«Συνεντεύξεις/ Αλληλογραφία/ Ανέκδοτο και άγνωστο έργο/ Μαρτυρίες / Ο Ναυτικός Φάκελος / Τα καράβια»

 

*

 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ (Απόσπασμα από το Βιβλίο)

 

Έγινε τρείς ημέρες πριν το θάνατό του στο σπίτι του στο Κολωνάκι (Δεξαμενή) από τη Φλέρρυ Κούβελα – Τασσιάκου, αλλά δημοσιεύτηκε περίπου τρία χρόνια αργότερα στο περιοδικό Γυναίκα (τχ.736, 11.4.1978, σ. 38-42). Είχε τίτλο: «Νίκος Καββαδίας: Ο αρμενιστής φιλόσοφος» και είναι η τελευταία του συνομιλία που καταγράφεται. Τη φράση «αρμενιστής φιλόσοφος» φαίνεται να τη χρησιμοποιεί ο ίδιος, ο οποίος δείχνει να βρίσκεται σε στιγμή βαθιάς περισυλλογής και θλίψης ετοιμάζοντας το «Τραβέρσο», που δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο. Τη μέρα που γίνεται η συνομιλία θα γράψει το τελευταίο του ποίημα «Πικρία» (Τραβέρσο):

[…] Γέρο, σοῦ πρέπει μοναχὰ τὸ σίδερο στὰ πόδια,

δύο μέτρα καραβόπανο, καὶ ἀριστερὰ τιμόνι.

 

Μιλάει για τις γυναίκες, τα ταξίδια, το θάνατο αλλά και τα τατουάζ του:
«Όταν πεθάνω θέλω αυτές οι ζωγραφιές να μην σαπίσουν, να γίνουν αμπαζούρ, να φωτίζουν τα όνειρα των στερημένων».

 

Στην, αρκετά λογοτεχνική, προσέγγιση της δημοσιογράφου είναι εμφανής η προσωπική σχέση με τον ποιητή: «Κι αύριο. Κόλλια μου, μαζί θάμαστε… τι σούρθε τώρα…». Για τη γυναίκα που έκανε τη συνέντευξη δεν βρέθηκαν περισσότερα στοιχεία, γεγονός που αυξάνει τις πιθανότητες να πρόκειται για κάποιο ψευδώνυμο. Είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που εμφανίζεται σε συνομιλία του τόσο σκοτεινός και πεσιμιστής και φαίνεται ότι δεν γνωρίζει ότι πρόκειται να δημοσιευτεί. Παράλληλα είναι εξομολογητικός μιλώντας σε πιο προσωπικό τόνο. Δημοσιεύτηκε με δύο ανέκδοτες φωτογραφίες του. Μία μπροστά στην πλώρη του “Apollonia” και μία όρθιος μπροστά στον ασύρματο.

 

 

***

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ: Ο ΑΡΜΕΝΙΣΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΜΑΡΚΟΝΙΣΤΑ ΠΟΙΗΤΗ, ΤΟΝ ΑΕΝΑΟ ΕΡΑΣΤΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ, ΓΙΑ ΤΑ ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ”

 

Στα 65 χρόνια της ζωής του, ο Νίκος Καββαδίας, μας έδωσε μόνο δύο ποιητικές συλλογές και ένα πεζό. Κι όμως, παρ’ όλο που το συγγραφικό του έργο δεν είναι μεγάλο ποσοτικά, αγαπήθηκε πολύ από τα νιάτα της γενιάς του, της προπολεμικής γενιάς και της δικής μας. Συνθέτες και τραγουδιστές, όπως ο Γιάννης Σπανός και η Μαρίζα Κωχ, έκαναν τους στίχους του τραγούδια με μεγάλη απήχηση και το κράτος θέσπισε λογοτεχνικό διαγωνισμό στ’ όνομά του, για να τον τιμήσει και να τονώσει το ενδιαφέρον των θαλασσινών, για την ποίηση και τη λογοτεχνία.

