Η μεταφυσικη του θανάτου στην ποίηση του Μάριου Αγαθοκλέους

 

Η τελευταία ποιητικη συλλογη του Μάριου Αγαθοκλέους, που κυκλοφόρησε στις αρχες του 2018, τιτλοφορείται «Θάνατος σε ανοικτη ζώνη» και αποτελείται μόνο απο 19 ποιήματα, τα περισσότερα ολιγόστιχα, μέσα απο τα οποία όμως αναδύεται μία θλιμμένη, μελαγχολικη και γκρίζα ατμόσφαιρα. Υπάρχει όμως απάντηση γι’ αυτο το φαινόμενο στην ποίηση του Μ. Αγαθοκλέους και είναι η εξης: Όλα τα ποιήματά του πλην ενος είναι αντλημένα απο το ζοφερο, θλιβερο και καταθλιπτικο τοπίο της σύγχρονης κυπριακης Ιστορίας που, όπως αντιλαμβάνομαι, απασχολει ακόμη σε μεγάλο βαθμο πολλους Ελληνοκύπριους ποιητες. Ειδικα τους παλαιότερους που έζησαν και βίωσαν τραγικα και εφιαλτικα γεγονότα, όπως αυτα που αναδείχθηκαν μέσα απο την κυπριακη κοινωνία των τελευταίων χρόνων, με αποτέλεσμα ο αδήριτος θάνατος να αφήσει τ’ ανεξίτηλα μελανα στίγματά-του στην ψυχη και το έργο τους.

Παρόλο που είναι αυτοτελη αυτα τα 19 ποιήματα, μεταξυ-τους όμως, όπως διαβλέπω, υπάρχει μία υπόγεια συνοχη, λες και είναι εσωτερικα συνδεδεμένα με ένα αόρατο νήμα, εφόσον σχεδον όλα περιστρέφονται γύρω απο μία κυρίαρχη θεματικη, αυτη του θανάτου. Εννοω πως ο θάνατος, με όλο το μυστήριο και το ανεξήγητο που περικλείει, είναι η βασικη πηγη ους, δίνοντάς μας έτσι την ισχυρη εντύπωση πως ο δημιουργος τους, με αυτα τα 19 ποιήματα, επιχείρησε να συλλάβει και να ολοκληρώσει μία σπουδη θανάτου, σε όλο το βάθος και την έκτασή της, την οποία ανέπτυξε μέσα στους στίχους και τις σελίδες της καινούργιας ποιητικης συλλογης του. Ο αδυσώπητος θάνατος, επομένως, είναι η κοινη συνισταμένη όλων αυτων των ποιημάτων. Ο εύγλωττος τίτλος, εξάλλου, της συλλογης, απο μόνος-του, είναι ενδεικτικος της όλης ιδέας και προσπάθειάς-του.

Να σημειώσω ακόμη πως τα 19 ποιήματα που περιέχει η συλλογη «Θάνατος σε ανοικτη ζώνη» διακρίνονται για τ’ αδρα, ξεκάθαρα χαρακτηριστικα τους. Θα έλεγα με βεβαιότητα πως όλα τα ποιήματα, με βάση αυτα τα χαρακτηριστικα τους, εμπίπτουν στα όρια του ποιητικου γένους ή είδους που ονομάζεται Ελεγεία. Είναι δηλαδη κατα κύριο λόγο ποίηση ελεγειακη, εφόσον εδω υπάρχουν ποιήματα θρηνιτικα, ποιήματα του πένθους. Θρήνος και πένθος για το θάνατο των γονιων του, των συγγενων, των φίλων και γενικα των συνανθρώπων του, (ακόμη και η απώλεια αγαπημένων κατοικίδιων ζώων, φυτων ή λουλουδιων είναι ένα είδος θανάτου για τον Μάριο Αγαθοκλέους), όπου εδω απώτερος στόχος του είναι η διατήρηση της μνήμης αυτων των προσφιλων νεκρων. Άρα, όλα αυτα εκδηλώνουν μία ποίηση ή μια ποιητικη του πένθους. Γράφει στο ποίημα «Η ποίηση», σελ. 30):

 

Όπλο μελλοντικο

στων ποιητων την έμπνευση.

