Ι. ΣΠΗΛΑΙΟ (Μετατόπιση προς το ένστικτο)

Από την κορυφογραμμή

της πρώτης σελίδας

ο άνθρωπος των σπηλαίων

-ανδαλουσιανός σκύλος

στο φρέαρ των Οινουσσών-

παρατηρώντας σκελετούς

-ανθρώπων των σπηλαίων και μη-

σκαλίζει στον βράχο

έναν αναστολέα περόνης

και περιμένει

Αύριο

θα ψαρέψει τις κόκκινες πέστροφες

στην κοιλάδα του θεολόγου

πριν έρθουν οι εργολάβοι

που αλείψανε με βούτυρο

το τρίγωνο Αφάρ και τη Γη του Πυρός

Ξυπνάει νηστικός

από ύπνο αιώνων

ακούγοντας βρισιές σκαπανέων

και τα βήματα των γιατρών

στα πλακάκια του κρύου διαδικτυακού διαδρόμου.

 

 

 

*

ΙΙ.ΕΛΝΤΟΡΑΝΤΟ (Μετατόπιση προς τη συνείδηση)

Γυμνός

στη λάσπη της χαμένης πόλης

ο χρυσός ινδιάνος

φτιάχνει αλφάβητο

με τα οστά του Φόσετ

Ύστατη θυσία

-δώρο για ένα δώρο-

του μιαρού ξένου

που πάστωνε

τη νοσταλγία στα λουτρά

προσέχοντας

μη σβήσει το κερί

και μπούνε όνειρα σε αμάθητα μυαλά

Ξυπόλυτη

σε εκκρίσεις σκαθαριών

η Γκλόρια των αλόγων

αθροίζοντας αμαρτίες άλλων

ακονίζει τα νύχια της

με σμύριδα της Νάξου

ενώ κατιόντα λιθίου

αναζωπυρώνουν τη μανία

και τη λαγνεία των αριθμών

ωθώντας το συλλογικό ασυνείδητο

στον εξορκισμό

Ευνουχίστε τη μνήμη λοιπόν

αλλά τα καράβια του Αγκίρε πλέουν ακόμη αύτανδρα.

`

*

ΙΙΙ. ΠΡΟΑΥΛΙΟ (Μετατόπιση προς την παραίσθηση)

Γλαυκόμορφο απόγευμα

ιοβόλου παρόντος

με κρεολούς στα ορύγματα

καπνούς στα καταγώγια

ναφθαλίνες και ξόρκια

χρωματίζει τον καμβά

της κρυφής αρμονίας

και της έκστασης

όσων ξάπλωσαν σε πέτρες

ζητώντας το όλον σε λίμνες αίματος

ή κουβάλησαν πέτρες

στα ποτάμια του νου

για να περάσουν απέναντι

Σκοτεινιάζει

-είμαι δική σου, μου λες-

κι ο Αλβέρτος σχεδιάζει καρέκλες

για όσους αγάπησαν τους ανέμους

ή βρήκαν το ιερό Γκράαλ και προσπέρασαν.