίδιο, ένα ινδικό χοιρίδιο για παρατήρηση στον δοκιμαστικό σωλήνα, ενδεχομένως κι ένα παράδειγμα προς αποφυγήν, προς γνώσιν και συμμόρφωσιν, ένα αποτροπαϊκόν τερατείον, ένα γοργόνειο, φόβητρο και μουτσούνα καρναβαλική… Σταματώ εδώ, γιατί κινδυνεύω να γράψω περισσότερες λέξεις από το πρωτότυπο κρινόμενο κείμενο.
Στην παράσταση τώρα: ο ποιητής, εικαστικός και ηθοποιός Γιάννης Γούνας, ταιριαστό alter ego και συν-σκηνοθέτης του καταξιωμένου κι ευθυμογράφου Γιώργου Μανιώτη, επιτυγχάνει το αδύνατο: να μην χάσει ούτε δευτερόλεπτο την ισορροπία ανάμεσα στο κωμικοτραγικό και στο χιουμοριστικό. Επανέφερε το ελληνικό θέατρο στην προτέρα του μετά το μοντέρνο ψυχαγωγική του διάσταση και προσβασιμότητα. Αυτή η «λογική» δόμηση κειμένου και παράστασης οδήγησε σε ένα καλώς αναμενόμενο και προβλέψιμο crescendo που έδωσε στον θεατή το πλεονέκτημα να παρακολουθεί εκ του ασφαλούς αυτό το παραλήρημα από τη θέση του χωρίς να νιώθει να του ρίχνουν γροθιές στο στομάχι.
Αριστουργηματικό το αποτέλεσμα: η μουσική, η διαμόρφωση του σκηνικού χώρου, η ερμηνεία, ο εκφερόμενος λόγος, ακόμα κι η αφίσα-πρόγραμμα (φιλοτεχνημένη από τον ευπώλητο πλέον Αλέκο Φασιανό), οι φωτισμοί καθώς και οι ήχοι του περιβάλλοντος χώρου του black-duck, συν η ζεστή παρουσία του συμπαθέστατου οικοδεσπότη συγγραφέα… ολοκλήρωσαν τη δημιουργία ενός θεατρικού γεγονότος από τα πιο σημαντικά στην κατά-ταλαιπωρημένη από δήθεν πρωτοπορίες-κοινοτοπίες και ληγμένους πειραματισμούς πρωτεύουσά μας.
Ο Γιώργος Μανιώτης ήταν είναι και θα είναι. Ενιαίος και συμπαγής. Μονοδραματικός αλλά όχι και μονολιθικός, μονο-εμμανής αλλά όχι και μονοκομματικός, επίμονος κι ακούραστος μέσα στα χρόνια, υπομονετικός σεισμογράφος των πλέον λεπταίσθητων κοινωνικών μεταβολών και μετατοπίσεων… Ο Γιώργος Μανιώτης είναι παρατηρητής. Και ως πεζογράφος και ως θεατρικός συγγραφέας είναι παρών-απών στα πρόσωπά του. Δεν συμπάσχει, δεν ταυτίζεται, δεν μυκτηρίζει. Ουδείς κλαυθμηρισμός ανιχνεύεται στο σύνολο του έργου του. Είναι «επιστήμων» συγγραφέας με γνώση, σύστημα και μέθοδο. Ασφαλείς οι επιλογές του, δεν κινδυνεύουν να αποδοκιμαστούν από κανένα κοινό. Χωρίς να είναι και εύκολες, χωρίς να χαϊδεύουν τα αυτιά ή το υπογάστριον κανενός.
Πραγματικά σπουδαία παράσταση, αξιόλογη, αξιομνημόνευτη. Ο Γιάννης Γούνας υποψήφιος για βραβείο ερμηνείας πρώτου ανδρικού ρόλου.

 

*******************************

5. «Μικρά τίποτα…μεγάλα κάτι» του Λάκη Κουρετζή σε σκηνοθεσία Ανδρομάχης Μοντζολή στο «θέατρο της ημέρας».

Ο Λάκης Κουρεντζής είναι ο πρώτος «ψυχοπαιδαγωγός» [ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός] που εισήγαγε στην Ελλάδα και το «θεατρικό παιχνίδι» και το «σωματικό θέατρο» ως εκλεπτυσμένη και λεπτεπίλεπτη «σωματική έκφραση», είναι ο πρώτος που έκανε τη δραματοθεραπεία πράξη για όλες τις ηλικίες, είναι ο πρώτος που συμπύκνωσε και συμπυκνώνει γύρω του εδώ και σαράντα χρόνια υγιείς «ερασιτέχνες» κι επαγγελματίες του θεατρικού χώρου που θέλουν να συμβάλλουν δημιουργικά σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που αξίζει να κινείται και να εξελίσσεται μέσα της κολυμπώντας ο ανήσυχος πνευματικός άνθρωπος που αναζητά λύσεις στα πιεστικά προβλήματα της κρίσιμης μεταβατικής εποχής μας. Και ναι μεν είναι μεγάλη ευλογία (και κατάρα) να ζεις σε κρίσιμους καιρούς (σύμφωνα με την παλαιά κινέζικη παροιμία), όταν έχεις όμως τέτοιους συμπαραστάτες και σηματωρούς σαν τον Λάκη Κουρετζή είναι βεβαία η έξοδος από το σκοτεινό τούνελ προς την άλλη πλευρά, την φωτεινή κι αισιόδοξη.