 

Λέξη τη λέξη

όραμα το όραμα

υφαίνει με υπομονη το σάβανο

του αήττητου Θανάτου.

 

Κι εγω ένας ταπεινος ποιητης

μες στο δικο

της όραμα

κατέγραψα ό,τι είδα σε ώρα πυρετου

σε μία στιγμη, σε μία ρωγμη του χρόνου.

 

Πρέπει, ευθυς αξ’ αρχης, να διευκρινίσω πως ο Μάριος Αγαθοκλέους δεν είναι πεσιμιστης ποιητης. Δηλαδη δεν μεταφέρει στην ποίησή του καρυωτατικες ή πεισιθάνατες διαθέσεις, εφόσον δεν διακατέχεται και δεν εμποτίζει την ποίησή-του απο τέτοιες ψυχώσεις ή αμαρτίες. Απεναντίας, όσο και αν είναι χρωματισμένη η ποίησή του με το μαύρο της λύπης, βαθια μέσα-της, στο υόστρωμά της,  υποφώσκει ένα ισχυρο ρεύμα ελπίδας, αγάπης και ανάγκης για την ανθρώπινη ζωη και τα παράγωγά-της. Υπο αυτη την έννοια, τολμω να παρομοιάσω αυτα τα 19 ποιήματα με τις «Πασχαλιες μέσα απο τη νεκρη γη», του αξέχαστου Μάνου Χατζιδάκι, άσχετα αν το έργο αυτο ανήκει στον χώρο της μουσικης, που είναι ασφαλως ένα άλλο είδος τέχνης.

Πρέπει ακόμη να ομολογήσω πως, στις μέρες μας, παρόλο που γράφονται όγκοι απο καλη ποίηση, σπάνια συναντας τέτοια ποίηση που διεγείρει, αναστατώνει και καταπονει επώδυνα, ψυχικα και σωματικα, τον αναγνώστη της! Θέλω να πω, πως σπάνια συναντας τέτοια ηλεκτρισμένη γραφη, φορτισμένη κυρίως απο ποιητικη ενέργεια και πυρίκαυστη ουσία, με αποτέλεσμα να σε συνεπαίρνει ολόκληρο, επιφέροντάς σου στο τέλος μία πληθωρικη και ανεξέλεγκτη συγκίνηση! Το σπουδαιότερο όμως είναι που στις μέρες μας σπάνια συναντας τέτοιο χαρισματικο δημιουργο όπου, μέσα απο 19 μόνο ποιήματα, κατορθώνει να δώσει στο αναγνωστικο κοινο τέτοιο ολοκληρωμένο, απ’ όλες τις πλευρες, έργο!

Πρόκειται για ποιήματα μαστορικα συγκροτημένα, δηλαδη με στέρεη δομη και δωρικη μορφη, που αποτελούνται απο στίχους καταπληκτικης έμπνευσης και διαύγειας, που μεταδίδουν ξεκάθαρα μηνύματα, άσχετα αν αυτοι οι στίχοι, όπως προανάφερα, είναι χρωματισμένοι και με μία στρώση απο το μαύρο της θλίψης και της λύπης. Σίγουρα, όλα αυτα  είναι ισχυρα στοιχεία που κάνουν την καινούργια δουλεια του λεμεσιανου ποιητη να ξεχωρίζει ως η πιο σύνθετη, πολύπλοκη και απαιτητικη στη μέχρι σήμερα ποιητικη πορεία-του. Δείγμα ενδεικτικο το ποίημα με τίτλο «Ο ψυχρος δολοφόνος», σελ. 10:

 

Ο ήλιος έκαιγε τις πέτρες

οι εμπρηστες έκαιγαν τα δένδρα

και μια συγκεκριμένη γυναίκα

έκαιγε αυτον που την πόθησε.