Την αιτία της μεγάλης επιτυχίας του Νίκου Καββαδία, πρέπει να την αναζητήσουμε στο γράψιμό του, το γεμάτο εξαίσιες αφηγηματικές χάρες. Στα πρωτότυπα θέματά του, ιδωμένα από μία οπτική γωνιά άγνωστη σε μας και δοσμένα με ειλικρίνεια, που αγγίζει τα όρια του σαδιστικού ρεαλισμού.

«… η λεγάμενη βούλωνε την τρύπα του μπιντέ, το γέμιζε πάγο κι απίθωνε τα σταφύλια. Ο πάγος έλυωνε και τα τρώγαμε κρύα…»

 

Όσα περιγράφει, τα έχει ζήσει πριν ο ίδιος ή τα έχει παρακολουθήσει να διαδραματίζονται γύρω του. Είναι η ζωή ζυμωμένη με ιδρώτα, αλάτι και αβάσταχτη στέρηση. Η ζωή του ναυτικού.

«…Οι ναύτες είναι ακροβάτες. Μπορούνε ν’ ανέβουνε στην κορφή του καταρτιού από ένα σκοινί, χωρίς ν’ ακουμπάνε τα πόδια τους πουθενά. Μπορούνε να κρατηθούν για μια στιγμή κρεμασμένοι από τα δόντια, να περπατήσουνε πάνω σ’ έναν κάβο τεντωμένο κι από κάτω τους να κυλάει το ρέμα. Τα χέρια τους είναι γιομάτα σημάδια από χτυπήματα, μαγκώματα. Σε κάποιους λείπει δάχτυλο. Το ’φαγε μακαράς1, συρματόσχοινο, βίντσι. Απόμεινε χάμω ζεστό για λίγο. Η γάτα το μύρισε κι έφυγε. Ο σκύλος του καραβιού το γνώρισε και το ’γλυψε. Το σάρωσε το τζόβενο μαζί με τ’ άλλα σκουπίδια…».2

 

Κόλλια – τον είχα ρωτήσει- εικοσάχρονος Δόκιμος ήσουν, όταν έγραψες το «Μαραμπού». Ώριμος άντρας μας χάρισες τη «Βάρδια», το 1954, και τώρα, όταν δεν τα περιμέναμε πια, τούτα τα ποιήματα. Γιατί έβαζες ανάμεσα στα έργα σου τόση απόσταση, τόση σιωπή…

«Καλή μου, λαθεύεις… Εγώ δεν είμαι ποιητής… Είμαι στοχαστής. Είμαι αρμενιστής φιλόσοφος. Οι στίχοι μου είναι λόγια, ιστορίες, ζωή ατόφια… αλλά μην το παίρνεις για επάγγελμα. Αν δεν έχω τίποτα ουσιαστικό να πω, σωπαίνω. Τη σέβομαι την ποίηση. Γι’ αυτό, όσο λιγότερο γράφω, τόσο περισσότερο πρέπει να καταλαβαίνεις ότι τη σέβομαι. Κι ύστερα, ο ποιητής βάζει κάτω τη φαντασία, στύβει το μυαλό και γράφει. Είναι επαγγελματίας. Νομίζει πως έχει χρέος να συντηρήσει όνομα και φήμη. Εγώ βλέπω, ζω, αγκομαχώ το χρόνο… Ανάμεσα σε κρεβάτια, σε καμπαρέ, σε τυφώνες… Είναι πιο καλά ν’ αναρωτιούνται: «γιατί δεν γράφει ο Καββαδίας» παρά, «γιατί γράφει». Τώρα έχω πάλι κάτι να πω και το λέω. Άκουσε τούτο: Φάτα Μοργκάνα, το είπα…»

 

«Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό

Στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου

Σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό

Που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

 

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,

Οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,

Όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί

Χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

 

Πουθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.

Που πας; Στο μάτι του κυκλώνα.

Ποιον αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.

Πως τη λένε; Φάτα Μοργκάνα».

