Απόσπασμα

ΣΚΗΝΗ 2η
ΒΛΑΝΤ. (μπαίνοντας ἀπ ᾽τὴν πόρτα τοῦ βάθους – καὶ προλαβαίνοντάς τους στὸ ϕίλημα, καθὼς κι᾽ὅλας πρέπει
νἄκουσε ἐκεῖνο τὸ «Χρυσή μου – ἄγγελέ μου!».
Εἶναι ἄντρας ἕως 35 χρονῶν): Καλημέρα σας.
ΖΑΝΗΣ (ἀλαϕριὰ σαστισμένος): Καλημέρα σας κύριε
Βλαντῆ.. ῏Ηρθα ὡς συνήθως νὰ πιοῦμε μαζὶ τὸν
καϕϕέ. ῾Η κυρία ᾽Ιουλία εἶχε τὴν καλωσύνη..
ΙΟΥΛΙΑ: Σὲ ἀνεπλήρωσα ἐγὼ σύζυγέ μου.
ΑΝΤΡ. (κάθοντας ἀναπαυτικὰ σ ᾽ἕνα κάθισμα): Σωστά.
(Α᾽ νάβοντας ἕνα τσιγάρο ἀμέριμνα:) Μᾶς πῆραν οἱ
ζέστες. Μάης κι᾽ εἶναι ζεστὸς σὰν ᾽Ιούλιος. Ζαμὰν καλοκαῖρι… Τί λές; Περνᾶμε κάτω ᾽Ιουλία;
Εἶναι χάρμα ὁ μπαξές μας. ῾Η βεράντα μας ἔχει
πνιγεῖ στὰ λουλούδια του.
ΙΟΥΛΙΑ: Δὲν τὸ βρίσκεις κάπως γρήγορα ᾽Αντρέα;
ΖΑΝΗΣ: ῞Οπως νἆναι δὲν ἔχει σϕίξει ἀκόμη ὁ καιρός.
ΑΝΤΡ. : ῾Απλῶς μιὰ γνώμη ὑπέβαλα. ῍Ας ἀϕήσουμε ἀργότερα…
ΙΟΥΛΙΑ: ῍Ας ἀϕήσουμε.
ΖΑΝΗΣ (κυττόντας στὸν τοῖχο τὸ δίκαννο): Δὲν θὰ ξαναπᾶς στὸ κυνῆγι; ῍Η βαρέθηκες;
ΑΝΤΡ. : ῎Α – ὄχι… Καλοκαίριασε πιά… (Χασμουριέται.)
ΖΑΝΗΣ: Πῶς πῆγε χθὲς τὸ βράδυ τὸ θέατρο; Εἴχατε
πάει μὲ τὸ ϕίλο σου τὸν Κύριο ὑπουργὸ τῆς Δικαιοσύνης;
ΑΝΤΡ. : Ναὶ οἱ τρεῖς μας: Αὐτός, ἡ ᾽Ιουλία κι᾽ ἐγώ.
῾Η Μύριαμ δὲ θέλησε νἄρθει.
ΖΑΝΗΣ: Τί ἔργον εἶχε; Σᾶς ἄρεσε;
ΑΝΤΡ. : Πολύ. ῾Η ᾽Ιουλία ἰδιαίτερα ἦταν ξετρελλαμένη μὲ δαῦτο. Μόνον ὁ ϕίλος μου ὁ γερο-ὑπουργὸς
δὲ θὰ εὐϕράνθηκε.
ΙΟΥΛΙΑ: Ναί, ἦταν μιὰ δικαστικὴ κωμωδία. ῾Ο ὑπουργὸς λὲς καθόταν στὰ κάρβουνα! Μὰ τί εὐχὴ Θεοῦ
τέτοια σύμπτωση. Λὲς καὶ τὸ παῖξαν γιὰ δαῦτον!
ΑΝΤΡ. : ῎Εχασες ποὺ δὲν τὸ εἶδες Ζανῆ.
ΖΑΝΗΣ: Μὰ πῶς νἄκανα; ῍Αν μὲ ἀνεγνώριζε ὁ Κύριος ὑπουργός.. ᾽Εννοεῖτε; Θὰ ἦταν ἔλλειψις τ ὰ κ τ
ἀπὸ μέρους μου.
ΙΟΥΛΙΑ (μορϕάζει εἰρωνικά): …
ΑΝΤΡ. : Τὸ «Πρ ο π α ν τ ὸ ς ἡ Γα λ λ ί α» εἶναι ἕνα
ἔργο ὑπέροχο – ἀπὸ τὰ πιὸ ϕίνα τῆς Γαλλικῆς κομεντί.
ΖΑΝΗΣ: Διδακτικόν;
ΙΟΥΛΙΑ (μὲ χάχανο): Καὶ ἀντίσκαστον!
ΑΝΤΡ. (κοϕτερά): «Πρ ο π α ν τ ὸ ς» καὶ «Γα λ λ ίες»
εἶναι πολλοὶ-πολλοὶ ἄνθρωποι!
ΖΑΝΗΣ: Γαλλίες!.. Πολλοὶ ἄνθρωποι; Πῶς;
ΙΟΥΛΙΑ: Πρωτοδίκες!. ᾽Εϕέτες!.
ΑΝΤΡ. : Ναὶ «Πρ ο π α ν τ ὸ ς» καὶ «Γα λ λ ίες».. Κάτι δηλαδὴ ποὺ θὰ λέγαμε: Προπαντὸς ἡ καριέρα,
τὸ κουϕάρι, ὁ ἑαυτούλης μας…
ΙΟΥΛΙΑ: ῍Η ὁ «Σταυρὸς τοῦ Σωτῆρος»!
ΖΑΝΗΣ: Τοῦ Σωτῆρος!
ΑΝΤΡ. : Τιμή, ἠθική, ἀξιοπρέπεια πᾶνε ὅλα περίπατο..
Μὰ γιὰ νὰ καταλάβεις θὰ σοῦ πῶ στὰ πεταχτὰ τὴν ὑπόθεση.
ΙΟΥΛΙΑ: Δὲ βαρυέσαι ᾽Αντρέα;
ΖΑΝΗΣ: Πέ την, πέ την..