 

Οι ιστορίες αυτες είναι για τους άλλους.

 

Ενος συγκεκριμένου ανδρος

οι πόθοι δεν κάνουν γυμνισμο.

 

Κυκλοφορει λοιπον ωσαν παγόβουνο

που κάθε λάμψη ή έξαψη

στη γένεση τις πνίγουν

τα παγωμένα-του νερα.

                               

Δεν είναι δύσκολο όμως, ν’ ανιχνεύσει ή ν΄αντιληφθει κάποιος που οφείλεται αυτο το κατόρθωμα του Μάριου Αγαθοκλέους. Σίγουρα (και πρώτιστα) οφείλεται, πιστεύω, στο γεγονος ότι ο δημιουργος της συλλογης «Θάνατος σε ανοικτη ζώνη», βασίσθηκε, ή πάτησε, πάνω στους δοκιμασμένους κανόνες (ή τους νόμους) της ποίησης για να δημιουργήσει τα καινούργια ποιήματά του, όπως είναι η σαφήνεια, η μουσικότητα, η συγκίνηση, η ψυχικη και πνευματικη λύτρωση, η αισθητικη χαρα κ.ά., τα οποία αποτελουν, νομίζω, καλη συνταγη (ίσως την καλύτερη) για να γραφτουν σήμερα ωραία ποιήματα. Κανόνες ή νόμους που δεν πρέπει ν’ αγνοει ή να παραβαίνει ο ποιητης όσο μεγάλος και αν είναι. Κανόνες ή νόμους που δεν αγνόησε ασφαλως και ο Μάριος Αγαθοκλέους, εφόσον κάποιοι απο αυτους αντανακλώνται έκδηλα στην ποίησή του. Γιατι είναι πλέον γεγονος αποδεδειγμένο πως μόνο όταν υπάρχει σαφήνεια, συγκίνηση (λυπητερη ή χαρούμενη) και αισθητικη μετουσίωση, τότε μόνο υπάρχει και καλη ποίηση. Θέλω να τονίσω με έμφαση πως μόνο όταν το κοινο αίσθημα μεταπλάθεται σε αισθητικη συγκίνηση υπάρχει καλη και λειτουργικη ποίηση. Και όπως έλεγε ο Έγκαρ Άλαν Πόου (Edgar Allan Poe«η αξία ενος ποιήματος είναι ανάλογη με τη συγκίνηση που προκαλει». Και ο Μάριος Αγαθοκλέους, όπως διαπιστώνω, σίγουρα προσφέρει απλόχερα στους αναγνώστες του αυτη την αισθητικη συγκίνηση με τη νέα δουλεια του, που σε μεγάλο βαθμο οφείλεται και στο εργαλείο με το οποίο έφτιαξε τα νέα ποιήματά-του. Αναφέρομαι βέβαια στη γλώσσα του. Εννοω το γλωσσικο όργανο που επινόησε και χρησιμοποίησε για να υφάνει την καινούργια ποίησή του, όπου εδω τα λέει μ’ ένα τρόπο εξόχως ποιητικο και αισθησιακα επεξεργασμένο. Γράφει στο ποίημα «Η σιωπηλη Δομνίκη», σελ. 12:

 

Η Δομνίκη

έχει μάτια πελώρια

που με σκεπάζουν τις νύχτες

σαν φύλλα Φθινοπώρου.

 

Την ημέρα

μπροστα απο μια γύαλινη σφαίρα

ακούει τις κατάρες της μάνας-της

που’ ναι όλες για μένα.

 

Η Δομνίκη δεν μιλα

γιατι θα πεθάνει η μάνα-της.

