• 1 •

Κάθε μέρα η ίδια δουλειά,
να ενώνει τα δυο τμήματα
από τη μια η ζωή που αισθάνεται
κι από την άλλη η ζωή που ζει.

Ράβει πρόχειρα τα δυο κομμάτια
-κοφτές βελονιές, σκληρές, ματώνει η βελόνα τη σάρκα-
και βαδίζει τις ώρες.

Τις νύχτες ελευθερώνεται.
Τα όνειρα γνωρίζουν από συνενοχές .

• 2 •

Δεν θα βρεις άκρη
Το ουρανομήκες της αγάπης μου
ευθύνεται για όλα

Κι εκείνο που είδες
και δεν το περίμενες
σύμπτωμα ήτανε
απλώς .

• 3 •

Αγάπη μου
σ’ απίθωσα στη μέση μιας εικόνας
Με τις μικρές αχτίδες στις άκριες των ματιών
χαμογελάς .

• 4 •

Ούτε Μοντέκοι
ούτε Καπουλέτοι

Ούτε μια παραμάνα
σπλαχνική και ενδιάμεση
να πηγαινοφέρνει επιστολές
κι ασίγαστες επιθυμίες

Μήτε ένας πόθος στιβαρός αναρριχώμενος
για να ανεβαίνεις στο μπαλκόνι μου
κι όταν βραδιάζει
να αγγίζονται τα βλέμματά μας

Ούτε ελιξίριο ύπνου άπνοου
τεχνάσματα απόγνωσης
μήπως και γίνουμε φυγάδες
απ’ την μοίρα

Τίποτε
Κανένας μεσολαβητής

Στην δική μας ιστορία
μονάχα το στιλέτο της απόστασης .

• 5 •

Κάποτε ήμουν ευτυχής…

Κάποτε ήμουν ευτυχής
Δεν είχα τίποτε να θέλω,
τα είχα όλα, ένα βιβλίο
μια πολυθρόνα, ένα παράθυρο
ένα καφέ το πρωινό
το μαξιλάρι μου να γείρω
κι ένα κλειδί τη νύχτα
για να γυρνώ στην πόρτα
κι όλα μέσα

Κάποτε ήμουν ευτυχής

Καθρέφτης αρυτίδωτος
η λίμνη της ζωής μου
Ίδιες οι ώρες, οι μήνες
μνήμες απαράλλαχτες
σαν διαβατάρικα πουλιά που ολοένα
διασχίζουν το ίδιο ανέφελο τοπίο
Σ’αυτό το σκηνικό που όλα
κυλούσαν ράθυμα
και μήτε αέρας, μήτε στρόβιλος
μήτε μια καταιγίδα
τίποτε να μ’ απειλήσει
Μόνον
αυτό το ξέχειλο, το άγευστο
και το παρηκμασμένο
που διαρκούσε
και το ονομάσαμε ασφάλεια

Ναι, κάποτε ήμουν ευτυχής

Κι όλες οι ώρες θρόιζαν
σε δέντρο χρόνου που φυλλορροούσε
ακατάπαυστα το χώμα να σκεπάσει
μην τύχει και κρυώσει η αυριανή μου μνήμη
Κι εγώ γερνούσα
ευτυχής, ω, πόσο ευτυχής
μακριά απ’ την κλαγγή της μάχης
τις ιαχές και τους αλαλαγμούς
των όσων στην ζωή εφορμούσαν
Όλα σε μια άλλη όχθη στέκονταν
χιλιόμετρα μακριά
θολά
σαν περασμένα
σχεδόν σαν να’σαν ξένα
Μα ήταν που κάποτε ήμουν ευτυχής
και όλα αυτά
καθόλου δεν με απασχολούσαν

Και έπειτα σε γνώρισα .

• 6 •

ΜΕΓΕΘΟΣ ΜΗ ΜΕΤΡΗΣΙΜΟΝ

Μετρώ τον χώρο
που καταλαμβάνεις όταν λείπεις:
Αμέτρητος
Τον πόθο να σε ζήσω:
Απροσμέτρητος

Ακόρεστη η έλξη
Ακατάπαυστη

Αν δεν σε εξαντλήσω,
δεν απαλλάσσομαι

Χωρώ σε θραύσματα χρόνου
κι ενώ το άχρονο υπογράφει την επιθυμία
το από πάντα,
διαρκώ σαν ένα ανοιγοκλείσιμο ματιών
Μετά παρακάμπτομαι
ως γινόμενο
πράξης τελεσθείσας

Και πάλι
Σκαρδαμύσσοντας

Προσθέτοντας αναμνήσεις
αιμάσσουσες
αφαιρώ κάθε ίχνος λογικής
πολλαπλασιάζοντας τα λάθη μου
έτσι όπως βρίσκομαι διαιρημένη
ανάμεσα στο τι θα έπρεπε
και τι θα κάνω

Αποφασίζω έξοδο
αφού η είσοδος στο όμοιο
με ταπεινώνει

Μα ύστερα
η έλλειψη αδυσώπητη
γιγαντώνεται να με πνίξει

Τερατώδης

Βασανίζομαι
από κάτι που αδυνατώ να λύσω
Δεσμά αόρατα
Μια αορτή αιμοδοσίας
παροτρύνει την σαγήνη
να συνεχίζει αμείωτη