 

Τον παρακολουθούσα όση ώρα μου διάβαζε τους στίχους του. Ήταν ατημέλητος. Παλιοπαντέλονο δίχως τσάκιση, το αιώνιο σκούρο πουλόβερ με το γυριστό γιακά κι ο αχώριστος σκούφος στο κεφάλι. Μια μορφή αλλόκοτη, πικρή, μοναχική, στερημένη. Το μάτι στρογγυλό σαν του ψαριού, γυμνό, ανελέητο, άλλοτε γεμάτο ακοίμητη έννοια κι άλλοτε πάλι να μπιρμπιλίζει μέσα του όλη η κεφαλονίτικη και η κινέζικη πονηριά του. Ένας συμπαθητικά άσχημος άντρας. Ο ίδιος νοιώθει σαρκαστική ευχαρίστηση, όταν σκιτσάρει με τρεις φράσεις τον μαρκονιστή του «Πυθέα» στη «Βάρδια», δηλαδή τον εαυτό του: «… Κοντός, κάτου από το κανονικό, με αραιωμένα μαλλιά. Φορούσε χακί βρακί, που κρατιόταν στη μέση του μονάχα από το πρώτο κουμπί. Τ’ άλλα λείπανε. Το ’να του αυτί έγερνε κι ήταν μεγαλύτερο από τ’ άλλο…». Απορροφημένη καθώς ήμουν απ’ αυτές τις σκέψεις, δεν κατάλαβα ότι είχε σταματήσει και με κοίταζε. Στα λεπτά του χείλη έπαιζε εκείνο το μοναδικό, το ακαταμάχητο αλεπουδίστικο χαμόγελό του:

«Κοίταξέ με καλά… είμαι σαν σκαραβαίος3. Ένας άσχημος, κουτός σκαραβαίος. Δεν χαράζω πάνω στην άμμο, αλλά πάνω στο χαρτί τα ανώφελα παραλληλόγραμμά μου. Δεν είναι έρημος, είναι χαρτί, δεν είναι βήματα, είναι στίχοι. Τι σημασία έχει; Η μοναξιά είναι παντού η ίδια. Παντού τριγύρω μας, το σκοτάδι των Πυραμίδων, το αίνιγμα της Σφίγγας, η κακία του σκορπιού. Ιξίονες4 είμαστε όλοι… Ιξίονες που αγκαλιάσαμε ένα σύννεφο, νομίζοντας ότι κρατούσαμε τ’ όνειρό μας… Μάταια… μάταια… όλα ήταν μάταια…»

 

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε το 1910 στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας από γονείς Κεφαλονίτες και εκεί πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια. Να πως περιγράφει τον πατέρα του στη «Βάρδια»:

«Το παιδί της Μαντζουρίας… Όταν πρωτοπήγε δεκαεφτά χρονώ, στο Τιέν Τσίν, οι Κινέζοι της περιοχής πάψανε να καπνίζουν όπιο μονομιάς, κι όμως ήταν χειρότερα μεθυσμένοι από πριν.

Τι τους πότιζε;

Ο τροφοδότης του Κουροπάκτιν… Νύχτα τον σύρανε στο αντίσκηνο του. Πάνω στο κιβώτιο που χε για τραπέζι, ανάμεσα σ’ ένα μισοκομμένο ψωμί, βρισκόταν μία τεράστια κατσαρίδα, ένας τούμπανος.

«Θα σε τουφεκίσω πριν ξημερώσει».

Ο τροφοδότης πήρε το πειστήριο στο χέρι, το ζύγιασε με το μάτι, το ’βαλε στο στόμα και το κατάπιε…

«Σταφίδα, εξοχώτατε… Του νησιού μου».

Ο Κουροπάτκιν κατάπιε το γέλιο του δυσκολότερα από ότι ο πατέρας μου το θεριό.

«Φύγε… Κι άλλη φορά δεν τη γλυτώνεις».

Όταν έγινα δεκαοχτώ, του ’πα πως θα γίνω ναυτικός.

«Γίνε ό,τι στο διάολο θέλεις, μου ’πε. Ρουφιάνος και π… μη γίνεις. – Σκέφθηκε λίγο-. Έχει και παλληκάρια π…, μπεσαλήδες. Ρουφιάνος όμως με μπέσα δεν βρέθηκε πουθενά».