 

Ας μην ξεχνάμε όμως πως η ποίηση ανέκαθεν υπηρετει το αισθητικα ωραίο, το αληθινο και το γνήσιο, παρόλο που εμφυλοχωρει και εδω πολλες φορες το μοχθηρο πένθος που μαραγκιάζει την ανθρώπινη ζωη και ύπαρξη. Όμως, η διαδικασία αυτη, για να στεφθει με επιτυχία, προϋποθέτει άσκηση και μαθητεία. Για να φθάσει δηλαδη η ποίηση (γενικα το έργο τέχνης) στο επιθυμητο αποτέλεσμα, πρέπει οπωσδήποτε να προϋπάρξει απο μέρους του δημιουργου πνευματικη άσκηση πάνω στους δοκιμασμένους και καθιερωμένους, όπως σημείωσα, κανόνες της ποίησης αλλα πρέπει να προϋπάρξει και μαθητεία κοντα στους μεγάλους και καταξιωμένους μύστες της ποίησης, της ελληνικης και παγκόσμιας ποίησης.

Ο Μάριος Αγαθοκλέους, όπως τόνισα, δεν αγνοει του κανόνες ή τους νόμους αυτου του παιγνιδιου. Απεναντίας, φαίνεται καλα διαβασμένος,  αρκετα καλος γνώστης του παιγνιδιου. Έτσι, στόχευσε πολυ ψηλα και μας έδωσε με την καινούργια συλλογη του τελειοποιημένη και ολοκληρωμένη ποίηση, άσχετα αν την έχει καλύψει, επαναλαμβάνω, συνειδητα ή όχι, με το μαύρο πέπλο του πένθους.

Πρώτα απ’ όλα στόχευσε, και πολυ σωστα έπραξε, στην αξιολόγηση, την οργάνωση και την ανάπτυξη του περιεχομένου της εν λόγω συλλογης του  αλλα, όπως ανάφερα ήδη, στόχευσε και στο ξεδίπλωμα του γλωσσικου οργάνου που χρησιμοποίησε για να φτιάξει τα καινούργια ποιήματά-του, τα οποία είναι όλα καμωμένα με απλες, ταπεινες (για να μνημονεύσω μια λέξη της αρεσκείας του) και εύχρηστες λέξεις, όπου εδω φανερώνεται πραγματικα η δυναμικότητα και το μεγαλείο των απλων λέξεων. Ο αναγνώστης δεν θα βρει στα καινούργια ποιήματα του Μάριου Αγαθοκλέους ούτε έναν νεολογισμο, ούτε μία πολυσύνθετη λέξη για σκοπους εντυπωσιασμου!

Θα βρει όμως στιβαρες λέξεις, σε περιορισμένο βέβαια αριθμο, απο την κυπριακη διάλεκτο, όπως π.χ.  κουρία (το πάνω μέρος της κεφαλης), ποσφίκτρα (λεμονόκουπα) που εκδηλώνουν μία ιδιόφωνη δυναμικη. Δηλαδη αυτες οι κυπριακες λέξεις μεταφέρουν μέσα στους αιώνες μία δοκιμασμένη δυναμικη του ακατάλυτου ελληνικου πνεύματος, θέλοντας με αυτο ο ποιητης να υποδηλώσει, όπως νομίζω, την αξία, τη λειτουργικότητα και τη διαχρονικότητα της κυπριακης διαλέκτου μέσα στη διαιώνια δομη, ή τη ραχοκοκαλια, της χιλιόχρονης ελληνικης γλώσσας. Ίσως να εννοούσε τον εαυτο του ο ποιητης όταν έγραφε τους ακόλουθους στίχους που υπάρχουν στο ποίημα «Απλήρωτος λογαριασμος», σελ. 18:

 

«Έγραφε

ως άριστος τεχνικος της γλώσσας

αποσπώντας δίκαια

τους επαίνους των συγχρόνων-του»

 