Κοπάζω την παρόρμηση της ομολογίας
Την έπνιξα σε φθόγγους που δεν θα ακούσεις
Την έπηξα στο στέρεο της άρνησης

Σου κρύβομαι

Κι αυτή λίθος
-ένας ακόμα-
στο τοιχίο των φραγμών
(θα μας χωρίσει κάποια μέρα,
θα το δεις)

Έτσι λοιπόν θα φθείρομαι
ρημαγμένη
σε όλα όσα φλέγομαι να σου πω
μα δεν σου είπα
εμπρός στον κίνδυνο
να γίνω τόσο δεδομένη
ώστε να μοιάζω αόρατη
Και συρρικνώνω τον εαυτό μου
επιχειρώντας να μιλήσω μιαν άλλη γλώσσα
λιγότερο δοτική

Κι αυτό
μια βάσανος ακόμα
Να προσποιούμαι
υπαισθησία απουσίας

Α υ τ ή τ η σ τ ι γ μ ή
το πόσο μου λείπεις
μέγεθος μη μετρήσιμο .

• 7 •

Κήδομαι

Περίεργος καιρός στην εποχή μου εξαπλώθηκε
Σε βλέπω και ριγώ στο άκριτο το ψύχος
Το πόσο εύκολα –δίχως καμία άμυνα
καμιά περίσκεψη-
με πέρασες στη βολική ακτή
των τετριμμένων

Και στις ανασκαφές του έρωτά σου
ευρέθη ειδώλιο
η συνήθεια

Σπόροι φιλιών
σφραγιδόλιθοι χειλιών
λυκήθια λατρείας
αγνύθες προτεραιοτήτων
οστάρια αγγιγμάτων
προχείρως κεκηδευμένων

Στων συναντήσεων τους αμφορείς
οίνος πεπηγμένος
η βιασύνη
Μυροδοχείο η επιδερμίδα
Λύχνος αναμνήσεων
αμυδρός

Μοιρολατρίες ελπίδων
Κι όλα τα όνειρα,
στις καλένδες

Κερνάω τη βροχή από τα μάτια μου
σαν ύστατη σπονδή
στον άδικο θεό που εμφανώς λατρεύεις
στη Μοίρα, που συνεπικουρείται
απ’ τη φθορά και την υπομονή
Την ανοχή
και την υποταγή

Τα θραύσματα των ημερών
συλλέγω όστρακα

Για κείνα τα συναισθήματα
Τα εξοστρακιστέα

• 8 •

h.s.e

Το μόνο που απέδειξα
ετούτο το σαθρό μου
ήταν
Χωρίς εσέ, ουδέν
κινείται
Την ευκαιρία μου είχα
να υπάρξω,
μα την έχασα

Τα όσα με απαρτίζουν,
σώμα, πνεύμα
αισθήσεις και αισθήματα
Σοι καταθέτω
Αρόσιμος η γη μου
προς καλλιέργειαν
ψευδαισθήσεων
εκ νέου
Με το αλέτρι της φωνής σου
όργωσέ με
Θα αποδώσω

Σε τίποτε δεν αντιτίθεμαι
Θα ήταν μάταιο

Και ας έχω επίγνωση
πως πλέον αναπότρεπτος
είναι ο αφανισμός μου

Ω, κανείς δεν υποδέχθηκε
με τόση ευδαιμονία
το χαμό του

Τώρα που σε βλέπω να επανέρχεσαι
με εκείνο το παιχνίδισμα φωτός στα μάτια

————————————-

h. s. e
είναι συντομογραφία της επιτάφιας επιγραφής
hic situs (sita) est
δηλαδή ενθάδε κείται, εδώ είναι θαμμένος (θαμμένη)

• 9 •

Κι ύστερα εγώ
θα πιάσω απαλά το πρόσωπό σου μες στα δυο μου χέρια
και σαν τυφλός που βλέπει μόνον με τα χείλη
θα το διαβάσω .

• 10 •

fiat tua voluntas

Ακυρώθηκαν οι οδύνες του παρελθόντος
Τώρα ακαταπόνητη η ευρεσιτεχνία μας επινόησε
καλύτερα στιλέτα από τα παιδικά εκείνα αθύρματα
που άλλοτε έβαλλαν κι άλλοτε έπαιζαν
Τόσο βαθιά στην ουσία των πραγμάτων προχωρήσαμε
που αδυνατούμε να παραμείνουμε ερασιτέχνες
και αμετανόητοι εραστές
πεπαλαιωμένων μεθόδων εξόντωσης
Γίναμε επαγγελματίες της ειλικρινούς αδιαφορίας
επικεντρωμένοι στου εγωισμού μας την διόγκωση
Καλλιτέχνες μας θέλουν οι καιροί
και μας θέλγουν οι ελάχιστες κινήσεις
όταν προσβλέπουν στα μεγαλύτερα οφέλη
μιας αμετακίνητης πολιτικής:
να δίδεις τα λιγότερα που απαιτούν τα περισσότερα
και να καρπώνεσαι το εναπομείναν νερό
του καταραμένου απέλπιδος
για να ποτίσεις την ρουφήχτρα έρημό σου

Δεν έχω γη
δεν έχω ύδωρ άλλο
να καταθέσω
(ως και το λάλον απέσβετο)

Ει μη μόνον δάκρυα.

—————————————-

[fiat tua voluntas: γεννηθήτω το θέλημά σου]