ΑΝΤΡ. : Νά, μὲ δυὸ λόγια: Σ᾽ἕνα χωριὸ κοντὰ στὸ Παρίσι, καταϕθάνει ὁ ῾Υπουργὸς τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας Ζοράν. Εἶχε βγεῖ σ ᾽ ἐκδρομή, μὰ κάποια βλάβη τοῦ αὐτοκινήτου του τὸν ὑποχρεώνει
νὰ διανυκτερεύσει ἐκεῖ. Φιλοξενεῖται λοιπὸν στὸ
σπίτι τοῦ ἄσημου εἰρηνοδίκη τῆς κώμης, ποὺ ὅμως
ἔχει μιὰ γυναῖκα ὡραιότατη. ῾Ο ὑπουργὸς γοητεύεται καὶ ἡ Κυρία τὰ παίζει!. ῾Ο σύζυγος –ἕνας ταπεινὸς κουτοπόνηρος – τύπος «αἰωνίου συζύγου»–
ἕρπει καὶ ἑλίσσεται γύρω του, ἐνῶ ὁ ὑπουργός του
καμώνεται πὼς μένει τάχα κατάπληκτος μπρὸς
στὴ δικονομική του κατάρτιση…
ΙΟΥΛΙΑ (μὲ λεπτὴ εἰρωνεία): Μέχρι καὶ τὸ «ἀπὸ κοινοῦ συμϕέροντος κινούμενοι» ἤξερε· καὶ τὸ «ἐπὶ
τῷ αὐτῷ συνελθόντες»!
ΑΝΤΡ. : Κι᾽ αὐτὸς τὸ πιστεύει! Τὸ πιστεύει; Ποιός μπορεῖ νὰ εἰσδύσει ἕως στ ᾽ ἄδυτα μιᾶς γελοίας ψυχῆς; Καὶ τὸ κυνηγητὸ συνεχίζεται. ῾Η εἰρηνοδικίνα πρωτόβγαλτη καὶ μολαταῦτα δεινή –στὸ ἐρωτικὸ σπαθὶ δηλαδή– τὰ παίζει μαέστρικα, ἐνῶ ὁ
πονηρὸς σύζυγός της, τρίβει χαρὰ γιομάτος τὰ χέρια… Τύχη ἀγαθή… Οἱ προαγωγές, οἱ βαθμοί, τὰ
παράσημα, πέϕτουν –χρυσὴ βροχή– στὸ κεϕάλι
του. ῞Εως μόνον τὰ μεσάνυχτα, ἀπὸ προαγωγὴ σὲ
προαγωγή, ὁ ὑπουργός του, τὸν ϕτάνει ἀπὸ Εἰρη νοδίκη – ᾽Εϕέτη
καὶ ἀπὸ κοντὰ σὲ ᾽Αρειοπαγίτη
καὶ Πρόεδρο τοῦ ᾽Αρείου Πάγου. Καὶ – τότε ἀλληλοαποκαλοῦνται ἐ ξ ο χ ώ τ α τ ο ι!
ΙΟΥΛΙΑ (λιγωμένη στὰ γέλια): ῾Η Δικαιοσύνη ὑψηλή!
ΑΝΤΡ.: Κατὰ τὰ χαράματα τέλος, γιὰ νὰ τὸν ξεϕορτωθεῖ ὁ ὑπουργός –καὶ νὰ μείνει μὲ τὴ γυναῖκα
του μόνος– τοῦ ἀναγγέλνει μὲ στενοχωρημένη εὐγένεια, ὅτι μόλις προαγαγὼν αὐτὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Προέδρου τοῦ ᾽Ακυρωτικοῦ τῆς Γαλλίας,
πρέπει –μὲ τὸ αὐτοκίνητό του ποὺ στὸ μεταξὺ
ἐπισκευάστηκε– νὰ ϕύγει γιὰ τὸ Παρίσι εὐθύς,
ὥστε νὰ προεδρεύσει στὴν πρωϊνὴ συνεδρίαση τοῦ
᾽Ακυρωτικοῦ, στὴν ὁποία θὰ ἐκδικασθεῖ μιὰ ὑπόθεση ποὺ ἀϕοροῦσε αὐτὴν τούτην τὴν τιμὴ τῆς
Γαλλίας!..
ΙΟΥΛΙΑ (πάντα εἰρωνικά): Καί: ῍Αχ πόσο ἤθελε στενοχωρηθεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ τοῦ λείψει. Μὰ τὰ νέα
῾Υψηλά του καθήκοντα καὶ προπάντων ἡ τ ι μὴ
τ ῆ ς Γα λ λ ί α ς!..
ΑΝΤΡ. : Τότε ὁ πονηρόγατος αὐτὸς εἰρηνοδίκης ποὺ ἔχει
–ἔχει;– πιστέψει στὴν ἀναγνώριση τῆς –ἕως τότε– παρεγνωρισμένης ἀξίας του, παίρνοντας πόζα μελοδραματικὴ (καὶ πρὶν ξεκουμπιστεῖ ἀπ ᾽
τὴν πόρτα) ϕωνάζει στὸν ὑπουργό του ὑπερήϕανα: «᾽Εξοχώτατ ε σ π ε ύ δω. Προπ αν τ ὸ ς ἡ
Γα λ λ ί α!». (καὶ λιγώνεται μαζὶ μὲ τὴν ΙΟΥΛΙΑ στὰ
γέλια.)