Ο Μάριος Αγαθοκλέους, επομένως, είναι πάνω σε αυτη την καθημερινη, όμως πλατια και ζουμερη, γλώσσα που κατόρθωσε να μεταγγίσει όλες τις σκέψεις, τους στοχασμους και τα συναισθήματά-του, όπως του πόνου, της θλίψης και της οργης που περικλείει ο άπληστος θάνατος, καθως και η φθοροποιος δύναμη του χρόνου, τα οποία μεταφέρει αυτόματα η γλώσσα-του, ως το πιο κατάλληλο όχημα, στην ποίησή-του και εν συνεχεία στους αναγνώστες-του. Γιατι, ας μην ξεχνάμε, πως η ποίηση, όπως έλεγε ο Χαίλντερλιν (JCFriedrich Holderlin), είναι «μια διαρκης μεταφορα συναισθημάτων», και με την άποψη αυτη συμφωνούσαν, λίγο ή περισσότερο, και άλλες σπουδαίες προσωπικότητες της παγκόσμιας διανόησης. Αξίζει ν’ αναφέρω μόνο δύο σημαντικα ονόματα που οι απόψεις-τους συγκλίνουν ή κινούνται στο ίδιο περίπου μήκος κύματος με του Χαίλντερλιν, όπως αυτη του Άγγλου ποιητη, κριτικου και φιλόσοφου Ivor Armstrong Richards, που έλεγε πως η «η ποίηση είναι η υπέρτατη μορφη συγκινησιακης χρήσεως της γλώσσας», αλλα και εκείνη του Paul Valery που σημείωνε, (πιο απλα, παρασταστικα και κατανοητα αυτος), πως η ποίηση είναι «η προσπάθεια απεικόνισης, με τα μέσα της έναρθρης γλώσσας, εκείνων των πραγμάτων που επιχειρουν στα σκοτεινα να εκφράσουν οι κραυγες, τα δάκρυα, οι σιωπες, τα φιλια, οι στεναγμοι, οι θωπείες….».

Συνεπως, στην φαινομενικα γαληνεμένη ποίηση του Μάριου Αγαθοκλέους, που στο σύνολό της είναι μία ποίηση του υπαινιγμου, της υποδόριας έντασης και των υπαρξιακων ερωτημάτων, όπως διαπιστώνω, υπάρχουν πολλες κραυγες, δάκρυα και στεναγμοι. Υπάρχει το άσπρο και το μαύρο. Υπάρχει η χαρα και η λύπη. Υπάρχει, με μία λέξη, η χαρμολύπη.

Απο αυτη την ποίηση βέβαια δεν λείπει η ζωη, ο έρωτας και ο θάνατος, κυρίως η ωμότητα του θανάτου, σε όλες της μορφες-του, απο το βιολογικο μέχρι τον πνευματικο θάνατο, που γύρω-του, όπως είπα, εδράζεται  η ποίηση που περιλαμβάνεται στην εν λόγω συλλογη του Μάριου Αγαθοκλέους. Ενος ποιητη που ξεχωρίζει, πραγματικα, για το ιδιαίτερο, το ιδιόκτητο ύφος-του, την φρέσκα ποιητικη ματια και έκφρασή του, χαρίσματα που διαθέτουν μόνο ελάχιστοι σύγχρονοι ποιητες. Ενος ποιητη που τον απασχολει και τον προβληματίζει έντονα το αναπόφευκτο του θανάτου, κυρίως η μεταφυσικη του θανάτου όπου, σε τελικη ανάλυση, μοιραία και αμετάκλητα, βλέπουμε την πατημασια-του να σφραγίζει ή ν’ αποτυπώνεται  σε όλη την ποίησή του.

