᾽Επιμέλεια Δημήτρης ᾽Αρμάος
Εἰκονογράϕηση W. Heath Robinson

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ (“Preface”, 1829 ~ “Introduction”, 1831· βλ. καὶ “Romance”, 1843)

`

ΤΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ, ποὺ ὅλο νύστα τραγουδᾶ

μὲ διπλωμένα τὰ ϕτερά,

μέσα στὰ ϕύλλα ποὺ θροΐζουν

πάνω ἀπὸ λίμνην ἡσκιερή,

ἤτανε παπαγάλος πλουμιστὸς γιὰ μέ –κοινότατο πουλί–

ποὺ μοῦ ᾽μαθε τ᾽ ἀλϕάβητό μου,

τὶς πρῶτες λέξεις μου νὰ πῶ,

σὰν τριγυρνοῦσα στ᾽ ἄγρια δάση,

παιδί – μὲ βλέμμα γνωστικό.

᾽Αλλὰ οἱ χρονιὲς ποὺ ἀκολουθῆσαν

ἄγριες πολὺ γιὰ μουσικές,

ἐτοῦτες οἱ χρονιὲς κυλῆσαν

σαν  καταιγίδες τροπικές,

πού, ὅταν οἱ λάμψεις ξεψυχοῦσαν

στοὺς ταραγμένους οὐρανούς,

ϕαινόνταν μὲς στοὺς κεραυνοὺς

παντοῦ σκοτάδια ἐκεῖ ψηλά –

μὰ τὰ σκοτάδια ϕῶς σκορποῦσαν

στῆς ἀστραπῆς τ᾽ ἄσπρα ϕτερά.

 

Μιᾶς κι ἤμουνα νωθρὸ παιδὶ

ποὺ διάβαζε ᾽Ανακρέοντα, ἔπινε κρασί,

ἔβρισκα στοῦ ᾽Ανακρέοντα τοὺς στίχους

συχνὰ γεμάτους πάθος ἤχους

– καὶ τοῦ μυαλοῦ μου ἡ ἀλχημεία

ἔκανε τὴ χαρά του δυστυχία –

τὴν ἀϕελότητά του ἐπιθυμία

ἄγρια – τὸ πνεῦμα του στοργὴ

πιστή – καὶ ϕλόγα τὸ κρασί

– κι ἔτσι ἐρωτεύθηκα, ὁ τρελός,

βαθιὰ μὲ τὴ μελαγχολία,

κι ὅλη τὴ γήινη ἠρεμία

τὴν πέταξα μακριὰ στ᾽ ἀστεῖα

– κι ἔτσι μονάχα ἐκεῖ ἀγαποῦσα

ποὺ ὁ θάνατος κι ἡ ὀμορϕιὰ

ἀνάσαιναν κι οἱ δύο κοντά

– ἢ ὅταν νὰ περπατοῦν θωροῦσα

ὁ Ὑμέναιος, ὁ χρόνος καὶ τὰ Πεπρωμένα

ἀνάμεσα σ᾽ ἐκείνη καὶ σ᾽ ἐμένα.

`
Μετὰ τοῦ κόνδορα τὰ χρόνια

τοὺς οὐρανοὺς ἀναταράζαν,

καθὼς πετοῦσαν καὶ βροντοῦσαν,

ποὺ ἔγνοιες νωθρὲς δὲν μὲ δελεάζαν,

μέσα σὲ τέτοια ταραχή.

Μὰ ὅταν ὥρα πιὸ γαληνὴ

μὲ χάιδευε μὲ τὰ ϕτερά της

πὼς θά ᾽ταν, ἔνιωθα, ἁμαρτία

τὸν χρόνο αὐτὸν νὰ τὸν περάσω

μὲ τὸ τραγούδι καὶ τὴ λύρα,

ἐκτὸς κι ἂν κάποια μελωδία

χυνόταν στὴν καρδιὰ πλημμύρα.

`
Μὰ ἔχει ἡ ψυχή μου τ ώ ρ α εὐρυχωρία·

ϕύγαν ἡ δόξα κι ἡ μελαγχολία –

τὸ μαῦρο γίνηκε τεϕρὸ

καὶ σβήνουν οἱ ϕωτιὲς ἐδῶ.

`
Τὸ πάθος ρούϕηξα καὶ τώρα

ἦρθε νὰ ξαποστάσω ἡ ὥρα·

μετὰ τῆς μέθης τὴ μανία βαριὰ

μὲ πλάκωσεν ἡ ἀνία –

μόνο ἕνας πόθος μοῦ ᾽χει μείνει:

νὰ ὀνειρευτῶ τὴ ζωὴ νὰ σβήνει.

`

Μὰ τὰ ὄνειρα ὅσων εἶναι σὰν κι ἐμένα

πεθαίνουν καταδικασμένα·

καὶ θά ᾽θελα νὰ σπάσω μόνο

μὲ τὴ στριγγὴ αὐτὴ μελωδία

τοῦ χρόνου τὴ μονοτονία,

ὅσο δὲν σκιάζουνε τὰ γερατειά μου

τὴ θλίψη καὶ τὴν ἀϕελὴ χαρά μου –

μιᾶς καὶ τῶν γερατειῶν δαιμόνια

δὲν σκιάζουν τὰ δικά μου χρόνια–,

κι ὅπως τὰ γερατειὰ θὰ προσπερνοῦσαν

τ᾽ ὀνειρικό μου τὸ βιβλίο θὰ ἀγνοοῦσαν.

`

*****************************

`

Τα Ποιήματα του Edgar Allan Poe ανήκουν στα πλέον εμβληματικά και δημοφιλή έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας και στις σημαντικότερες εκδηλώσεις της ιδιοφυίας του δημιουργού τους. Ξεκινώντας από τον ρομαντισμό, ο Πόε απεργάζεται μια τελείως προσωπική ποίηση, όπου κυριαρχούν η μουσικότητα, η αυστηρή οργάνωση του λόγου, η ονειρική ατμόσφαιρα. Με το λυρικό του έργο επηρέασε όσο κανείς άλλος τον Baudelaire, τον Mallarme και τους άλλους συμβολιστές. Το αναχείρας μεταφραστικό εγχείρημα έφερε σε πέρας ο Γιώργος Βαρθαλίτης. Η έκδοση εντάσσεται στο γενικότερο σχέδιο του Δημήτρη Αρμάου, το οποίο επεξεργαζόταν και επιμελούνταν όσο ζούσε, για μια έγκυρη απόδοση του πεζού και ποιητικού έργου του Ε. Α. Πόε στη γλώσσα μας.