Ο ΦΟΒΟΣ ΝΑ ΑΦΗΣΕΙΣ ΜΟΝΟ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ.

Γιατί είναι Θεός
και αρχίζει με ερωτήσεις
μπορεί να ξεκινήσει απλά
με το πως βρίσκετε σήμερα την θερμοκρασία των νερών τού ποταμού Neckar
ζητώντας ίσως μιά επιβράβευση για το έργο του..
κανείς όμως δεν ξέρει πως τέτοιες κουβέντες εξελίσσονται
κι αν καμμιά φορά φθάσουν
στο Κάιν που είναι ο αδελφός σου
κάπως ταράζεσαι κι ας ήξερες την απάντηση
κι είσαι αυτόματα πότε φονιάς,πότε αδιάβαστος μαθητής
με ένα βάρος στην καρδιά
που πότε με ένα κερί για τούς ζωντανούς
πότε για τούς νεκρούς,
πας να το απιθώσεις
σε ένα βωμό κρίσεως
σαν νεογέννητο παρατημένο
που δεν θα τόθελες να μεγαλώσει στα χέρια σου.

Ο καιρός σήμερα στην πόλη μας εκπληκτικός
ο ουρανός κι η γη
μοιράζονται δίκαια το άρωμα τής μέρας
το ποτάμι πλέει συμπαρασύροντας
αλήθειες και ψέμματα
φλογερές ματιές εραστών
πλην όμως στιγμιαίες,
φτυσιές αστέγων….
Στις όχθες ξενιτεμένα θαλασσοπούλια κι εγώ.
Μετρώ τη θερμοκρασία των υδάτων,
τη βρίσκω κανονική
και πνίγω μέσα μια ιστορία μου.

*

 

ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΩΣ

Μού λέει , δε βρήκες για μένα ούτε ένα λεπτό.

Λέω , δεν είναι κι έτσι
με συνθλίβουν μόνο τα απογεύματα μαζί σου.

Μού λέει, πες μου ιστορίες δακρύβρεχτες.
Κι έχει αναμφισβήτητα μια καλή καρδιά
σταθμευμένη στο σωστό μέρος τού σώματος.

Μια καρδιά όμως πρέπει να άγεται και να φέρεται
να κουβαλάει αγάπη και θυμό και φόβο και πόνο και ξανά θυμό,
η δική της ακούμπησε στην κουπαστή νομίζω
και ρεμβάζει.

Μπαίνει, καταφεύγει τότε σε παπούτσια ποιητών,
ψηλώνει αίφνης
και με ύφος πονεμένο μού λέει : ανεπαισθήτως με έκλεισες από τον κόσμο έξω.

Και ομολογώ ότι την έκλεισα έξω, αλλά έξω από τη μνήμη μου,
την έκλεισα έξω μαζί με τόσον κόσμο,
μεσ ’ την συνάφεια τού κόσμου και των συναναστροφών
που τόσο επεδίωκε
κρατώντας για εμένα τα υπόλοιπα, τα δύσκολα
μαζί και το ανεπαισθήτως.

 

*

ΤΑΥΤΙΣΗ ΚΟΡΗΣ ΚΑΙ ΠΕΘΑΜΕΝΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ.
Παραφράζοντας την Μαρία Βοναπάρτη..

Η μαμά μου, λένε όλοι,
είναι χρόνια νεκρή.

Εγώ όμως ξέρω
πως είναι κάπου ημιλιπόθυμη μέσα μου,

μερικά βράδια ξεδιπλώνει μόνη της τα μέλη της
και με εκλιπαρεί να την αφήσω να πεθάνει.

Θάναι καλλίτερα έτσι και για τις δυό, μού λέει για να με πείσει.

Εγώ όμως, συνεχίζω τον αγώνα κατά τής λήθης,
μεγαλώνοντας τούς φόβους της, σαν νάταν δικοί μου.

 

`

*

ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΩΤΙΕΣ.

Οταν βυθίζει το φεγγάρι το βλέμμα του
πάνω στην καμμένη γη
στέκεται εκεί που στάθηκαν οι τελευταίες σκέψεις
αν υπήρξαν.. για έναν Παράδεισο , μιά Κόλαση,
μιά ακόμη μέρα, μιά κραυγή, κάτι σαν ουρά λέξης.
Κάποια χαμόγελα σκορπίσανε
και γίνανε τα ερωτηματικά τής σιωπής.

Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια
επαναλαμβάνουν τα πλήθη δυνατά τις παροιμίες
πολυλογώντας.
Ολοι οι δεσμώτες τού λόγου
καταδικασμένοι να γράφουν ποιήματα
υμνώντας την αρχή, το τέλος , την κατάληξη,
την διαδρομή
με ή χωρίς πυξίδα.
Καλπάζουν πάνω από τα γεγονότα
και η σκόνη που σηκώνουν τα κρύβει.

Μετά έρχεται ο άνεμος
και κλονίζει τα ανύπαρκτα δέντρα
και άλλοι τον νομίζουν δυτικό και άλλοι τον λένε βόρειο
και γυρίζει σελίδες στα μισοκαμμένα βιβλία.