Ουσιαστικα, ο Μάριος Αγαθοκλέους, με αγχέμαχα όπλα τα 19 νέα ποιήματά του, που συνιστουν, επαναλαμβάνω, μία ευσύνοπτη, όμως πολύμοχθη, σπουδη γύρω απο το ανερμήνευτο νόημα του θανάτου, («ύλη αδίδακτη ο θάνατος», λέει η Κικη Δημουλα), επιδίδεται σε μία ανελέητη και άνιση πάλη με αυτο το ειδεχθες και τρομακτικο μυστήριο, αφελως πιστεύοντας πως κάποια στιγμη, αργα ή γρήγορα, θα κατορθώσει να ανακόψει την εξοντωτικη φθορα που επιφέρει στο ανθρώπινο σώμα και πνεύμα, παραμένοντας πεισματικα αγκιστρωμένος στην ελπίδα. Αγκιστρωμένος στη ζωντανη, πλην απατηλη, ελπίδα που τον κάνει να πιστεύει πως θα βρει κάποτε, αργα ή γρήγορα, το δρόμο που θα οδηγήσει, τον εαυτο του (καλύτερα τ’ όνομά του) και το έργο του, προς την μικρόψυχη αιωνιότητα. Αρκετα αποκαλυπτικος είναι στο ποίημα «Ικεσία», σελ. 9, χωρις όμως ν’ αφήνει ν’ αντιληφθούμε προς τα που απευθύνει την ικεσία-του. Δηλαδη αν την απευθύνει στο Θεο ή στην Ερατω, τη Μούσα της ποίησης. Υποψιάζομαι όμως πως μάλλον στην φιλόμουση Ερατω απευθύνει αυτη τη σπαρακτικη ικεσία-του, παρα στον ιδιότροπο Θεο του. Γράφει ο Μάριος Αγαθοκλέους:

 

«Εμένα που ταπεινα σου προσφέρω

τα ποιήματά-μου

ελέησέ-με

χάρισέ-μου

μια στιγμη στην αιωνιότητα

μια λεπτομέρεια του κορμιου-σου

και σώσε-με

απο τη φρικτη δουλεία της γραφης»

 

Με άλλα λόγια, τον Μάριο Αγαθοκλέους, θα έλεγα πως τον απασχολει το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης και η μετα θάνατον κατάληξή του. Η κατάληξη εννοω που θα έχει το ευτελες σαρκίον αλλα και το σπουδαίο έργο του. Άρα, εκείνο ουσιαστικα που προβληματίζει τον ποιητη δεν είναι το τέλος της επίγειας πραγματικότητας, αλλα το άδηλο του θανάτου, τουτέστιν ο ακατάβλητος φόβος για την μεταθανάτια ζωη. Γι’ αυτο και ο στοχασμος του είναι διαρκως στραμμένος και ενεργοποιημένος πάνω στο μάταιο και το πρόσκαιρο των πάντων, απο τα έμψυχα μέχρι τ’ άψυχα. Πιο σωστα, είναι στραμμένος πάνω στις τετελεσμένες συνέπειες του πετροκαταλύτη χρόνου. Στο θέμα αυτο, αρκετα σαφης είναι στους στίχους που προτάσσει ως μότο σε μία απο τις πρώτες σελίδες της συλλογης του:

 

«Ρωτήθηκα

με τι θέματα ασχολείται η ποίησή-μου

κι απάντησα

μ’ ένα και μοναδικο

να νικήσει τον θάνατο»

 

Θα επιμείνω όμως και θα εμβαθύνω ακόμη λίγο στην ποιηση που περιέχει η συλλογη «Θάνατος σε ανοικτη ζώνη», σε σχέση πάντοτε με όσα ανάφερα για τη μεταφυσικη του θανάτου, που βασανιστικα απασχολει και προβληματίζει το δημιουργο-της, για ν’ αναφέρω πως αυτη η ποίηση, πέραν απο το συναισθηματικο φορτίο που κουβαλάει, (φόβος, πόνος, οργη, θλίψη, λύπη) είναι άκρως πνευματικη, στοχαστικη και κυρίως ενδοσκοπικη, μέσα απο την οποία ο ποιητης επιχειρει συνεχως την αυτογνωσία και την οδυνηρη αυτοενδοσκόπησή του.