Η φυσική του σεμνότητα, η αρχαία σοφία που κουβαλάει στα πάντα νεανική κύτταρά του και μια κάποια φιλοσοφημένη ταπεινοφροσύνη στέρησαν ίσως από τον Λάκη Κουρετζή την βερνικωμένη αναγνωρισιμότητα των celebrities, δεν μπήκε ποτέ σε αυτό που λέμε Main-stream, νιώθει ως φαίνεται βαθιά μέσα του την ματαιότητα των πάντων και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο γράφει αυτά τα μπεκετικά ταχυδράματα που κι από τον τίτλο της παράστασης και μόνον δείχνουν τόσο το στίγμα όσο και το στόχο του μεγάλου δραματουργού και μάχιμου πνευματικού ανθρώπου.
«Μικρά τίποτα… μεγάλα κάτι», μια καλλιτεχνική αντιστροφή των καθιερωμένων και κατεστημένων ανθρωπίνων αξιών από ψυχαναλυτικής σκοπιάς. Ο συγγραφέας ακολουθεί τον άνθρωπο από τη σύλληψή του έως την αποφυλάκισή του από τον πλανήτη γη. Διαγράφει με καυστικά ειρωνικό και σαρκαστικό τρόπο την εθελοδουλεία και τους συμβιβασμούς στους οποίους επιλέγει να χωθεί από ανασφάλεια. Δεν καταδικάζει όμως κάποιο απρόσωπο «σύστημα», αφού ως σοφός άνθρωπος καλώς γνωρίζει πως ο κάθε ένας από εμάς είναι υπεύθυνος για την ύπαρξή του και πληρώνει τις όποιες επιλογές του. Φυσικά υπάρχει η ανεργία, η αδικία, οι ανισότητες, όμως το άτομο έχει πολλά περιθώρια να δράσει, να εξελιχθεί, να αυτοβελτιωθεί, να γίνει παραγωγικό κύτταρο της κοινωνίας και το κόσμου. Αυτή η απαίτηση της δημιουργικότητας είναι και το κρυμμένο διακύβευμα αυτού του κειμένου που πάει πολύ πέρα από το λεγόμενο «θεατρικό έργο», αφού είναι μια αφορμή για σωματική έκφραση κι αυτοσχεδιασμό.
Ορθώς η έμπειρη σκηνογράφος, ενδυματολόγος και διδάκτωρ θεατρολογίας Κυρία Μάγκυ Μοντζολή έδωσε έναν διονυσιακό ρυθμό στην όλη παράσταση, τονίζοντας την πρωτεϊκότητα των ανθρώπων, που όχι μόνον δεν είναι μοναδικοί κι ανεπανάληπτοι σε αυτό το σκηνικό σύμπαν αλλά είναι τόσο ομοιόμορφοι κι ανταλλάξιμοι όσο και τα ανθρωπάκια του Γαΐτη. Αυτή η φρενίτιδα αλλαγής μακιγιάζ και προσωπείων είναι απολύτως συμβατή από τη φιλοσοφική και θεατρική άποψη του δημιουργού Λάκη Κουρετζή που βρίσκεται απέναντι στην ανθρώπινη κατάσταση με άκρα επιφύλαξη κι άπειρο σκεπτικισμό.
Όλοι οι ηθοποιοί και οι χορευτές αξιέπαινοι και «πλαστικοί» στην ανυπόκριτη συμμόρφωσή τους με το σκηνικό όραμα συγγραφέα και σκηνοθέτη-σκηνογράφου: Δημήτρης Πάσιος, Ράνια Πρέβεζα, Νεφέλη Τσιπουρίδη, Σωτήρης Χατζηνικολάου – Χορευτικά μέρη και ιντερμέδια: Λίνα Λυκοπούλου, Μαρία Νικηταρά, Στέλλα Μπουμπουλάκη.

Μία παράσταση από τις λίγες που αξίζει να δει και να ξαναδεί κανείς, αφού ποτέ δεν είναι ίδια και μας βοηθάει να εξελισσόμεθα μέσα μας προς ένα Φως που δεν δύει, προς μιαν αυτογνωσία που φωτίζει τα πάντα με αρχετυπική σαφήνεια.
Το θέατρο του Λάκη Κουρετζή είναι θέατρο εικόνας και ήχου, όχι λέξης. Είναι πρωτοπόρος, πολύ πριν το λεγόμενο «μεταμοντέρνο», την αποδόμηση, την μετανεωτερικότητα και λοιπά… Ο Λάκης Κουρετζής είναι φαινόμενο για το ελληνικό και παγκόσμιο θέατρο. Ανθεκτικός μέσα στο χρόνο και αυτός και το έργο του και οι χιλιάδες μαθητές που πέρασαν από τα εργαστήριά του και διέγραψαν μετά τις δικές τους ατομικές χροιές.
Η Μάγκυ Μοντζολή από τους πρώτους και πιστότερους συνεργάτες του είναι άξια διάδοχος, συνοδοιπόρος και συμπαραστάτης ενός πνευματικού ανθρώπου που τιμάει την Ελλάδα και τον Πανευρωπαϊκό Πολιτισμό. Προτείνω να τον τιμήσουμε, έστω και καθυστερημένα. Εξάλλου, σε αυτή τη χώρα το καλό πάντα αργεί να φανεί και το άριστον ακολουθεί, αφού είναι αυτάρκες κι αυτόφωτο και δεν χρειάζεται δεκανίκια.