Δεκαετία του μηδενός συνειδητοποιώ ότι οι κινηματογράφοι δεν είναι πια οι εκκλησίες με τα σουτ και την προσήλωση που ήταν παλαιότερα. Τα παιδάκια κάνουν φασαρία, μικρά, μεγάλα, μικρομέγαλα, δεν έχει τόση σημασία η ηλικία, φωνάζουν, συζητάνε, πετάνε καλαμπόκια, ενοχλούν σα να ’ναι στο σαλόνι τους. Δε φταίνε, σκέπτομαι, τα παιδάκια, στραβά τα μεγαλώνουν οι γονείς τους, δεν τους μαθαίνουν το σεβασμό. Ύστερα μου πήρε ο πατέρας μου ένα αυτοκίνητο, τον έπρηξε η μάνα μου να μου κάνει μεγάλο δώρο, άρχισα να γυρνοβολάω βόλτες και ν’ απορώ. Γελοίοι πιθηκάνθρωποι, αλήτες, σατανιστές που χώνονται παντού, κορνάρουν παντού, κενώνουν παντού το γαστρεντερικό τους σωλήνα με κραυγή υπερηφάνειας για τον εξευτελισμό τους. Σήμερα πάλι γυρνοβόλησα κατά τα Μεσόγεια, ο φουκαριάρης ο μαγαζάτορας έστρωσε τα τραπέζια του στον κήπο, όμως όλοι έκατσαν μέσα. Όταν πήγα να πληρώσω, μου είπε με παράπονο «μόνο εσύ κάθισες έξω». Άντε να του εξηγήσω ότι από το στρίμωγμα προτιμώ το κρύο. Χαμογέλασα.

Στο τέλος της βραδιάς η κόρη μου μου κουνάει χαμογελαστή τη σημαία. Θέλω να της εξηγήσω πως το ν’ αγαπάς σήμερα αυτή τη σημαία σημαίνει να μην αγαπάς τους Έλληνες. Και για να μην αγαπάς τους Έλληνες όντας Έλληνας θα πρέπει να είσαι έτοιμος να προσφέρεις τη ζωή σου γι’ αυτούς˙ ειδάλλως είσαι, απλώς, ένας ξένος.

Ένας ξένος δε νιώθει τίποτα κοιτάζοντας τη σημαία˙ κι είναι τούτο απόλυτα φυσικό.