Ο ποιητης όμως δεν περιστρέφεται γύρω απο τον εαυτο του. Δεν εκγλωβίζεται δηλαδη στο ψυχικο αδιέξοδό-του. Θέλω να πω πως τα συμπεράσματα απο την επίμονη και επίμοχθη δοκιμασία και ψυχικη εξερεύνησή-του, δεν τα κρατάει μόνο για τον εαυτο του. Αντιθέτως, θέλει να το εξωτερικεύει και να το μοιράζεται με τους αναγνώστες-του, γενικα με όλο τον κόσμο, επιθυμία φυσικα που πραγματοποιείται με αρκετη επιτυχία μέσα απο την ποίησή του. Με αυτο τον τρόπο, και πάντοτε μέσω της ποίησής του, αφήνει να φεύγουν πολλαπλα νοήματα. Για να φθάσουν όμως αυτα τα νοήματα ξεκάθαρα στο πλατυ αναγνωστκο κοινο χρειάζεται και εδω εξάσκηση. Και όπως, μ’ έκπληξη, διαπιστώνω στην εξαίρετη σπουδη του Μάριου Αγαθοκλέους, υπάρχουν πολυ λεπτα νοήματα που μόνο μέσα απο την πόρτα της ποίησης, της δικης του ποίησης, μπορουν να βγουν στο φως, χωρις αυτο, νομίζω, να το κατορθώνει άλλη μορφη λόγου ή τέχνης, όπως π.χ. η προσπάθειά του να συλληφθουν, φευγαλέες, σχεδον άπιαστες, ψυχικες στιγμες. Παραθέτω κάποιους στίχους απο το ποίημα «Λευκα αγαλματίδια»:

 

«Οι κραυγες μου δεν κυκλοφορουν

στο αναβαθμισμένο κέντρο της πόλης

ούτε καν έξω

απ’ το σκοτεινο μου δωμάτιο.

 

Κάποτε όμως

όταν ο πόνος είναι αβάστακτος

μένουν ανάγλυφα σημάδια

στους τοίχους.

Το πρωι

τα βάφω λευκα αγαλματίδια

και ξεγελω τους τουρίστες»

                                             Σελ. 20

 

Θα μείνω όμως μέχρι εδω. Γιατι την ποίηση, όπως πολυ σωστα έλεγε ο William Buttler Yeats, και δεν αναφερόταν στην οποιαδήποτε ποίηση παρα στην εμπνευσμένη και βαθυστόχαστη, «δεν πρέπει να την επεξηγούμε υπερβολικα γιατι έτσι αφαιρούμε κάτι απο την μυστηριακη ατμόσφαιρα και την υποβλητικότητά της». 

Και στην ποίηση του Μάριου Αγαθοκλέους διαπιστώνω πως υπάρχει, πράγματι, άφθονη μυστηριακη ατμόσφαιρα και υποβλητικότητα. Αν συνεχίσω όμως αυτο το μονότονο και άχαρο τροπάρι μου, πολυ φοβάμαι πως θα νοθεύσω, τόσο το μυστήριο της ατμόσφαιράς της όσο και την υποβλητικότητά της. Είναι ωσαν ν’ απλώνω το χέρι-μου και να αφαιρω άτσαλα όλη την επίχρυση επικάλυψη που υπάρχει πάνω σε μία όμορφη και θαυματουργη εικόνα. Την εικόνα της ποίησης του Μάριου Αγαθοκλέους! Επομένως, όσο και αν μάς συστήνεται αυτος ο χαρισματικος δημιουργος ως ένας «θλιβερος» και «ταπεινος» ποιητης, εγω αταλάντευτα πιστεύω το αντίθετο, διαβεβαιώνοντας πως η εικόνα που προβάλλει μέσα απο την ποίησή του κάθε άλλο απο αυτη του «θλιβερου» ποιητη είναι. Με το χέρι στην καρδια, έχω να δηλώσω, πως πρόκειται για την ολοκάθαρη εικόνα ενος αληθινου και μεγάλου ποιητη. Ποιητη που αγγίζει με τη σκέψη και το στοχασμο-του τις κορυφογραμμες της μεγάλης διανόησης.

`

                                       Λιμνάτι, Νοέμβρης-Αγία Φύλα, Δεκέμβρης 2018