Τερτσίνες

1.
Για το εφήμερο

Ακόμη νιώθω την πνοή στο δέρμα επάνω·
πώς γίνεται, αυτές οι κοντινές οι μέρες
να ‘χουν περάσει – και για πάντα να τις χάνω;

Ω – τούτο ‘ναι πολύ βαθύ να το συλλάβεις,
φριχτό πολύ για μοιρολόγια και φοβέρες·
πώς όλα φεύγουν, πάνε, πριν το καταλάβεις,

και πώς κι ο εαυτός μου, δίχως φραγμό κανένα,
ξεγλίστρησε μέσα από ένα μικρό παιδί,
με μάτια πλέον, λες σκύλου – σιωπηλά και ξένα.

Κι εκείνο: ότι ήμουν πριν κι από γεννησιμιού μου,
κι οι πρόγονοι μου, πλέον βαθιά μέσα στη γη,
μοιάζουν μαζί μου όπως οι τρίχες του μαλλιού μου,

μαζί μου είν’ ένα όπως οι τρίχες του μαλλιού μου.

3.

Όπως του ονείρου είναι και η δική μας φτιάξη,
και τ’ όνειρο τα μάτια έτσι ανοιγοκλείνει,
μικρό, λες, παιδί, τις κερασιές για να κοιτάξει,

απ’ όπου τη χρυσή πορεία αρχινά η σελήνη –
Πανσέληνος χλωμή – μες στης μεγάλης νύχτας χάη.
Έτσι και τ’ όνειρο αναβλύζει – όπως εκείνη,

ξάφνου μπροστά σου, σαν ένα παιδί που γελάει,
μεγάλο εξίσου, σαν ν’ ανεβοκατεβαίνει
μια Πανσέληνος, που μέσα στα δέντρα ξυπνάει·

τα ενδόμυχα βγαίνουν στο φόρα, καθώς υφαίνει –
χέρι φαντάσματος, λες, σε δώματα αποκλεισμένα,
κρατιέται στη ζωή κι εντός μας παραμένει·

και τα τρία – άνθρωπος, όνειρο, πράγμα – είν’ ένα.

(Terzinen, 1896)

Ο κήπος μου

Ωραίος είναι ο κήπος μου, με τα δέντρα τα χρυσά,
τα φύλλα, που μ’ ένα ψίθυρο αργυρό ολοένα σειούνται,
τα οικόσημα στα κάγκελα, τη διαμαντένια δροσιά,
το κρούσιμο του γκονγκ, όπου οι λέοντες κοιμούνται
οι μπρούντζινοι, και των μαιάνδρων το τοπάζι,
και το κλουβί, που αστραφτεροί ερωδιοί κοσμούνε,
και που ποτέ στην ασημένια βρύση δεν παν να πιούνε…
Τόσο ωραίος, που μέσα μου πια τίποτε δε φωνάζει
για εκείνον τον άλλο κήπο, όπου ήμουνα παλιά.
Δεν ξέρω που… Τη μυρωδιά της δρόσου μοναχά,
που από νωρίς μες στα μαλλιά μου είχε καθίσει: αυτή
μυρίζω, και την ευωδιά της γης, γλυκιά κι υγρή,
σαν πήγαινα τα τρυφερά τα μούρα της να βρω,
στον κήπο εκείνο, όπου ήμουν παλιά, τον αλλοτινό.

(Mein Garten, 1891)

 

Ο Αυστριακός Hugo von Hofmannsthal (1874 – 1929) υπήρξε ένας από τους τρεις μεγάλους ποιητές, μαζί με τον Rilke και τον Stefan George, που ανανέωσαν τη γερμανική λογοτεχνία επηρεαζόμενοι από το γαλλικό Συμβολισμό και Ιμπρεσιονισμό. Τη ίδια εποχή, μάλιστα, αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για την Αγγλική Λογοτεχνία (κυρίως για τον Keats και τον Oscar Wilde), όπως και για το έπος σε τερτσίνες του Δάντη, Θεία Κωμωδία – πιθανότατα από εκεί πήρε το ερέθισμα ο Hofmannsthal για τις δικές του Τερτσίνες και την Μπαλάντα της εξωτερικής ζωής (επίσης το 1896). Οι κεντρικοί άξονες του έργου του, όπως τους συγκέντρωσε σε ένα άλλο ποίημά του, είναι η ζωή, το όνειρο και ο θάνατος («Leben, Traum und Tod»), που αλληλεπιδρούν και «υφαίνουν» την ανθρώπινη ύπαρξη. Οι Τερτσίνες υπ’ αριθμόν 3 δανείζονται ένα στίχο από την σαιξπηρική Τρικυμία (The Tempest, 1611): «We are such stuff/ As dreams are made on» (4η Πράξη, 1η Σκηνή), ενώ και το δεκατετράστιχο Ο κήπος μου αναπολεί την παιδική αθωότητα με παρόμοιο τρόπο, σαν ένα όνειρο που πέρασε.