 

Στη «Βάρδια» πάλι, δίνει την εξήγηση γιατί έγινε ναυτικός:

«Δεν ξεκίνησα για τίποτα. Μονάχα για να ταξιδεύω. Εκείνοι που μαζί πρωτομπαρκάραμε, σε τέσσερα χρόνια πήρανε το χαρτί τους, εσύ το ίδιο. Εμένα μ’ άρεσε η πλώρη. Η ξενοιασιά. Πιάσανε πολλοί πατριώτες μας καπετάνιοι να με συμβουλέψουνε. Άλλοι με κοροϊδεύανε και με δαχτυλοδείχνανε. Με πήρε το φιλότιμο. Ετοιμάστηκα να πάρω του τρίτου. Τότε συνάντησα έναν εφοπλιστή, ξάδερφο της μάνας μου. Ο μόνος άνθρωπος που με καταλάβαινε και με συγχωρούσε. Μου ’δινε πάντα δουλειά, χωρίς να με ρωτάει γιατί ταξιδεύω. Του το πα. Να γίνεις μαρκονιστής μου ’πε. Από να σπάσουμε μια πλώρη, καλύτερα να τσακίσουμε έναν ασύρματο. Έπινα,… καταλαβαίνεις…».

 

`

******************************************

 

`

Πες το παραξενιά, πες το μοίρα, μου ’λαχε να ζήσω τα όσα έζησα

και να τα κάμω ποίηση. Αν δεν τα ’χα ζήσει και τα έγραφα

παρ’ όλα αυτά, τότε ίσως να ’μουνα μεγάλος ποιητής.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ, Οκτώβριος 1974

`

ΝΕΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ για τον Νίκο Καββαδία έρχονται στην επιφάνεια σαραντατέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του.

Ύστερα από πολύχρονη έρευνα του δημοσιογράφου και μελετητή Μιχάλη Γελασάκη, παρουσιάζεται ένας τόμος με ανέκδοτο και αθησαύριστο έργο, άγνωστες συνεντεύξεις του ποιητή, τον ναυτικό του φάκελο, τα καράβια που ταξίδεψε, ανέκδοτη αλληλογραφία, σπάνιες μαρτυρίες, αδημοσίευτες φωτογραφίες, τη σχέση του με τον Γιώργο Σεφέρη και άλλα ευρήματα με επεξηγηματικά κείμενα και σχόλια.

Η έκδοση αυτή εμπλουτίζει και επαναπροσδιορίζει την ανάγνωση και τη μελέτη γύρω από τον «Ιδανικό κι ανάξιο εραστή, των μακρυσμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων», ο οποίος παραμένει ένας από τους δημοφιλέστερους και πιο διαβασμένους Έλληνες ποιητές.

Ο μυστηριώδης ανθρωπογεωγραφικός κόσμος του Κόλια, όπως τον έλεγαν οι φίλοι, γίνεται ακόμα πιο συναρπαστικός, με σταθερό φόντο τις ατελείωτες ώρες μοναξιάς «στην πλάτη της θαλάσσης », όπου μόνη συντροφιά ήταν ο ήχος των μορσικών σημάτων.

`

Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΕΛΑΣΑΚΗΣ γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1986. Φοίτησε στο Τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του σπούδασε δημοσιογραφία. Διετέλεσε αρχισυντάκτης και διευθυντής του μουσικού περιοδικού Δίφωνο, διευθυντής προγράμματος του ρ/σ Δίφωνο fm και ραδιοφωνικός παραγωγός. Υπήρξε συντάκτης του ένθετου «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, μουσικός επιμελητής του ρ/σ Βήμα fm, αλλά και συνεργάτης στα μουσικά περιοδικά Pop & Rock, Όασις, Μετρονόμος κ.α. Είναι ιδρυτής και διευθυντής σύνταξης της διαδικτυακής μουσικής εφημερίδας Μusicpaper.gr. Κυρίως ο Χρίστος Θεοδώρου αλλά και άλλοι συνθέτες έχουν μελοποιήσει στίχους του, ενώ έχει γράψει τα κείμενα για τη μουσικοθεατρική παράσταση Μυστικά και το λιμπρέτο για τη διασκευή σε μιούζικαλ του έργου Τα μάγια της πεταλούδας του Λόρκα. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Αυτό είναι το πρώτο του βιβλίο.