`
*********************************************************

`

Περίληψη

Το τρίπρακτο δράμα «Ο ήχος του κώδωνος» είναι το σημαντικότερο, από τα ευρισκόμενα, θεατρικό έργο του Γιάννη Σκαρίμπα (1893-1984) και ένα άγνωστο αριστούργημα της νεοελληνικής δραματουργίας. Η δικαστική του περιπέτεια, το 1943, και η απόρριψή του από τις Κρατικές σκηνές συνηγορούν σήμερα στον μύθο ενός σκηνικού φαντάσματος, ενός «αόρατου θιάσου» που έρχεται από την Χαλκίδα.
Η επίσημη παράστασή του, 1969, από τον θίασο Γ. Εμιρζά στο Πειραματικό Θέατρο της Μ. Ριάλδη, επαινέθηκε από σημαντικά πρόσωπα των Γραμμάτων. Ωστόσο, παραμένει, ακόμη και ως τίτλος, έργο αμάρτυρο και άγνωστο.
Ως προς το τυπικό της πλοκής το έργο μπορεί να τοποθετηθεί πλάι στα ομόθεμα έργα του Ερρίκου Ίψεν, ενώ δείχνει εξαιρετική αντοχή στη σύγκρισή του με έργα του Λουίτζι Πιραντέλλο και Σόμερσετ Μωμ. Η μεγάλη του, ωστόσο, αρετή και ο ρυθμιστής της πλοκής είναι η γλώσσα του που ακροβατεί τολμηρά, υπακούοντας σε άλλων καιρών αισθητικά μέτρα, πάνω από τα γραμματικά και σημαντικά στερεότυπα του μεταπολεμικού αστικού, πολεοδομικού σχεδιασμού.

Περιεχόμενα

Εισαγωγικό σημείωμα || Ο ήχος του κώδωνος: Πρόσωπα, Πράξη Πρώτη, Πράξη Δεύτερη, Πράξη Τρίτη || ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ: Επίμετρο, Υπόμνημα, Παράρτημα, Θεατρική κριτική, Γλωσσάριο, Βασική βιβλιογραφία, Ευρετήριο ονομάτων

Παρατηρήσεις

Εισαγωγικό σημείωμα – Επιλεγόμενα: Συμεών Γρ. Σταμπουλού

Προμετωπίδα: Στο θέατρο (λεπτομέρεια), έργο του χαράκτη Χριστόφορου Κατσαδιώτη.